Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἴσειμι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: εἴσειμι Medium diacritics: εἴσειμι Low diacritics: είσειμι Capitals: ΕΙΣΕΙΜΙ
Transliteration A: eíseimi Transliteration B: eiseimi Transliteration C: eiseimi Beta Code: ei)/seimi

English (LSJ)

inf. -ιέναι, serving as fut. to εἰσέρχομαι: impf. εἰσῄειν:—

   A enter, go into, οὐδ' Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι I will not come before Achilles' eyes, Il.24.463: more freq. with Preps., οὐκ εἴσειμι μετ' ἀνέρας Od.18.184; παρὰ βασιλέα Hdt.1.99; mostly with εἰς, ἐς τὸ μέγαρον ib.65, etc.; πρός τινα S.Ph.953, X.Cyr.2.4.5; ἐσιέναι ἐς σπονδάς enter into a treaty, Th.5.30 : abs., τὸν εἰσιόντα μῆνα the ensuing month, And.1.42; τὸν εἰσιόντα ἐνιαυτόν Arist.Ath.31.2, cf. POxy.1278.17 (iii A.D.), etc.    II of the Chorus or actors, come upon the stage, enter, Pl.Lg.664c; τὸ τοὺς τυράννους..εἰσιέναι take the part of king, D.19.247, cf. Lib.Or.30.28.    III of public speakers, come into the assembly, εἰς ἀγοράν D.24.60; καθ' ὅτι ἂν ἐσίῃ ἡ πρεσβεία Th.4.118; of judges, come into court, εἰ. κρινοῦντες D.18.210.    2 of the parties to a lawsuit, come before the court, εἰς ὑμᾶς Antipho5.80, etc.; εἰ. περί τινος D.19.211; πρός τινα Id.54.32.    3 of the charges or actions, ἡ δίκη εἰσῄει Is.5.17; δίκας εἰσιέναι κατά τινος enter upon actions, D.28.17, cf. Is.8.44.    4 enter on an office, εἰς ἀρχήν D.59.72 ; ὁ ἐσιών the new king, Hdt.6.59.    IV metaph., come into one's mind, Ἀστυάγεα ἀνάγνωσις ἐσήιε Id.1.116; καίτοι μ' ἐσῄει δεῖμα E.Or.1668; ἔιεος εἰσῄει με Pl.Phd.58e : c. dat., ἄιγος εἰσῄει φρενί E.IA1580, cf. Pl.Phd.59a ; δέος τινὶ εἰσῄει περί τινος Id.R.330d.    2 impers., εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως ἂν.. they began to think how they might.., X.An.5.9.17 : c. inf., οὐδενὸς εἰσῄει μοι φθονεῖν D.23.188.    V rarely of things, τὰ εἰσιόντα what enters into one, food, X.Cyr.1.6.17.

German (Pape)

[Seite 742] (s. εἶμι), hineingehen; μετ' ἀνέρας, zu den Männern, Od. 18, 184; οὐκ Ἀχιλλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι, ich werde dem Achilleus nicht vor die Augen kommen, Il. 24, 463; πρός σε Soph. Phil. 941; εἴσιθ' εἴσω El. 972; τίνος ξένων δόμους ἔςειμι; Eur. Hipp. 1067; Hel. 1167; οἰκίαν Is. 8, 24; ἐς οἴκους Eur. Or. 1119; παρ' αὐτόν Xen. An. 1, 7, 8; Plat. Phaedr. 59 d Thuc. 2, 51; πρός τινα, Xen. Cyr. 2, 4, 5; ζῶν εἰσιέναι εἰς Ἅιδου Plat. Phaed. 179 d; Folgde. – Bes. in der Gerichtssprache, vor Gericht erscheinen; von den Parteien, δίκην εἰσίωμεν κατ' αὐτοῦ Is. 8, 44; τὰς δίκας ἔμελλον εἰσιέναι κατ' αὐτῶν Dem. 28, 17; εἰς ὑμᾶς, vor den Richtern auftreten, Antiph. 5, 20; Plat. Apol. 17 c; περὶ γραφῆς εἰσιέναι Dem. 19, 211; von der Klage, ἡ δίκη εἰσῄει Is. 5, 31, war eingebracht; μελλουσῶν εἰσιέναι τῶν δικῶν Dem. 21, 78. – Ἐς σπονδάς, ein Bündniß eingehen, Thuc. 5, 30 u. öfter; εἰς ἀρχήν, ein Amt antreten, Dem. 59, 72 u. Plut.; auch ohne ἀρχήν, Her. 6, 59; Dem. 54, 39; D. Hal. 8, 75; – die Bühne betreten, Dem. 19, 247; Plut. Phoc. 19; vom Chor = auftreten, Plat. Legg. II, 664 c; ἐς ἀγοράν, Dem. 24, 126, in die Volksversammlung gehen; vgl. Thuc. 4, 118. – Auch von Dingen, τὰ εἰσιόντα, was man zu sich nimmt, Xen. Cyr. 1, 6, 17; Arist. – Uebertr., Einem in den Sinn kommen, einfallen, oder von Leidenschaften: ihn ergreifen, γόου δὲ μηδὲν εἰσίτω δάκρυ Soph. Tr. 1189; καί τοί μ' εἰσῄει δεῖμα Eur. Or. 1668; τὸν Ἀστυάγεα εἰσῄει ἀνάγνωσις αὐτοῦ Her. 1, 116; αὐτοὺς τὰ δεινά Thuc. 6, 31; ἔλεός με Plat. Phaed. 58 e; περὶ ὧν ἔμπροσθεν οὐκ εἰσῄει Rep. I, 330 d; εἰσῄει αὐτούς, ὅπως Xen. An. 5, 9, 17, es fiel ihnen ein; seltner c. dat., Plat. Phaed. 59 a; ἐμοὶ δέ τ' ἄλγος εἰσῄει φρενί Eur. I. A. 1580; εἰσῄει μοι φθονεῖν Dem. 23, 188. Vgl. εἰσέρχομαι.

Greek (Liddell-Scott)

εἴσειμι: ἀπαρ. -ιέναι, ἐν χρήσει ὡς μέλλ. τοῦ εἰσέρχομαι: παρατ. εἰσῄειν: - ἐλεύσομαι εἰς, οὐκ Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι, δὲν θὰ ἔλθω ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Ἀχιλλέως, Ἰλ. Ω. 463: - συχνότερον μετὰ προθ., οὐκ εἴσειμι μετ’ ἀνέρας Ὀδ. Σ. 184· παρὰ βασιλέα Ἡρόδ. 1. 99· ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μετὰ τῆς εἰς, αὐτόθι 65, κτλ.· πρός τινα Σοφ. Φ. 651, Ξεν. Κύρ. 2. 4, 5· ἐσιέναι ἐς σπονδάς, εἰσέρχεσθαι εἰς συμμαχίαν, Θουκ. 5. 30· ἀπολ., τὸν εἰσιόντα μῆνα, τὸν ἐρχόμενον, Ἀνδοκ. 6. 39. ΙΙ. ἐπὶ τοῦ χορῦο ἢ τῶν ὑποκριτῶν, ἔρχομαι ἐπὶ τῆς σκηνῆς, παρουσιάζομαι, Πλάτ. Νόμ. 664C· τὸ τοὺς τυράννους … εἰσιέναι, λαμβάνειν τὸ μέρος τοῦ τυράννου, Δημ. 418. 13. ΙΙΙ. ὡς Ἀττ. δικανικὸς ὅρος ἐπὶ δημοσίων ἀγορητῶν, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἢ εἰς τὸ δικαστήριον, εἰς ἀγοράν Δημ. 719. 25, πρβλ. Θουκ. 4. 118· οὕτως ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ἔρχομαι εἰς τὸ δικαστήριον, Δημ. 298. 8. 2) ἐπὶ τῶν διαδίκων, ἔρχομαι εἰς τὸ δικαστήριον, ἐμφανίζομαι, Ἀντιφῶν 138. 41, κτλ.· εἰσ. περί τινος Δημ. 407. 2. 3) οὕτως ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν ἢ καταγγελιῶν, αἱ δίκαι εἰσίασιν Ἰσαῖος 52. 22· δίκην εἰσιέναι, ἔρχομαι εἰς δίκην, Δημ. 840. 26. 4) ἔρχομαι ἐπὶ τῆς σκηνῆς, παρουσιάζομαι, Πλάτ. Νόμ. 664C· εἰσέρχομαι εἴς τι ὑπούργημαἀξίωμα, εἰς ἀρχὴν Δημ. 1369. 19· ἀπολ., ὁ αὐτ. 1267. 6· ὁ ἐσιών, ὁ νέος βασιλεύς, Ἡρόδ. 6. 59. IV. μεταφ., ἔρχομαι εἰς τὸν νοῦν τινος, ταῦτα λέγοντος τοῦ παιδός, τὸν Ἀστυάγεα ἐσῄει ἀνάγνωσις αὐτοῦ, ἡ ἀναγνώρισις αὐτοῦ ἐπῆλθεν εἰς τὸν Ἀστυάγην, δηλ. ὁ Ἀστυάγης ἀνεγνώρισεν αὐτόν, Ἡρόδ. 1. 116· καίτοι μ’ ἐσῄει δεῖμα Εὐρ. Ὀρ. 1668· ἔλεος εἰσῄει με Πλάτ. Φαίδων 58Ε· ὡσαύτως μετὰ δοτ., ἄλλος εἰσῄει φρενὶ Εὐρ. Ι. Α. 1580, πρβλ. Σοφ. Τρ. 1199, Πλάτ. Φαίδων 59Α· δὲος εἰσῄει περί τινος ὁ αὐτ. Πολ. 330D. 2) ἀπροσ., εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως..., ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν αὐτῶν ὅπως..., Ξεν. Ἀν. 5. 9, 17· μετ’ ἀπαρ., εἰσῄει μοι φθονεῖν Δημ. 683. 18· πρβλ. εἰσέρχομαι V. V. σπανίως ἐπὶ πραγμάτων, τὰ εἰσιόντα, ὅσα εἰσέρχονται εἴς τινα, τροφή, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 17.

French (Bailly abrégé)

inf. εἰσιέναι, impf. εἰσῄειν, etc.
I. entrer dans, entrer : δόμους EUR dans une maison ; πρός τινα, παρά τινα chez qqn ; μετ’ ἀνέρας OD parmi les hommes ; rar. en parl. de choses τὰ εἰσιόντα XÉN ce qui entre (dans le corps), les aliments;
II. se présenter en public :
1 dans un tribunal : εἴς τινας PLAT comparaître devant des juges ; en parl. des juges venir au tribunal;
2 paraître sur la scène;
III. fig. entrer dans l’esprit ou dans le cœur en parl. de pensées, de sentiments : τινά de qqn ; avec le dat. ou avec une conj. : εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως XÉN il leur venait à l’esprit comment, ils se demandaient comment, etc.
Étymologie: εἰς, εἶμι.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἔσ- Hdt.1.65, E.Or.1119, Hp.Morb.Sacr.7, Th.5.30; cret. ἔνσ- ICr.4.72.5.36 (Gortina V a.C.), Schwyzer 84.21 (V a.C.)

• Grafía: inf. graf. εἰσίναι IFayoum 112.22 (I a.C.)
A pres. ind. frec. valor de fut., c. mov. real
1 ir, presentarse ante c. ac. οὐδ' Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι y no me presentaré ante los ojos de Aquiles, Il.24.463
c. giro prep. οἴη δ' οὐκ εἴσειμι μετ' ἀνέρας yo sola no me presentaré junto a los hombres, Od.18.184, ἐσιέναι παρὰ βασιλεά Hdt.1.99, πάλιν εἴσειμι πρὸς σέ nuevamente me presento ante ti S.Ph.953, cf. X.Cyr.2.4.5, πρὸς τὸν νοσέοντα de un médico, Hp.Decent.11, πρὸς Ἰάκωβον Act.Ap.21.18.
2 entrar c. ac. de direcc. τίνος ξένων δόμους ἔσειμι ...; ¿a casa de qué extranjero entraré? E.Hipp.1067
c. dif. constr. prep. y adverb., esp. εἰς y ac.: ἐς τὸ μέγαρον Hdt.1.65, ἐς τὴν Βαβυλῶνα Hdt.1.191, ἐς οἴκους E.l.c., cf. Men.Fr.800, X.Eph.3.2.10, εἰς τὴν ἀγοράν D.24.60, εἰς τὰς πόλεις Plb.9.26.9, I.BI 3.325, Apollod.3.7.3, Procop.Goth.1.19.13, εἰς τὸ ἅγιον LXX Ex.28.29, Macareus 1a, cf. IP 255.3 (II a.C.), I.AI 3.269, εἰς τὴν ἔπαυλιν Luc.Asin.18, εἰς τὸ βαλανεῖον Gal.6.406, εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν Clem.Al.Strom.7.17.106
c. otros giros prep. τοῦ Βαγώου μετὰ τῶν Περσῶν ἐσιόντος habiendo entrado en la ciudad Bagoas con los persas D.S.16.50, ἔξωθεν παρ' αὐτούς D.Chr.80.4, ἀπολείπουσι ... ὀπήν, δι' ἧς εἰσίασι de hormigas, Ael.NA 16.15, cf. Plu.2.518b, c. adv. πύλας διῆλθον ᾗπερ εἰσῄει στρατός atravesé las puertas por donde había entrado el ejército E.Supp.753
abs. αὐτοὶ δὲ ἀδικεεῖν οὐδὲν ἐσιόντες y (dijo que) ellos entraban (en las ciudades) sin hacer ningún daño Hdt.4.43, ἀγχοτάτω τοῦ μεγάρου, ἐσιόντι ἀριστερῆς χειρός Hdt.2.169, ὤσαντες δὲ τὴν θύραν ... οἱ μὲν πρῶτοι εἰσιόντες Lys.1.24, ἀποβλέψας πρὸς τὴν θύραν, ἰδών τινας νεανίσκους εἰσιόντας Pl.Chrm.154a, cf. ICr.l.c., Thphr.Char.21.7, Posidon.71, IFayoum 112.22 (I a.C.), Str.15.3.15, Porph.Abst.4.11, en textos apotropaicos ὁ τοῦ Διὸς παῖς Καλλίνικος Ἡρακλῆς ἐνθάδε κατοικεῖ· μηδὲν εἰσίτω κακόν Diog.Ep.36, IMylasa 343, cf. SEG 40.343 (Laconia),
ref. a la entrada de la novia en casa del novio, Plu.2.271e.
B usos esp.
I c. suj. de cosa, gener. medic. entrar, penetrar τὸ ὕδωρ ἐς αὐτήν (τὴν λίμνην) Hdt.2.149, εἴσεισιν ἀτμὸς ἐς τὰς μήτρας Hp.Mul.2.181, ὅταν τὸ πνεῦμα μὴ ἐσίῃ ἐς τὸ σῶμα Hp.l.c., εἰς ὕδωρ ... θερμόν Gal.10.708; τοῦ δ' εἰσιόντος (πυρός) Pl.Ti.68a, ταῦτα τήκεται θερμῷ εἰσιόντος πάλιν τοῦ θερμοῦ Arist.Mete.383a28, el agua en un experimento con la clepsidra, Arist.Pr.914b14, cf. Hp.Fist.9, Aesop.111.1
medic., abs. entrar en el cuerpo de ahí part. εἰσιών que se toma y neutr. subst. τὰ εἰσιόντα los alimentos ὑγραίνουσι δὲ ἀπὸ τοῦ ἐσιόντος ὕδατος σὺν τῷ οἴνῳ y humedecen por el agua que se toma con el vino Hp.Vict.2.52, πέπονα τὰ ἐσιόντα καὶ ἁπλᾶ Hp.Hum.16, ἐκπονῶ τὰ εἰσιόντα hago ejercicio para digerir lo comido X.Cyr.1.6.17.
II jur.
1 entrar al tribunal abs. de jueces ὅταν τὰ δημόσι' εἰσίητε κρινοῦντες cuando entréis al tribunal para juzgar los asuntos públicos D.18.210.
2 presentarse ante el tribunal c. giro prep.: como acusador εἰσιόντες εἰς ὑμᾶς Antipho 5.80, cf. Lys.25.26
como acusado comparecer ante la justicia εἰσιέναι περὶ ταύτης (κατηγορίας) D.19.211.
3 proceder πρὸς τὸν οὐδ' ἁψάμενον πρῶτον εἰσιέναι proceder primero contra quien no ha golpeado D.54.33.
4 tr. presentar demanda τὰς δίκας ... εἰσιέναι κατ' αὐτῶν presentar demanda judicial contra ellos D.28.17, cf. Is.8.44, Harp.s.u. ψευδεγγραφή.
III en el drama
1 entrar, aparecer, intervenir en el teatro ὁ Μουσῶν χορὸς ὁ παιδικὸς ... ἂν εἰσίοι ... εἰς τὸ μέσον Pl.Lg.664c.
2 entrar saliendo de la orquestra en un palacio o casa οὔ τι μὴν ἔγωγε ... ξύνοικος εἴσειμι no, yo no entraré en el palacio para convivir con ellos, S.El.818, ἀλλ' εἴσειμι, σοῦ δ' οὐ φροντιῶ sin embargo, voy a entrar y a dejar de preocuparme por ti Ar.Nu.125, cf. V.774, Au.656, Lys.779, Pl.1091, Men.Pc.396.
3 tr. hacer entrar, representar a un personaje ἐν ἅπασι τοῖς δράμασι τοῖς τραγικοῖς ἐξαίρετόν ἐστιν ... τὸ τοὺς τυράννους ... εἰσιέναι D.19.247, ὁ μὲν τραγῳδὸς εἰσιέναι μέλλων βασιλίδος πρόσωπον Plu.Phoc.19, ἐν ταῖς τραγῳδίαις ὁ τὸν τύραννον εἰσιὼν οὐκ ἔστι τύραννος Lib.Or.30.28.
C c. mov. fig.
I c. suj. abstr. o impers. y compl. pers.
1 entrar, invadir c. ac. τὸν Ἀστυάγεα ἐσήιε ἀναγνώρισις αὐτοῦ Astiages empezó a reconocer a éste Hdt.1.116, ἐπεάν σφεας ἐσίῃ οἶστρος κυίσκεσθαι Hdt.2.93, καίτοι μ' ἐσῄει δεῖμα E.Or.1668, οὔτε γὰρ ... με ... ἔλεος εἰσῄει Pl.Phd.58e
c. dat. ἐμοὶ δέ τ' ἄλγος οὐ μικρὸν εἰσῄει φρενί E.IA 1580, οὐδὲν πάνυ μοι ἐλεινὸν εἰσῄει Pl.Phd.59a, cf. R.330d.
2 impers. venir a las mientes, ocurrírsele a uno c. inf. y dat. οὐδενὸς εἰσῄει μοι φθονεῖν D.23.188
c. ac. e interr. dir. εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως ἂν καὶ ἔχοντές τι οἴκαδε ἀφίκωνται X.An.6.1.17.
II usos esp.
1 entrar, empezar a desempeñar, acceder a un cargo βασιλεύς ... ὁ ἐσιών el rey entrante, el nuevo rey Hdt.6.59, οἱ εἰσιόντες ἄρχοντες SEG 41.1003.2.45 (Teos III/II a.C.), ὁ εἰσιὼν γυμνασίαρχος IBeroeae 1B.68 (II a.C.), εἰσιέναι εἰς τὴν ἀρχήν tomar posesión del cargo D.59.72, Milet 1(7).203b.20 (II a.C.).
2 temp. entrar, comenzar una unidad temporal ἐπὶ τε͂ς βολε͂ς τε͂ς εἰσιόσɛ̄ς en el próximo Consejo, IG 13.84.31 (V a.C.), ὁ εἰσιὼν μήν el mes entrante, el mes que viene And.Myst.42, cf. PCair.Zen.375.12 (III a.C.), IIasos 219.9 (heleníst.), ὁ εἰσιὼν ἐνιαυτός Arist.Ath.31.2, cf. IBeroeae 1B.91 (II a.C.), PSI 1124.5 (II d.C.), POxy.1278.17 (III d.C.).
3 ir a, avenirse a, entrar ἐσιέναι ἐς τὰς τῶν Ἀθηναίων σπονδάς entrar en alianza con los atenienses Th.5.30.

English (Strong)

from εἰς and eimi (to go); to enter: enter (go) into.

English (Thayer)

infinitive εἰσιέναι; imperfect ἐισεηιν; (εἰμί (cf. Buttmann, 50 (43))); (from Homer down); to go into, enter: followed by εἰς with the name of the place (cf. Winer's De verb. comp. etc. Part ii., p. 11), Winer's Grammar, 267 (251)); πρός τινα, Acts 21:18.

Greek Monolingual

εἴσειμι (Α)
1. εισέρχομαι, παρουσιάζομαι μπροστά σε κάποιον («οὐκ Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι»)
2. (για χορό ή υποκριτές) παρουσιάζομαι στη σκηνή
3. (για δημόσιους αγορητές ή δικαστές) εμφανίζομαι στο δικαστήριο, στην εκκλησία του δήμου
4. (για διάδικους ή δίκη) παρουσιάζω υπόθεση στο δικαστήριο
5. αναλαμβάνω αρχή ή αξίωμα
6. έρχομαι στο μυαλό («ταῡτα λέγοντος τοῦ παιδὸς τὸν Ἀστυάγεα ἐσήιε ἀνάγνωσις αὐτοῦ» — τον αναγνώρισε ο Αστυάγης).

Greek Monotonic

εἴσειμι: απαρ. -ιέναι, χρησιμ. ως μέλ. του εἰσέρχομαι· παρατ. εἰσῄειν·
I. μπαίνω μέσα, οὐκ Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι, δεν θα έλθω ενώπιον του Αχιλλέα, μπροστά στα μάτια του Αχιλλέα, σε Ομήρ. Ιλ.· συχνότερα με πρόθ., εἰσ. μετ' ἀνέρας, σε Ομήρ. Οδ.· παρὰ βασιλέα, σε Ηρόδ.· εἰς... ή πρός..., στον ίδ., Αττ.· εἰσ. εἰς σπονδάς, μπαίνω σε συνθήκη, συμμαχία, σε Θουκ.
II. 1. λέγεται για το χορό ή τους υποκριτές, ανεβαίνω πάνω στη σκηνή, παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, σε Πλάτ.
2. ως Αττ. δικανικός όρος, παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι στο δικαστήριο, σε Πλάτ., Δημ.
3. αναλαμβάνω ένα αξίωμα, ὁ ἐσιών, ο νέος βασιλιάς, σε Ηρόδ.
III. μεταφ., μπαίνω στο μυαλό κάποιου, με αιτ., στον ίδ., Αττ., Ευρ.· επίσης με δοτ., στον ίδ.· απρόσ., εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως..., μπήκε στο μυαλό τους ότι..., σε Ξεν.
IV.λέγεται για πράγματα, τὰ εἰσιόντα, αυτά που εισέρχονται, μπαίνουν στο στομάχι κάποιου, τροφή, φαγητό, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

εἴσειμι: ион. и староатт. ἔσειμι εἶμι
1) входить, приходить (μετά τινας Hom.; δόμους и εἰς δόμους Eur.; παρά τινα Her., Xen., Plat. и πρός τινα Xen.; εἰς τὴν ἀγοράν Dem.): τὰ εἰσιόντα Xen., Arst. поступающее внутрь, т. е. пища;
2) приходить на суд: εἴς τινας εἰσιέναι Plat. предстать перед кем-л., т. е. на чей-л. суд; ἡ δίκη εἰσῄει Isae. дело поступило на судебное рассмотрение; δίκην εἰσιέναι κατά τινος Dem. возбуждать судебное дело против кого-л.;
3) вступать, приступать (ἐς τὰς τῶν Ἀθηναίων σπονδάς Thuc.): ὁ ἐσιών Her. вступающий на престол, новый царь;
4) наступать, начинаться: τοῦ εἰσιόντος μηνός Arst. в наступающем месяце;
5) выступать на сцене, играть роль (τοὺς τὰ σκῆπτρ᾽ ἔχοντας εἰσιέναι Dem.);
6) (о душевных явлениях) возникать, появляться: εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως ἄν οἴκαδε ἀφίκωνται Xen. ими овладела мысль о том, как бы вернуться домой; οὐδέν μοι ἐλεεινὸν εἰσῄει Plat. я не ощутил никакой жалости; τὸν Ἀστυάγεα ἐσῄει ἀνάγνωσις αὐτοῦ Her. Астиаг (вдруг) узнал его.

Middle Liddell

inf. -ιέναι serving as fut. to εἰσέρχομαι imperf. εἰσῄειν
I. to go into, οὐκ Ἀχιλῆος ὀφθαλμοὺς εἴσειμι I will not come before Achilles' eyes, Il.:—more commonly with a prep., εἰς. μετ' ἀνέρας Od.; παρὰ βασιλέα Hdt.; εἰς… or πρός… , Hdt., attic; εἰς. εἰς σπονδάς to enter into a treaty, Thuc.
II. of the chorus or of actors, to come upon the stage, to enter, Plat.
2. as attic law-term, to come into court, Dem.
3. to enter on an office, ὁ ἐσιών the new king, Hdt.
III. metaph. to come into one's mind, c. acc., Hdt., attic, Eur.; also c. dat., Eur.:— impers., εἰσῄει αὐτοὺς ὅπως… , it came into their minds that… , Xen.
IV. of things, τὰ εἰσιόντα what enters into one, food, Xen.

Chinese

原文音譯:e‡seimi 誒士-誒米
詞類次數:動詞(4)
原文字根:進入-是
字義溯源:進去,進到,進,去;由(εἰς)*=到,進入)與(εἰμί)X*=行走,去)組成。
同義字:1) (εἴσειμι)進去 2) (εἰσέρχομαι)進來 3) (εἰσπορεύομαι)進去 4) (ἐμβαίνω)步入 5) (ἐπιβαίνω)走上去
出現次數:總共(4);徒(3);來(1)
譯字彙編
1) 進(3) 徒3:3; 徒21:26; 來9:6;
2) 去(1) 徒21:18