Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δόσις

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: δόσις Medium diacritics: δόσις Low diacritics: δόσις Capitals: ΔΟΣΙΣ
Transliteration A: dósis Transliteration B: dosis Transliteration C: dosis Beta Code: do/sis

English (LSJ)

εως, ἡ, (δίδωμι)

   A giving, φαρμάκου Antipho 1.18; χρημάτων Hdt.1.61; μισθοῦ Th.1.143; opp. αἴτησις, Pl.Euthphr.14d; δ. χρημάτων καὶ λῆψις Arist.EN1107b8; λήψεις καὶ δόσεις Arr.Epict.2.9.12, cf. LXX Si.41.19, Ep.Phil.4.15.    b licence, permission, SIG 987.33 (Chios, iv B. C.).    2 ἐμβολῶν δ. ramming in naval tactics, D.S.13.10.    II gift, καί οἱ δ. ἔσσεται ἐσθλή Il.10.213; δ. ὀλίγη τε φίλη τε Od.6.208, 14.58, cf. Hdt. 1.90, 9.93, S.OT1518, etc.; δόσιν κακὰν κακῶν κακοῖς A.Pers.1041 (lyr.); θεῶν εἰς ἀνθρώπους Pl.Phlb. 16c.    2 bequest, legacy: κατὰ δόσιν by will (opp. κατὰ γένος, as heir-at-law), Is.4.7, Isoc.19.45, cf. Harp.    3 largess, = Lat. congiarium, Hdn.6.8.8 (pl.).    4 contribution towards the fulfilment of a purpose, Chrysipp.(?)Stoic.3.30.    5 payment on account, instalment, IG12.296, 7.303.35 (Orop.), etc.; payment in kind, PMasp.146.4 (vi A. D.), al.    6 portion, LXXGe.47.22, al., BGU1122.12 (i B. C.); διελὼν εἰς δόσεις Plu.Arat.13.    7 dose of medicine, Dsc.2.171; δ. τελεία full dose, Ruf. ap. Orib.8.57.5, etc., cf. Luc.Abd.4.    8 τῆς οἰκονομίας πολλὴν ποιεῖσθαι δ. lay great stress on an arrangement, D.H.Dem.51; οὐ τοσαύτην ποιούμενοι τῆς ἡδονῆς δ. ὅσην τῆς ἀληθείας ib.18.    9 destiny, fate of an individual, ἡ ἀνθρωπίνη δ. Iamb.Myst. 1.3; esp. of planetary influence, Plot.2.3.2, al.

German (Pape)

[Seite 660] ἡ, das Geben, die Gabe; bei Homer fünfmal: Iliad. 10, 218 Odyss. 4, 651. 6, 208. 14, 58. 18, 287. – Folgende; 1) das Geben; φαρμάκου Antiph. 1, 18; χρημάτων Thuc. 1, 137; Plat. Charm. 158 c; ἐπιστήμη αἰτήσεως καὶ δόσεως θεοῖς Euthyphr. 14 c. –. 2) die Gabe, das Geschenk; τοῦ θεοῦ μ' αἰτεῖς δόσιν Soph. O. R. 1518; Her. 1, 90 u. Folgde; θεῶν εἰς ἀνθρώπους δόσις Plat. Phil. 16 c. – Bei den Aerzten = Portion, Dosis; vgl. Luc. abd. 4. – Bes. Schenkung im Testament, ein Legat an solche, die nicht zur Erbschaft berechtigt sind; Is. öfter; δόσιν γράφειν ἐν διαθήκῃ, im Testament als Legat aussetzen, 6, 28; κατὰ δόσιν, als Vermächtniß, im Gegensatz von κατὰ γένος, 9, 8; von κατ' ἀγχιστείαν, 5, 16; κατὰ δόσιν ἁμφισβητεῖν, Isocr. 19, 45. – Bei D. Sic. 13, 10 ist ἐμβολῶν δόσεις = ἐμβολαί, von Schiffen gesagt; D. Hal. de vi Dem. 18, 48 sagt δόσιν ποιεῖσθαι = φροντίζειν.

Greek (Liddell-Scott)

δόσις: εως ἡ, (δίδωμι) τὸ παρέχειν, διδόναι, χορήγησις, φαρμάκου Ἀντιφῶν 113. 22· χρημάτων Ἡρόδ. 1. 61· μισθοῦ Θουκ. 1. 143· ἀντίθ. αἴτησις, Πλάτ. Εὐθύφρ. 14C· ἀντίθ. λῆψις, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 4. ΙΙ. παρ’ Ὁμ, δῶρον, καί οἱ δόσις ἔσσεται ἐσθλὴ Ἰλ. Κ. 213· δόσις ὀλίγη τε φίλη τε Ὀδ. Ζ. 208, Ξ. 58· οὕτω παρ’ Ἡροδ. 1. 90., 9. 93, Σοφ. Ο. Τ. 1518, κτλ.· δόσις κακῶν κακοῖς Αἰσχύλ. Πέρσ. 1041· εἴς τινα Πλάτ. Φιλ. 16C. 2) κληρονομία, κληροδότησις, τὸ καταλείπειν ὡς κληροδότημα, ἐντεῦθεν κατὰ δόσιν = κατὰ διάθεσιν, διὰ διαθήκης (ἀντίθ. κατὰ γένος, κατ’ ἀγχιστείαν, ἤτοι κληρονομία δικαιώματι καταγωγῆς, συγγενείας, Λατ. ab intestato), Ἰσαῖ. 47. 25, Ἰσοκρ. 393C, ἴδε Ἁρποκρ. 3) πληθ., δῶρον εἰς τὸν λαόν, Λατ. congiarium, Ἡρῳδιαν. 6. 8, 17. 4) μερίδιον, Πλούτ. Ἀράτ. 13· μία «δόσις» φαρμάκου, Γαλην. πρβλ. Λουκ. Ἀποκηρυττ. 4.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. action de donner;
II. ce qui est donné :
1 don, largesse ; particul. donation par testament ; portion, part;
2 ce qui peut être donné : τοῦ θεοῦ δόσις SOPH une chose qu’il n’appartient qu’au dieu de (te) donner.
Étymologie: R. Δο, donner ; v. δίδωμι.

English (Autenrieth)

(δίδωμι): gift, boon.

English (Slater)

δόσις (-ις, -ιν.)
   1 gift νέκταρ χυτόν, Μοισᾶν δόσιν, ἀεθλοφόροις ἀνδράσιν πέμπων ἱλάσκομαι (O. 7.7) τὰν πολέμοιο δόσιν ἀκρόθινα διελὼν ἔθυε (O. 10.56) εἰ γὰρ ὁ πᾶς χρόνος ὄλβον μὲν οὕτω καὶ κτεάνων δόσιν εὐθύνοι (P. 1.46) ἁρπαλέαν δόσιν πενταεθλίου σὺν ἑορταῖς ὑμαῖς ἐπάγαγες (P. 8.65) τῶν δ' ἐν Ἑλλάδι τερπνῶν λαχόντες οὐκ ὀλίγαν δόσιν (P. 10.20) ἐπεὶ κούφα δόσις (sc. ἐστὶ) ἀνδρὶ σοφῷ ξυνὸν ὀρθῶσαι καλόν (I. 1.45)

Spanish (DGE)

-εως, ἡ

• Morfología: [sg. dat. δόσι Hdt.1.61]
I n. de acción
1 donación, entrega c. gen. obj. χρημάτων Hdt.1.61, Vett.Val.163.2, μισθοῦ Th.1.143, δ. χρημάτων καὶ λῆψις Arist.EN 1107b8, cf. Arr.Epict.2.9.12, LXX Si.41.21, Ep.Phil.4.15, Vett.Val.5.2, 189.18, PMasp.151.95 (VI d.C.), κατὰ θεὸν γενομένης τῆς δόσεως (τῆς φιάλης) Arist.Fr.549, τῇ δόσει πιστεύσας (παιδὸς ὡραίης) confiando en la entrega (de la muchacha) Babr.98.12, ἔπαρχος σίτου δόσεως praefectus frumenti dandi, INap.6.7 (I d.C.), op. αἴτησις Pl.Euthphr.14d, κατὰ τὰς τῶν ἐμβολῶν δόσεις con los golpes dados (con los espolones de las naves), D.S.13.10.
2 medic. administración ἐπισχεῖν χρῆ τοῦ ῥυφήματος τὴν δόσιν Hp.Acut.20, φαρμάκου Antipho 1.18
de donde, concr. dosis de una medicina φυλάσσεσθαι δὲ αὐτῆς δεῖ τὴν δόσιν Dsc.2.171, τελεία δ. dosis completa Ruf. en Orib.8.44.12, cf. Luc.Abd.4.
3 jur. donación, legado κατὰ δόσιν por donación op. κατὰ γένος ‘por herencia natural’, Isoc.19.45, ὑεῖς κατὰ δόσιν hijos por adopción testamentaria Is.4.7, cf. Din.Fr.Inc.17, λέγω δὲ ἀπαλλοτρίωσιν δόσιν καὶ πράσιν Arist.Rh.1361a22, ἀνέθηκεν τῷ θεῷ καὶ ἔδωκεν ἐν δόσει IG 10(2).1.259.4 (I d.C.).
4 concesión, permiso ὃς δ' ἂν ... ἑτέρῳ δῷ (τῷ οἴκῳ) χρήσασθα[ι, ἀ] ποδότω καθ' ἑκάστην ... δόσ[ιν K] λυτίδαις χιλίας δραχμάς SIG 987.33 (Quíos IV a.C.).
II resultado de la acción
1 don, regalo, dádiva frec. c. determ. calificativas καί οἱ δ. ἔσσεται ἐσθλή Il.10.213, δ. δ' ὀλίγη τε φίλη τε Od.6.208, 14.58, ἐπεὶ κούφα δ. ἀνδρὶ σοφῷ pues liviano don es para el poeta Pi.I.1.45, αἰτέο δόσιν ἥντινα βούλεαι Hdt.1.90, δώσειν ... δόσιν Hdt.9.93, δόσιν κακὰν κακοῖς A.Pers.1041, καλλίστη δ. Call.Fr.202.24, cf. 191.71, πᾶσα δ. ἀγαθὴ ... ἄνωθέν ἐστιν Ep.Iac.1.17, cf. E.Tr.925, I.AI 1.181
c. gen. subjet. μακάρων δ. αἰὲν ἐόντων don de los bienaventurados inmortales Hes.Op.718, Μουσάων ἱερὴ δ. Hes.Th.93, Μοισᾶν δ. Pi.O.7.7, ἀθανάτων δόσεις Thgn.444, 1162d, τοῦ θεοῦ S.OT 1518, E.Alc.1071, δ. ἐκ Διός A.A.1015, θεῶν εἰς ἀνθρώπους δ. Pl.Phlb.16c.
2 regalo, aportación, de donde estima, aprecio, valoración ποιεῖσθαι δόσιν y gen. valorar οἰκονομίας πολλὴν ἐποιεῖτο δόσιν D.H.Dem.51.4, οὐ τοσαύτην ποιούμενοι τῆς ἡδονῆς δόσιν ὅσην τῆς ἀληθείας no valorando tanto el complacer cuanto la autenticidad (con sus versos), D.H.Dem.18.9, entre los estoicos una forma de la ἀξία Chrysipp.Stoic.3.30.
III econ.
1 entrega de dinero, pago en metálico: a título de préstamo IG 13.369.43 (V a.C.), ἐνάτɛ̄ δ. [hελλ] ενοταμίασι IG 13.365.26 (V a.C.)
pago de cantidades en metálico ὁ δὲ συλλογεὺς ἀνοί[ξας] τὸν θησαυρὸν ... διδότω τὰς δόσεις τῷ ἐργώνῃ IOropos 324.35 (III a.C.), ἁ πόλις ἔδωκε τοῖς ναοποιοῖς ... πράταν δόσιν ... στατῆρας πεντήκοντα ὀκτώ CID 2.31.38, cf. 32.7 (ambas IV a.C.), τὰς δόσεις ἀπόδος Ὀννώφρει τῷ ἱερεῖ PTeb.721.5 (II a.C.), cf. UPZ 112.5.15 (III a.C.), PCol.282.6 (III/IV d.C.)
tb. pago parcial de una suma, plazo προιεμένου ... καθ' ἑκάστην δόσιν σύμβολα ἀποχρῆς PMich.182.28 (II a.C.?), τὰ δὲ λοιπὰ διελὼν εἰς δόσεις Plu.Arat.13, ἀποδότω τὸ ἐνοίκιον ἐν δόσεσι δυσὶ τοῦ ἔτους δι' ἑξαμήνου τὸ ἥμισυ POxy.912.20 (III d.C.), cf. BGU 1122.12 (I a.C.), SB 14628.2-3 (II d.C.), PFlor.384.46 (V d.C.?).
2 en la milicia pago en especie, lat. congiarium νομαὶ καὶ δόσεις Hdn.6.8.8.
3 asignación de una renta LXX Ge.47.22
fig. lo asignado ἡ ἀνθρωπίνη ... δ. la condición humana Iambl.Myst.1.3
fig. de los planetas influencia Plot.2.3.2.

English (Strong)

from the base of δίδωμι; a giving; by implication, (concretely) a gift: gift, giving.

English (Thayer)

δόσεως, ἡ (δίδωμι);
1. a giving (from Herodotus down): λόγος δόσεως καί λήψεως, an account of giving and receiving (i. e. debit and credit accounts; cf. λόγος II:3), δόσις καί λῆψις, of money given and received, Hermas, mand. 5,2, 2 [ET]), and plural Epictetus diss. 2,9, 12.
2. a gift, (from Homer down): δόμα, at the end.)

Greek Monolingual

η
βλ. δόση.

Greek Monotonic

δόσις: -εως, ἡ (δί-δωμι),·
I. χορήγηση, σε Ηρόδ. κ.λπ.
II. δώρο, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

δόσις: εως ἡ
1) дача: τοῦ φαρμάκου δ. Plat. прием лекарства; δ. θεοῖς Plat. принесение даров богам; ἡ δ. τῶν χρημάτων Her. предоставление денежных средств; μισθοῦ δ. Thuc. выдача жалования; ἡ τῆς παρακαταθήκης δ. Arst. внесение залога;
2) дар (δ. ὀλίγη τε φίλη τε Hom.; θεῶν εἰς ἀνθρώπους δ. Plat.): κληρονομίαι οὐ κατὰ δόσιν, ἀλλὰ κατὰ γένος εἰσίν Arst. наследства распределяются не в порядке дарения, а на основании родства;
3) доля, часть (εἰς δόσεις διελεῖν τι Plut.).

Middle Liddell

δόσις, εως n δίδωμι
I. a giving, Hdt., etc.
II. a gift, Hom., etc.

Chinese

原文音譯:dÒsij 多西士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:給(著)
字義溯源:贈品,授給,恩賜;源自(διδῶ / δίδωμι)*=給)。參讀 (δόμα)同義字
出現次數:總共(2);腓(1);雅(1)
譯字彙編
1) 恩賜(1) 雅1:17;
2) 授給(1) 腓4:15