Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀψέ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀψέ Medium diacritics: ὀψέ Low diacritics: οψέ Capitals: ΟΨΕ
Transliteration A: opsé Transliteration B: opse Transliteration C: opse Beta Code: o)ye/

English (LSJ)

Aeol. ὄψι (q. v.), Adv.

   A after a long time, at length, late, ἔκ τε καὶ ὀ. τελεῖ, opp. αὐτίκα, Il.4.161; ὀ. κακῶς ἔλθοι Od.9.534, etc.; ὀ. διδάσκεσθαι, μανθάνειν, to be late in learning, learn too late, A.Ag.1425, S. OC1264; ὀψέ γε φρονεῖς εὖ E.Or.99; also ὀ. δή Il.7.399, etc.; ὀ. γοῦν A. l.c.; ὀ. περ Pi.N.3.80.    b ὀ. ἀφ' οὗ . . it is not long since... Th.1.14.    2 late in the day, at even, Il.21.232, Od.5.272, Th.4.106, etc.; ὀφλεῖν . . ὀ. ὁδοῦ incur a penalty for being out late at night, Pl.Cra.433a (dub.); late in the season, Hes.Op.485; ὀ. ἦν, ὀ. ἐγίγνετο, it was, it was getting, late, X.An.2.2.16, 3.4.36; ἡ μάχη ἐτελεύτα ἐς (v.l. ἕως) . did not end till late, Th.3.108; so ἐς ὀψέ Id.8.23; but εἰς ὀ. ψηφίζεσθαι continue voting till late in the day, D.57.15.    3 c. gen., ὀ. τῆς ἡμέρας late in the day, ἤδη γὰρ τῆς ἡμέρας ὀ. ἦν Th.4.93, cf. X.HG2.1.23; τῆς δ' ὥρας ἐγίγνετ' ὀ. D.21.84; ὀ. τῆς ἡλικίας late in life, Luc. Dem.Enc.14, cf. Am.37.    4 as Prep. c. gen., ὀ. τούτων after these things, Philostr.VA6.10, cf. 4.18; so perh. ὀ. σαββάτων after the sabbath day, Ev.Matt.28.1.—For the Comp. and Sup. Advbs.v. ὄψιος.

German (Pape)

[Seite 432] (von ἐπί, wie ὄπις, ὄπισθε), nach her, bes. lange Zeit darnach, spät; ἔκ τε καὶ ὀψὲ τελεῖ, Il. 4, 181; ὀψὲ δὲ δὴ μετέειπε, 7, 399 u. öfter; καὶ ὀψέ περ, wenn auch spät erst, 9, 247; εἰσόκεν ἔλθῃ δείελος ὀψὲ δύων, spät, 21, 232, wie Od. 5, 272; ὀψὲ κακῶς νεῖαι, 11, 114; ὀψέ περ, Pind. N. 3, 77; γνώσῃ διδαχθεὶς ὀψὲ γοῦν τὸ σωφρονεῖν, Aesch. Ag. 1339; ὄψ' ἄγαν ἐκμανθάνω, Soph. O. C. 1264; θεοὶ γὰρ εὖ μέν, ὀψὲ δ' εἰσορῶσι, 1533, öfter; ὀψὲ φρονεῖς εὖ, Eur. Or. 99; Bacch. 1343; Thuc. 4, 106 u. öfter; ἕως ὀψέ, bis spät an den Abend, 3, 108, v. l. ἐς ὀψέ, wie 8, 23; Sp.; μάλα γε ὀψὲ ἀφικόμενος, Plat. Prot. 310 c; νύκτωρ περιιόντες ὀψέ, Crat. 433 a; ὅτι ὀψὲ εἴη, Conv. 217 d; Folgde. – Comparat., ὀψιαίτερον τοῦ δέοντος, Plat. Crat. 433 a; ὀψιαίτατα ἀπαλλάττονται, Prot. 326 c, wie Xen. Cyr. 8, 8, 9; ὡς μὲν ἐδύνατο ὀψιαίτατα κατήγετο εἰς τὰς πόλεις, ὡς δὲ πρωϊαίτατα ἐξωρμᾶτο, Hell. 4, 5, 18; Folgde; ὀψὲ ποιούμενος τὰς ἐξαγωγάς, Pol. 11, 22, 2; auch c. gen., ὀψὲ τῆς ἡλικίας, Luc. Dem. enc. 14, vgl. amor. 37, wie schon Xen. sagt τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν, spät am Tage, Hell. 2, 1, 23; τῆς δὲ ὥρας ἐγίγνετο ὀψέ, Dem. 21, 84, es war spät an der Zeit; auch ὀψὲ τῶν Τρωϊκῶν, lange nach dem trojanischen Kriege, Philostr. S. auch ὄψιος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀψέ: Ἐπίρρ., μετὰ μακρὸν χρόνον, ἀργά, Λατ. sero, Ὅμ., κτλ.˙ ὀψὲ δὲ δὴ Μενέλαος ἀνίστατο Ἰλ. Η. 94˙ ὀψὲ κακῶς ἔλθοι Ὀδ. Ι. 534, κτλ.˙ ὀψὲ διδάσκεσθαι ἢ μανθάνειν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1425, Σοφ. Ο. Κ. 1264˙ ὀψὲ φρονεῖν εὖ Εὐρ. Ὀρ. 99 (πρβλ. ὀψιμαθής)˙ - ὡσαύτως ὀψὲ δή, Ἰλ. Η. 399, κτλ.˙ ὀψὲ γοῦν, Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ.˙ ὀψέ περ, Πινδ. Ν. 3. 140. 2) ἀργά, πρὸς τὴν ἑσπέραν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πρωΐ, Ἰλ. Φ. 232, Ὀδ. Ε. 272, Θουκ. 4. 106, κτλ.˙ ἀργά, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 483˙ ὀψὲ ἦν, ὀψὲ ἐγίγνετο, ἦτο ἡ ὥρα περασμένη, «ἐβράδυαζε», Ξεν. Ἀν. 2. 2, 16., 3. 4, 36˙ ἡ μάχη ἐτελεύτα ἕως ὀψέ, ἀργὰ πρὸς τὴν ἑσπέραν, Θουκ. 3. 108· οὕτως, ἐς ὀψὲ ὁ αὐτ. 8. 23˙ ἀλλά, εἰς ὀψὲ ψηφίζεσθαι, ἐξακολουθεῖν τὴν ψηφοφορίαν μέχρις ἑσπέρας, Δημ. 1303. 14. 3) μετὰ γεν., ὀψὲ τῆς ἡμέρας, ἀργὰ πρὸς ἑσπέραν, τὸ τοῦ Λιβίου serum diei, ἤδη γὰρ τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν Θουκ. 4. 93, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 2. 1, 23˙ οὕτω, τῆς δ’ ὥρας ἐγίγνετο ὀψὲ Δημ. 451 ἐν τέλ.˙ ὀψὲ τῆς ἡλικίας, εἰς περασμένην ἡλικίαν, Λουκ. Δημ. Ἐγκώμ. 14, Ἔρωτ. 37˙ ἀπὸ ὀψὲ σιωπῶντες, «ἀπὸ ψές», ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἑσπέρας, Ἀποφθέγμ. Πατέρ. 108Β, Κ. Πορφυρ. Ἔκθ. Βασιλ. Τάξ. 403, 17, 404. - Περὶ τοῦ συγκρ. καὶ ὑπερθετ. ἐπιρρ. ἴδε ἐν λέξ. ὄψιος. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 166.

French (Bailly abrégé)

adv. et prép.
tard :
I. 1 longtemps après, bien après ; ὀψὲ τῆς ἡλικίας LUC dans un âge avancé;
2 tardivement, trop tard : γνώσῃ διδαχθεὶς ὀψὲ γοῦν τὸ σωφρονεῖν ESCHL tu sauras trop tard, pour l’avoir appris, ce que c’est qu’être sage;
II. tard dans la journée, le soir : ἔως ὀψέ THC jusqu’au soir ; τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν THC c’était le soir, sur le tard;
Cp. ὀψίτερον, Sp. ὀψιαίτατα.
Étymologie: ὄπις², cf. ὄπισθε, ὀπίσω, ὄψιος.

English (Autenrieth)

(cf. ὄπισθε): late, long afterward, in the evening, Il. 4.161, Il. 21.232, Od. 5.272.

English (Slater)

ὀψέ
   1 late ἐγὼ τόδε τοι πέμπω μεμιγμένον μέλι λευκῷ σὺν γάλακτι ὀψέ περ (N. 3.80)

Spanish

tarde

English (Strong)

from the same as ὀπίσω (through the idea of backwardness); (adverbially) late in the day; by extension, after the close of the day: (at) even, in the end.

English (Thayer)

(apparently from ὄπις; see ὀπίσω, at the beginning), adverb of time, after a long time, long after, late;
a. especially late in the day (namely, τῆς ἡμέρας, which is often added, as Thucydides 4,93; Xenophon, Hellen. 2,1, 23), i. e. at evening (Homer, Thucydides, Plato, others; for עֶבֶר עֵת, Mark 11:(T Tr marginal reading WH text (cf. Plutarch, Alex. 16,1)),Winer's Grammar, § 54,6), ὀψέ σαββάτων, the sabbath having just passed, after the sabbath, i. e.: at the early dawn of the first day of the week — (an interpretation absolutely demanded by the added specification τῇ ἐπιφωσκούσῃ κτλ.), ὀψέ τῶν βασιλέως χρόνων, long after the times of the king, Plutarch, Numbers 1; ὀψέ μυστηρίων, the mysteries being over, Philostr. vit. Apoll. 4,18); (but an examination of the instances just cited (and others) will show that they fail to sustain the rendering after (although it is recognized by Passow, Pape, Schenkl, and other lexicographers); ὀψέ followed by a genitive seems always to be partitive, denoting late in the period specified by the genitive (and consequently still belonging to it), cf. Buttmann, § 132,7 Rem.; Kühner, § 414,5c. β. Hence, in Matthew , the passage cited 'late on the sabbath'). Keim, iii, p. 552 f (English translation, vi., 303 f) endeavors to relieve the passage differently (by adopting the Vulg. vespere sabbati, on the evening of the sabbath), but without success. (Cf. Keil, Comm. über Matth. at the passage.))

Greek Monotonic

ὀψέ: επίρρ.,
1. μετά από μακρό χρονικό διάστημα, αργά, Λατ. sero, σε Όμηρ. κ.λπ.· ὀψὲ διδάσκεσθαι ή μανθάνειν, μαθαίνω με αργούς ρυθμούς, μαθαίνω παράκαιρα, σε Αισχύλ., Σοφ.
2. αργά κατά τη διάρκεια της ημέρας, το απόγευμα, σε αντίθ. προς το πρωί, σε Όμηρ., Θουκ. κ.λπ.· ὀψὲ ἦν, ὀψὲ ἐγίγνετο, ήταν αργά, γινόταν προχωρημένη η ώρα, σε Ξεν.· ομοίως, ἐς ὀψέ, σε Θουκ.
3. με γεν. ὀψὲ τῆς ἡμέρας, αργά, κατά τη διάρκεια της μέρας, όπως το serum dieiτου Λίβιου, στον ίδ.· ομοίως, τῆς ὥρας ἐγίγνετο ὀψέ, σε Δημ.· ὀψὲ τῆς ἡλικίας, σε προχωρημένη ηλικία, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὀψέ:
I [одного корня с ὄπιθεν (compar. ὀψιαίτερον и ὀψίτερον) adv.
1) потом, после, затем, позже (ὀ. Μενέλαος ἀνίστατο Hom.): εἴπερ τε καὶ αὐτίκ᾽ οὐκ ἐτέλεσσεν, ἔκ τε καὶ ὀ. τελεῖ Hom. если он сейчас не сделает, то сделает (это) позже;
2) поздно: εἰσόκεν ἔλθῃ δείελος ὀ. δύων Hom. пока не наступит поздний вечер; οἱ ὀ. προσιόντες Xen. прибывшие поздно;
3) слишком поздно, запоздалым образом (φρονεῖν εὖ Eur.; σωφρονεῖν Aesch.): μάλα ὀ. ἀφικόμενος Plat. прийдя слишком поздно; ὀψιαίτερον τοῦ δέοντος Plat. позднее, чем следовало (следует).
II в знач. praep. cum gen. в позднее время: τῆς ἡμέρας ὀ. ἦν Xen. был поздний час дня; τῆς ὥρας ἐγίγνετο ὀ. Dem. было поздно; ὀ. τῆς ἡλικίας Luc. в зрелом возрасте.

Etymological

Grammatical information: adv.
Meaning: after, after a long time, late (in the evening), too late (Il.).
Other forms: ὄψι (Aeol., Lyr. Adesp. 57).
Compounds: Often ὀψι- as 1. member (after ἀγχι-, ἠρι- a.o.), e.g. ὀψί-γονος late-born, younger (Il., Hdt., Arist.); also ὀψ-, e.g. ὀψ-αρό-της m. who ploughs late (Hes. Op. 490); cf. Fraenkel Nom. ag. 1, 111 f. As 2. member in ἀπ-οψέ (A. D.), κατ-οψέ (Alex. Trall.) late (at night), cf. κατ-όπιν, ἀπο-πρό a.o.
Derivatives: 1. ὀψι-αίτερος, -αίτατος (Att.; after παλαίτερος a.o.). 2. ὄψ-ιος late (Pi., Arist.) with ὀψιό-της f. (Thphr.), like πρώϊ-ος; -ιμος id. (X., hell.), like πρώϊ-μος (through reinterpretation of ὄψιμος visible [Β 325]?; s. Arbenz 22 f.); -ινός id. (Empire; after ἑωθι-νός a.o.; Chantraine Form. 200 f., Wackernagel Unt. 105 n. 1). 3. ὀψ-ίχα ὀψέ. Βυζάντιοι H. (diminutive like ὁσσ-ίχος a. o.). 4. ὀψ-ία f. evening (IA.). 5. ὀψ-ίζω to be late, to retard (Lys., X.) with -ισμός m. delay (D. H.). On ὀψ-έ with oxytonized there is no agreement. Nearest comes τῆλ-ε (s. v.); cf. -δε, -θε, -σε, -τε (Schwyzer 631).
Origin: IE [Indo-European] [287] *obhi? towards...up
Etymology: To ὄψ-ι agrees ὕψ-ι in high. Unenlarged *ὄψ like ἄψ (s.v. w. lit.); identical with Lat. ops- beside op, ob up(on) -- towards, at -- towards in o(b)s-tendō a.o. Withou in ὄπισθεν, ὀπίσ(σ)ω, ὀπώρα; s. vv. w. further lit.

Middle Liddell


1. after a long time, late, Lat. sero, Hom., etc.; ὀψὲ διδάσκεσθαι or μανθάνειν to be late in learning, learn too late, Aesch., Soph.
2. late in the day, at even, opp. to πρωί, Hom., Thuc., etc.; ὀψὲ ἦν, ὀψὲ ἐγίγνετο it was, it was getting, late, Xen.; so, ἐς ὀψέ Thuc.
3. c. gen., ὀψὲ τῆς ἡμέρας late in the day, Livy's serum diei, Thuc.; so, τῆς ὥρας ἐγίγνετο ὀψέ Dem.; ὀψὲ τῆς ἡλικίας late in life, Luc.