Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφαιρέω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀφαιρέω Medium diacritics: ἀφαιρέω Low diacritics: αφαιρέω Capitals: ΑΦΑΙΡΕΩ
Transliteration A: aphairéō Transliteration B: aphaireō Transliteration C: afaireo Beta Code: a)faire/w

English (LSJ)

Ion. ἀπαιρέω, fut. -ήσω: pf. ἀφῄρηκα, Ion. ἀπαραίρηκα: aor. ἀφεῖλον, later inf.

   A ἀφέλαι GDI4940.35 (Cret.); ἀφῄρησα Gal.11.121:—take away from:—Constr.: mostly ἀ. τί τινι, σῖτον μέν σφιν ἀφεῖλε took it from him, Od.14.455, cf. A.Eu.360 codd., etc. (but also, relieve one of a duty, X.Cyr.7.1.44): less freq. ἀ. τί τινος Ar.Pax 560, X.Lac.4.7; κῆρα χώρας A.Th.777 (lyr.); ἔκ τινος Id.Eu.444; also τινά τι prob. l. ib.360, S.Ph.933, v. infr. II. I, III: c. gen., take from, τιμῆς οὔτ' ἀφελὼν οὔτ' ἐπορεξάμενος Sol.5.2; μηδὲν ἀφαιρῶμεν τοῦ ἀδίκου (from the unjust man) ἀπὸ τῆς ἀδικίας Pl.R.360e; τοῦ πλήθους diminish the number, X.Vect.4.4: c. acc. only, ἀπελὼν τὰ ἄχθεα having taken them off, Hdt.1.80; βασιλέων . . ὀργὰς ἀφῄρουν took away, E.Med.455, cf.Ar.Pl.22,Ra.518.    2 set aside, κρέα SIG 1044.41 (Halic., iv B. C.).    b exclude, separate, τὸ Ἑλληνικὸν ὡς ἓν ἀπὸ πάντων ἀφαιροῦντες χωρίς Pl.Plt.262d; opp. προστιθέναι, Id.Phd.95e, etc.    3 Math., ἀ. ἀπὸ . . subtract from, Euc.Ax.3 (Pass.), etc.; of ratios, divide out from both sides of an equation, Apollon. Perg.1.41 (Pass.); intercept, in Pass., Procl.Hyp.2.27.    4 in Logic, abstract, c. acc., Arist.APo.74a37, al.: abs., Id.Metaph.1030a33.    II Med., fut. ἀφαιρήσομαι (in pass. sense, v.l. for ἀπαιρε-θήσεσθαι, Hdt.5.35, cf. Antipho Fr.57), later ἀφελοῦμαι Timostr.5, Plb.3.29.7: aor. ἀφειλόμην, later ἀφειλάμην Ph.2.586, D.C.41.63, cf. Phryn.116: pf. ἀφῄρημαι (in med. sense) X.Cyr.7.5.79 (spelt ἀφείρ- Sammelb.4309 (iii B. C.)):—from Hom. downwds. more freq. than Act., take away for oneself; also in reciprocal sense, ἀφαιρεῖσθον τύχην ye have received each the fortune of the other, E. El.928:—Constr. like Act., ἀφαιρεῖσθαί τί τινι, as καὶ δή μοι γέρας . . ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Il.1.161; τί τινος 5.673,691, 9.335, Th.3.58, Lys.24.13, etc. (also τεύχεα . . ὤμοιϊν ἀφελέσθαι Il.13.510); τι πρός τινος E.Tr.1034; τι ἀπό τινος Ar.V.883; ἔκ τινος X.Cyn.12.9: c. dupl. acc. rei et pers., bereave or deprive of, μήτε σὺ τόνδ' . . ἀποαίρεο κούρην Il.1.275, cf. Hdt.1.71, 7.104; freq. in Att. and Trag., Lys. l. c., Th.8.74, D.20.46, etc.; τέκνα ἀ. τινά E.Andr.613, cf. Ar.Ach. 464: rarely c. acc. pers. et gen. rei, ἀ. τὰς κύνας τοῦ εὑρεῖν X.Cyn.6.4; τῆς ἀρχῆς τινά Plu.Ant.60; τὴν Ἀμαζόνα τοῦ ζωστῆρος Paus.5.10.9.    2 c. acc. rei, ἀ. ψήφισμα cancel or rescind, And.2.24; ἀφελομένης τῆς νυκτὸς τὸ ἔργον having broken off the action, Th.4.134; ἕως κελαινῆς νυκτὸς ὄμμ' ἀφείλετο A.Pers.428: abs., μέχρι σκότος ἀφείλετο (sc. τὴν δίωξιν) X.HG1.2.16; ἀ. τὴν μνήμην πολλῶν ἀγαθῶν D.22.13.    3 folld. by μή c. inf., prevent, hinder from doing, τί μ' ἄνδρα . . ἀφείλου μὴ κτανεῖν; S.Ph.1303, cf. E.Tr.1146; κἄκτεινας, ἤ τις συμφορά σ' ἀφείλετο [μὴ κτεῖναι]; Id.Andr.913; c. inf. Pass., τὸν τὰ ὕστερον ἀφείλετο ἀδικήματα εὐεργέτην μὴ ὀνομασθῆναι Paus.8.52.2; c. inf. only, Pi.I.1.62: simply, obstruct, ἀρχήν Pl.Lg.958c.    4 ἀ. τινὰ εἰς ἐλευθερίαν, Lat. vindicare in libertatem, claim as free, Pl.Lg. 914e, Isoc.12.97, D.58.19, cf. Lys.23.10, Aeschin.1.62.    III Pass., fut. -αιρεθήσομαι E.Hel.938; -ήσομαι Antipho Fr.57: pf. ἀφῄρημαι, Ion. ἀπαραίρημαι Hdt.7.159, etc.:—to be robbed or deprived of a thing, τι A.Ch.962 (lyr.), Hdt.3.137, etc.; τι πρός or ὑπό τινος, Id.1.70, 3.65, 7.159; ἀφῃρέθην τὰ ἐνέχυρα ὑπό τινος D.47.41; ἐκ χερῶν ἀφῃρέθην had them taken out of my hands, E.Tr.486: c. inf., ἀφῃρέθη Σκίρωνος ἀκτὰς ὄμμα τοὐμὸν εἰσορᾶν was deprived of, hindered from seeing them, Id.Hipp.1207: less freq. μηδὲν τοῦ ἐμοῦ ὄγκου ἀφαιρεθέντος ἀλλὰ σοῦ αὐξηθέντος Pl.Tht.155b.    2 ὁ ἀφαιρεθείς, in Law, the person from whom a slave has been claimed, Id.Lg.915a.

German (Pape)

[Seite 406] (s. αἱρέω; Hom. ἀποαιρεῖσθαι Il. 1, 230; fut. ἀφελῶ N. T. Apocal. 22, 19), wegnehmen, entziehen, von Hom. an, Od. 14, 455, bei allen Schriftstellern; Ggstz προσθεῖναι Plat. Crat. 431 c; Phaed. 95 e u. sonst; τὰς τραπέζας Philyll. Ath. IX, 408 e; ἀφελεῖν, Ggstz παραθεῖναι Sosip. com. ib. 378 c; Ggstz προστιθέναι Anaxandr. Stob. 117, 1; mit dem bloßen acc., od. τινά τι, Aesch. Eum. 340; Her. 1, 80; τινός τι, Soph. Phil. 921; Ar. Pax 553 u. sonst, obwohl das med. namentlich in der Bdtg »berauben« häufiger ist; τὶ ἔκ τινος Aesch. Eum. 422; αὐτοῖς τὸν δεσμόν, befreite sie von der Hast, Dem. 24, 122; αὐτοῖς τὸ συστρατεύειν, er erließ ihnen den Heereszug, Xen. Cyr. 7, 1, 44; – absondern, trennen, τὸ Ἑλληνικὸν ἀπὸ πάντων Plat. Polit. 262 d. – Viel häufiger ist von Hom. an das med. (aor. ἀφειλόμην; ἀφείλατο D. C. 41, 63; ἀφῃρημένος medial Lys. 25, 28), Einem etwas entreißen, für sich, um es selbst zu haben, ihn einer Sache berauben, τινός τι, Od. 22, 219 ἐπὴν ὑμέων γε βίας ἀφελώμεθα χαλκῷ, Iliad. 9, 335 τοῖσι μὲν ἔμπεδα κεῖται (τὰ γέρα), ἐμεῦ δ' ἀπὸ μούνου Ἀχαιῶν εἵλετο; τινὸς τέκνα, die Kinder von Einem trennen, Xen. Cyr. 3, 1, 29; vgl. Mem. 1, 5. 3 Hell. 3, 1, 18 u. 7; ταῦτ' ἀφαιρήσεταί τις ὑμῶν; wird er euch dies streitig machen? Dem. 19, 331; vgl. 7, 5; Pol. 3, 75. – Am gewöhnlichsten τινά τι, Il. 1, 182; Soph. Phil. 376; Her. 1, 14 u. öfter; τοὺς ἰατροὺς τὴν δόξαν Plat. Gorg. 457 b u. sonst; im perf., Legg. XII, 958 c; ἀφῄρησαι αὐτὴν, ἀφ' ὧν ἔζη Dem. 45, 70; pass. ἀφαιρεῖσθαί τι, bes. im aor. ἀφῃρέθη, ὑφ' ὑμῶν τὸν στέφανον Ar. Nubb. 615, u. sonst; vgl. Xen. Cyr. 6, 1, 12; Dem. 17, 22. – Seltener τινί τι, Od. 1, 9 Il. 1, 161; πρὸς Ἑλλάδος ψόγον, Tadel von Griechenland abwenden, Eur. Tr. 1034; Jemanden von etwas befreien, τινά τινος Luc. Hermot. 63; τί μ' ἄνδρα πολέμιον ἀφείλου μὴ κτανεῖν; was hast du mich gehindert, ihn zu tödten? wo das μή zu merken Soph. Phil. 1275; Sp.; vgl. Andocid. 4. 27; – ἐπιβουλήν, ἐπινοίας τινός, sie hindern, vereiteln, Pol. 10, 12. 30, 5; vgl. Thuc. 4, 134; pass., gehindert werden, Eur. Hipp. 1207. – Bes. bemerke man ἀφαιρεῖσθαί τινα εἰς ἐλευθερίαν, Jemand in Freiheit setzen, ihn aus der Knechtschaft herausreißen, Plat. Legg. XI, 914 e; öfter bei Rednern, Aesch. 1, 62 Dem. 58, 19; πρὸς τὴν ἐλ., Luc. Merc. cond. 4; vgl. Plut. Sol. 12. – Her 5, 35 fut. med. passivisch.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφαιρέω: Ἰων. ἀπαιρέω: μέλλ. -ήσω: πρκμ. ἀφῄρηκα, Ἰων. ἀπαραίρηκα· ἀόρ. ἀφεῖλον, μεταγ. ἀφήρησα παρὰ Γαλην.· (ἴδε αἱρέωλαμβάνω ἀπό τινος, ἀφαιρῶ: - Σύνταξ.: ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀφ. τί τινι, ὡς σῖτον μέν σφιν ἀφεῖλε Μεσαύλιος, «ἐσήκωσε τὸ τραπέζι», Ὀδ. Ξ. 455· οὕτω καὶ παρὰ τοῖς μετέπειτα, Αἰσχύλ. Εὐμ. 360, κτλ.· (ἀλλ’ ὡσαύτως, ἀπαλλάττω τινὰ καθήκοντός τινος, Ξεν. Κύρ. 7. 1, 44): - σπανιώτερον , ἀφ. τί τινος Ἀριστοφ. Εἰρ. 561, Ξεν. Πολ. Λακ. 4.7· κῆρα χώρας Αἰσχύλ. Θήβ. 777· ἔκ τινος ὁ αὐτ. Εὐμ. 444· ἀλλ’ ὡσαύτως τινά τι αὐτόθι 360, Σοφ. Φ. 933, ἴδε κατωτ. ΙΙ. 1., ΙΙΙ: - μετὰ γεν. πράγμ., ἀφαιρῶ ἀπό τινος πράγματος, τὸ ἐλαττώνω, Ξεν. Πόρ. 4, 4· - μετ’ αἰτ. μόνης, ἀπελών τά ἄχθεα, ἀφελών, ἀφαιρέσας, Ἡρόδ. 1.80· βασιλέων... ὀργὰς ἀφῄρουν Εὐρ. Μήδ. 455, πρβλ. Ἀριστοφ. Πλ. 22, Βατρ. 518. 2) ἀποχωρίζω, ἀποκλείω, θέτω κατὰ μέρος, τό Ἑλληνικόν ὡς ἕν ἀπό πάντων ἀφαιροῦντες χωρίς Πλάτ. Πολιτ. 262D· τί τινος ὁ αὐτ. Πολ.360Ε· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ προστιθέναι, ὁ αὐτ. Φαίδων 95Ε, κτλ. ΙΙ.Μέσ. :μέλλ. ἀφαιρήσομαι (ἀλλ’ ἐπὶ παθ. σημασ., εἰ ἡ γραφὴ ἔχει ὑγιῶς, Ἡρόδ. 5.35), καὶ μεταγ. ἀφελοῦμαι Τιμόστρ. ἐν «Φιλοδεσπότῃ» 1. (πρβλ. Meineke Ἕλλ. Κωμ. 5. 117), Πολύβ. 3. 29, 7: ἀόρ. ἀφειλόμην, καὶ μεταγεν. ἀφειλάμην, ἴδε Φρύν. 183: πρκμ. ἀφῄρημαι (μετὰ μέσης σημασ.), Ξεν. Κύρ. 7. 5, 79: - ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καί ἐφεξῆς συχνότερ. τοῦ ἐνεργητ., λαμβάνω, ἀποχωρίζω δι’ ἐμαυτόν, λαμβάνω, ἀλλὰ σπανίως ἄνευ τῆς ἐννοίας ὅτι λαμβάνω δι’ ἐμαυτόν, (τὸ δὲ λαμβανόμενον πρᾶγμα ἐξακολουθεῖ δικαιώματι νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν ἀπολέσαντα)· - ὡσαύτως ἐπὶ ἀλληλοπαθείας, ἀφαιρεῖσθον τύχην, ἐλάβετε ἑκάτερος τὴν τύχην τοῦ ἑτέρου, Εὐρ. Ἠλ. 928. - Συντάσσ. ὡς τὸ ἐνεργ., ἀφαιρεῖσθαί τί τινι, ὡς, καὶ δή μοι γέρας… ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς Ἰλ. Α. 161· τί τινος Ε. 673, 691., Ι. 335, κτλ., Λυσ. 168. 36· (ὡσαύτως, τεύχεα ὤμοιϊν ἀφελέσθαι Ἰλ. Ν510)· οὕτω, τι πρός τινος Εὐρ. Τρῳ. 1034· τι ἀπό τινος Ἀριστοφ. Σφ. 883· ἔκ τινος Ξεν. Κυν. 12. 9· - ὡσαύτως μετὰ διπλῆς αἰτ. πράγμ. καὶ προσώπ., ἀποστερῶ τινά τινος, μήτε σὺ τόνδ’... ἀποαίρεο κούρην Ἰλ. Α.275, πρβλ. Ἡρόδ. 1. 71, 7. 104· συχν. παρ’ Ἀττ., τέκνα ἀφ. τινα Εὐρ. Ἀνδρ. 613, ἴδε Ἐλμσλ. Ἀχ. 464· σπανίως μετ’ αἰτ. προσώπ. καὶ γεν. πράγματος, ἀφαιροῦνται τὰς κύνας τοῦ εὑρεῖν τὸν λαγῶ Ξεν. Κυν. 6. 4, πρβλ. Πλουτ. Ἀντών. 60, Παυσ. 5. 10, 9. 2) μετ’ αἰτ. πράγμ..., ἀφ. ψήφισμα, ἐξαλείφω, ἐξουδετερῶ, ἀκυρῶ, Ἀνδοκ. 22. 37· ἀφελομένης τῆς νυκτός τό ἔργον, διακοψάσης ἢ κωλυσάσης, Θουκ. 4. 134· οὕτως, ἕως κελαινῆς νυκτός ὄμμ’ ἀφείλετο Αἰσχύλ. Πέρσ. 428, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 1. 2, 16· ἀφ. τὴν μνήμην πολλῶν ἀγαθῶν Δημ. 597. 17. 3) ἑπομένου μή μετ’ ἀπαρ..., ἐμποδίζω, κωλύω τινὰ ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ τι, τί μ’ ἄνδρα πολέμιον ἐχθρόν τ’ ἀφείλου μή κτανεῖν τόξοις ἐμοῖς; Σοφ. Φ. 1303 πρβλ. Εὐρ. Τρῳ 1146· ἔκτεινας, ἢ τις συμφορά σ’ ἀφείλετο [μὴ κτεῖναι] ὁ αὐτ. Ἀνδρ. 913· ἢ μετὰ μόν. ἀπαρεμ., Πινδ. Ι. 1. 87· πρβλ. Heind. Πλάτ. Πρωτ. 260Α. 4) ἀφαιρεῖσθαί τινα εἰς ἐλευθερίαν, Λατ. vindicare in libertatem, ἀπελευθεροῦν τινα, Πλάτ. Νόμ. 914Ε, Ἰσοκρ. 252Ε, Δημ. 100. 8, πρβλ. Λυσ. 167. 20. 23, Αἰσχίν. 9. 29. ΙΙΙ. Παθ. μέλλων -αιρεθήσομαι (ἴδε ἀνωτ. Π. ἐν ἀρχ.): πρκμ. ἀφῄρημαι, Ἰων. ἀπαραίρημαι Ἡρόδ. 7. 159, κτλ.: - ἀφαιροῦμαι, ἐκλείπω, μέγα τ’ ἀφῃρέθη ψάλιον οἰκέων Αἰσχύλ. Χο. 962, Ἡρόδ. 3. 137, κτλ. τι πρός ἢ ὑπό τινος ὁ αὐτ. 1. 70., 3 65., 7. 159· ἐκ χερῶν ἀφῃρέθην Εὐρ. Τρῳ. 486 μετ’ ἀπαρεμφ., ἀφῃρέθη Σκείρωνος ἀκτάς ὄμμα τοὐμόν εἰσορᾶν, ἐστερήθη, ἐκωλύθη ἀπὸ τοῦ νὰ βλέπῃ τὰς ἀκτὰς τοῦ Σκείρωνος, ὁ αὐτ. Ἱππ. 1207· σπανιώτερον, μηδὲν ἐμοῦ ἀφαιρεθέντος τοῦ ὄγκου (κατὰ Badham ἀντὶ τοῦ ἐμοῦ, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ μικρὸν κατωτέρω, μηδέν ἀπολλύς τοῦ ὄγκου), Πλάτ. Θεαίτ. 155Β. 2) ὁ ἀφαιρεθείς, δικανικῶς, ὁ ὑποστάς τὴν ἀπώλειαν, παρ’ οὖ ἀφῃρέθη τι, ὁ διώκων, ὁ αὐτ. Νόμ. 915Α, πρβλ. 914D.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. ἀφαιρήσω, ao.2 ἀφεῖλον, pf. ἀφῄρηκα;
1 enlever, ôter : τί τινι, τί τινος, τινά τι enlever qch à qqn, dépouiller qqn de qch;
2 séparer, éloigner : τί τινος PLAT, τι ἔκ τινος ESCHL séparer une chose d’une autre;
Moy. ἀφαιρέομαι-οῦμαι (f. ἀφαιρήσομαι, ao. ἀφειλόμην, pf. ἀφῄρημαι);
1 enlever, ôter : τι enlever ou supprimer qch ; τὸ ἔργον THC mettre fin à l’action en parl. de la nuit ; ἀφ. τινί τι IL, τινά τι IL, HDT, ATT, τινός τι IL, LYS enlever qch à qqn, priver qqn de qch ; τεύχεα ὤμοιϊν IL ôter une armure de dessus les épaules (d’un guerrier mort);
2 écarter, éloigner ; ἀφ. τινα μὴ ποιεῖν τι SOPH empêcher qqn de faire qch ; ἀφαιρεῖσθαι εἰσορᾶν τι EUR être empêché de regarder qch ; entraîner : ἀφ. τινα εἰς ἐλευθερίαν PLAT ou πρὸς ἐλευθερίαν LUC affranchir qqn, litt. arracher qqn (à la servitude) et l’amener à la liberté.
Étymologie: ἀπό, αἱρέω.

English (Autenrieth)

aor. ἀφεῖλον, mid. pres. imp. ἀποαίρεο, fut. inf. ἀφαιρήσεσθαι, aor., 2 sing., ἀφείλεο, pl. ἀφέλεσθε: take away (τινός τι), mid., for oneself, esp. forcibly or wrongfully (τινά τι or τινί τι); ὡς ἔμ' ἀφαιρεῖται Χρῦσηίδα Φοῖβος Ἀπόλλων, Il. 1.182; αὐτὰρ ὃ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ, Od. 1.9.

English (Slater)

ἀφαιρέω
   a act., take away met. “δύνασαι δ' ἀφελεῖν μᾶνιν χθονίων” (P. 4.158) ὄφρα Μηδείας τοκέων ἀφέλοιτ' αἰδῶ (P. 4.218)
   b med., c. inf., prevent πάντα δ' ἐξειπεῖν ἀφαιρεῖται βραχὺ μέτρον ἔχων ὕμνος (I. 1.62)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): jón. ἀπαι- Hdt.1.80; hom. ἀποαι- Il.1.275

• Grafía: graf. ἀφειρ- ILabr.3.23 (III a.C.), SB 4309.13 (III a.C.)

• Morfología: [fut. act. ἀφελῶ LXX Ex.33.23, Arr.Epict.1.18.17, med. ἀφελοῦμαι Timostr.5; aor. ind. act. 3a o 2a sg. ἄφελε o ἄφελες Stesich.137.4S., 3a plu. ἀφίλεσαν UPZ 57.15 (II a.C.), ἀφῄρεσαν PCair.Isidor.77.17 (IV d.C.), med. 2a sg. ἀφείλω Charito 3.8.7, 3a sg. ἀφείλατο Phryn.154, inf. cret. ἀφέλαι ICr.2.1.2B.26 (II a.C.), part. ac. plu. ἀφαιρήσαντας Gal.11.121; perf. jón. ἀπαιρῆσθαι Hdt.7.159]
I en v. act.
1 retirar, quitar, apartar c. ac. obj. ext. ἀφελὼν θυρεὸν μέγαν Od.9.313, μέγα πῶμ' ἀφελοῦσα Hes.Op.94, ἀπελὼν τὰ ἄχθεα Hdt.1.80, ἀφελεῖν μᾶνιν χθονίων apartar el resentimiento de los dioses infernales Pi.P.4.158, (σικύην) Hp.Nat.Mul.5, τὸν στέφανον Ar.Pl.22, τὰ τεμάχη Ar.Ra.518, λύπην Gorg.B 11.8, δύσκλειαν Gorg.B 11.21, οὐδέν Isoc.12.84, τοὺς χρεωφειλέτας κουφίζοντα τόκων βραχύτητι ἢ ὅλως ἀφαιροῦντα aliviando a los deudores con la modicidad de intereses o simplemente suprimiéndolos Aen.Tact.14.1, ἀφελῶ τὴν χεῖρα apartaré mi mano LXX l.c., τὸ ... ἀκόλουθον καὶ τὸ τῆς ἱστορίας ἴδιον ἀφεῖλεν ha suprimido el comentario y el objeto propio de la historia Plb.2.61.6, αἱ ... ἁγνεῖαι ... οἶνον ... ἀφαιροῦσί los ritos de purificación suprimen el (consumo de) vino Plu.2.685a, λίθον ἀφελεῖν quitar la piedra de un sepulcro SEG 18.692.9 (Hermópolis Magna III d.C.), ἀφῄρησαν τὰ καταλελιμμένα quitaron la propiedad restante, PCair.Isidor.l.c.
c. ac. int. τὴν ... ἀφαίρεσιν ὅλως ἀφελεῖν ... λυσιτελεῖ conviene imponer una completa abstinencia de comida, Hp.Acut.38
c. ac. y dat. ét. σῖτον μέν σφιν ἀφεῖλε les retiró la comida, les quitó la mesa, Od.14.455
c. ac. y gen. pos. ἡμῶν τοὺς λόφους ἀφεῖλε καὶ τὰς Γοργόνας nos ha quitado los penachos y las gorgonas Ar.Pax 561, βασιλέων ... ὀργὰς ἀφῄρουν calmaba la cólera de los reyes E.Med.456, ἀφεῖλεν ὁ θεός μου τὸ ὄνειδος LXX Ge.30.23, ἀφέλεσαν τοὺς τῶν δυδυμῶν (sic) ἄρτους quitaron los panes a los gemelos, UPZ l.c., τὴν ... ἔχθραν ... τῶν κεκλημένων ἀφαιρεῖν Plu.2.616e, τῶν μὲν τὸ δεῖμα ἀφαιροῦντα quitando a los unos el miedo Aen.Tact.16.3
c. ac. y gen. separat. κτεάνων ... μέρος βαιὸν ἐχούσῃ πᾶν ἀπόχρημοι, μανίας μελάθρων ἀλληλοφόνους ἀφελούσῃ a mí me basta con tener una pequeña parte de bienes si arranco de casa la locura de muchas muertes A.A.1576, Οἰδίπουν ... τὰν ἁρπαξάνδραν κῆρ' ἀφελόντα χώρας Edipo, que echó de nuestra tierra a la muerte raptora de hombres e.d. a la Esfinge, A.Th.777, τὸν βίον μή μου' φέλῃς no me quites la vida S.Ph.933, καὐχμώδη κόμην ἄφελε προσώπου aparta de mi cara los resecos mechones E.Or.224, ἀφελόντες αὐτῶν τὸ ἰσχύος ... ἐπιμελεῖσθαι X.Lac.4.7, ἱστορίας ... ἐὰν ἀφέλῃ τις τὸ διὰ τί sí uno suprime de la historia el porqué Plb.3.31.12, ἡμῶν τὸ περὶ τὰς τιμωρίας θηριῶδες ... ἀφαιρῶν Plu.2.550e, ἀφαιρήσαντας ... τούτων τὸ πιτυρῶδες πᾶν Gal.11.121, τοῦ ζῆν αὐτοὺς οὐκ ἀφαιρήσει Agath.2.14.6, a veces reforzado el gen. c. prep. ἐκ τῶν ... ἐπῶν μέλημ' ἀφαιρήσω μέγα de tus palabras voy a quitar una gran inquietud A.Eu.444, χρὴ αἷμα ἀφαιρέειν ἀπὸ τῆς χειρός hay que sacar sangre del brazo Hp.Steril.230, ἓν ἀπὸ πάντων ἀφαιροῦντες Pl.Plt.262d, cf. R.534b, Ocell.14, Numen.25.101, ἀπὸ τοῦ ἱματίου ἀφελεῖν κροκύδα Thphr.Char.2.3, τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν LXX Is.1.16, ἀφελεῖν (τὴν χεῖρα) ἀπὸ τῆς κεφαλῆς LXX Ge.48.17, ἀφελεῖ ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τῆς θυσίας τὸ μνημόσυνον αὐτῆς LXX Le.2.9, εἰ ἀφέλοις ... τὸ σῶμα ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου Plot.5.8.9, tb. c. dos gen. μηδὲν ἀφαιρῶμεν ... τοῦ ἀδίκου ἀπὸ τῆς ἀδικίας no quitemos al injusto nada de su injusticia Pl.R.360e
c. ac. y dat. compl. indir. τὸ ... ἐπὶ Κροῖσον συστρατεύειν ἀφελεῖν σφίσιν ἐδεήθησαν pidieron que les privaran de ir en expedición contra Creso X.Cyr.7.1.44, τὰ ... κρέα ... τοῖς δειπνοῦσι SIG 1044.11 (Halicarnaso IV/III a.C.)
c. dos ac. σπευδόμεναι δ' ἀφελεῖν τινα τάσδε μερίμνας apresurándonos a librar a alguien de esta preocupación A.Eu.360, ἄνθρωπ', ἀφαιρήσει με τὴν τραγῳδίαν ¡hombre, me vas a robar la tragedia! Ar.Ach.464
c. gen. partit. quitar, reducir, disminuir τιμῆς οὔτ' ἀφελὼν οὔτ' ἐπορεξάμενος sin quitar ni añadir estimación social Sol.5.2, οὐδεὶς τοῦ πλήθους ἀφαιρεῖ nadie rebaja el número (de esclavos), X.Vect.4.4, τῆς βίας ἀφαιρῶν disminuyendo la fuerza Longus 2.35.3, τοῦ αἵματος ἀφελεῖν ἀπὸ τῆς ὀσφύος Hp.Int.21, a veces tb. c. ἀπό: ἀπὸ ... τοῦ ἀριθμοῦ ἀφαιρῶν disminuyendo el total Isoc.21.21
muy frec. op. προστιθέναι quitar, restar, disminuir φύλλα χλωρά Hp.Fist.10, τὸ μὲν προστιθέναι, τὸ δὲ ἀφαιρέειν Hp.Morb.3.1, cf. Epicur.[1] 31, ref. a la alimentación en la terapia σιτία Hp.Acut.37, en los tratados προσθεῖναι καὶ ἀφελεῖν ὅ τι ἂν ... δοκῇ Th.5.23, 29, cf. ICr.l.c., c. ac. implícito οὔτε ἀφελεῖν οὔτε προσθεῖναι δέομαι Pl.Phd.95e, ἀφελεῖν ἢ προσθεῖναι πρὸς τόνδε τὸν ὄρκον Plb.7.9.17, cf. Hp.Vict.1.21, Arist.Metaph.1030a33, Ph.266b3, Plu.2.39c
en v. pas., c. expresión del bien que se quita, gener. en ac. ser despojado, ser privado de οὐδέν κεν ... ἀφαιρέοι το θυμόν no se dejaría arrancar el corazón, e.e. el amor Ibyc.222.6S., πῶς φῶ, πρὸς τίνος τ' ἀφαιρεθεὶς ἥκειν γυναικῶν αὐτανέψιον στόλον; A.Supp.932, ἄνθρωπος ... τὴν ὑπάρχουσαν τροφὴν πυρὶ ἀφαιρεῖται Hp.Vict.1.13, τὸ κάλλος ἀφαιρήσεται Antipho Fr.57, μηδὲν τοῦ ἐμοῦ ὄγκου ἀφαιρεθέντος (me haré más pequeño) sin haber perdido nada de mi volumen Pl.Tht.155b, ἐδόκεε ... τὴν βασιλείην ἀπαιρεθήσεσθαι Hdt.5.35, δείσας δὲ μὴ ἀπαιρεθέω τὴν ἀρχὴν πρὸς τοῦ ἀδελφοῦ Hdt.3.65, cf. 7.159, νῦν δ' ὄντα καὶ σωθέντ' ἀφαιρεθήσομαι; ahora que está aquí sano y salvo, ¿voy a verme privado de él? E.Hel.938, πολλοὶ ... ἀφῄρηνται τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας Is.3.64, τὰ γέρα ἀφειρούμενος ὑφ' ὑμῶν ILabr.3.23 (III a.C.)
c. inf. ὥστ' ἀφῃρέθη Σκίρωνος ἀκτὰς ὄμμα τοὐμὸν εἰσορᾶν E.Hipp.1207
tb. c. gen. ἀφαιρεθήσονται ... τοῦ παρεχομένου IG 10(2).22.5 (IV d.C.), (νοῦς) ἀφαιρεθεὶς ... τοῦ νοεῖν Porph.Sent.43, cf. 44, ὥσπερ ἀπὸ τῶν σαρκῶν ἀφαιρούμενοι como si les arrancaran las carnes Antipho Soph.B 53, ἀχθῆναι ... τῆς δορᾶς ἀφαιρησόμενος ser conducido para ser desollado Hld.8.3.2
c. expresión del bien que se quita como suj. ser robado μέγα τ' ἀφῃρέθη ψάλιον οἴκων A.Ch.961, ἀφῃρέθην τὰ ἐνέχυρα ὑπὸ τοῦ Θεοφήμου D.47.41, ὁ ἀφαιρεθείς el (esclavo) que ha sido robado Pl.Lg.915a, τις ἀφελόμενος βίᾳ Plb.12.16.8
en términos abs. ser robado τάχα δὲ ἂν ... λέγοιεν ... ὡς ἀπαιρεθείησαν ὑπὸ Σαμίων Hdt.1.70, ἐκ χερῶν ἀφῃρέθην E.Tr.486, ἀφείρηνται ὑπὸ τῶν ἀπίστων λῃστόρων SB 4309.13 (III a.C.).
2 poner aparte, retirar ἐκπρίσας τὸ ὀστέον καὶ ἀφελὼν ἀπὸ τῆς μήνιγγος serrando el hueso y apartándolo de la membrana Hp.VC 15, 21, τὰ ὀστέα ... ἀφαρέειν extraer los fragmentos de hueso Hp.VC 17, ἐκεῖνα (τάλαντα) ἀφῄρηται χωρίς aquellos talentos han sido descontados y puestos aparte Is.11.45
c. partes del cuerpo cortar, cercenar τὴν κεφαλὴν ... καὶ τὴν δεξιάν LXX 1Ma.7.47, cf. Phld.Ir.fr.12.21, ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον Eu.Matt.26.51, ἀφελῶ σου τὸν τράχηλον te cortaré el pescuezo Arr.Epict.1.2.29.
II en v. med.
1 quitar en propio beneficio, arrebatar, eliminar c. ac. obj. ext. δῶρ' Il.1.230, κούρην Il.1.275, σὴν δὲ ψυχὴν ἀφέλωμαι ojalá te quite la vida, Il.22.257, ἄργην Hes.Th.443, ἀφελόμενοι τὴν ναῦν confiscando su nave Th.8.74, παρ' ἐλάχιστον δὴ ἦλθε τὸ Ἀθηναίων κράτος τῆς θαλάσσης ... ἀφελέσθαι estuvo a punto de arrebatar el poderío marítimo ateniense Th.8.76, cf. ILabr.1.3 (III a.C.), ἓν δὲ οὐδὲ βουληθείς ποτε ἀφαιρήσεται E.Ep.4.19, ἀφελόμενοι τὴν ἐκ διάρσεως αὐτῶν μάχην quitándoles la posibilidad del combate a espada alzada Plb.2.33.5, γνῶσις ὀρθὴ ... τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον el recto conocimiento que elimina el deseo de la inmortalidad Epicur.Ep.[4] 124, τὸν πίλον ἀφελέσθαι quitarse el gorro Aen.Tact.25.2
c. ac. obj. y gen. de pers. τῶν πλεόνων Λυκίων ἀπὸ θυμὸν ἕλοιτο a los más de los licios el aliento vital les arrancaba, Il.5.673, cf. 691, ἐμεῦ δ' ἀπὸ μοῦνον Ἀχαιῶν εἵλετ' (γέρα) sólo a mí de entre los aqueos me arrebató (el botín), Il.9.335, Ἡλείων ... μέρος τι τῆς χώρας ἀφείλοντο Isoc.8.100, οὐδ' ἄρ' ἔτ' ἄλλα δυνήσατο τεύχεα καλὰ ὤμοιιν ἀφελέσθαι pero ya no logró quitarle de los hombros las otras hermosas armas Idomeneo a Enómao Il.13.511
c. ac. y gen. separat. privar de algo a alguien σοφίη ψυχὴν παθῶν ἀφαιρεῖται Democr.B 31, ἀφαιροῦνται τὰς ... κύνας τοῦ εὑρεῖν τὸν λαγῶ X.Cyn.6.4, τοῦ ζωστῆρος τὴν Ἀμαζόνα ... ἀφαιρούμενος Paus.5.10.9, αὐτὸν ... τῆς τυραννίδος ἀφείλοντο Longin.4.3, cf. Hld.5.5.3, Agath.1.20.2
arrebatar algo a alguien θυσίας ... τῶν ἑσσαμένων ... ἀφαιρήσεσθε Th.3.58, ὑμᾶς ἐμοῦ ... ἀφελέσθαι τὸν ὀβολόν Lys.24.13, θυμὸν ἀπ' ἄγριον εἵλεο παίδων quitaste el carácter salvaje a las hijas Call.Dian.236, ἀφελοῦνται τὴν ἐξουσίαν σφῶν αὐτῶν τοῦ προλαμβάνειν Plb.3.29.7, cf. 30.20.4, οὐκ ἀφείλω μου Χαιρέαν Charito 3.8.7, cf. 5.1.6, 6.2.9
c. ac. y gen. c. prep. arrancar algo de algo ἀπὸ τῆς ὀργῆς τὴν ἀκαλήφην ἀφελέσθαι arrancar de su ira la ortiga Ar.V.883, τὰ ... αἰσχρὰ ... ἐκ τῆς ψυχῆς X.Cyn.12.9
c. ac. y dat. quitar algo a alguien καὶ δή μοι γέρας αὐτὸς ἀφαιρήσεσθαι ἀπειλεῖς y ahora tú mismo me amenazas con arrebatarme el botín, Il.1.161, τὴν ὠφελίαν τῇ τάξει ... ἀφελέσθαι Th.7.5, ὄμματά μοι τῶ παιδὸς ἀφείλεο Call.Lau.Pall.87, ἀφελόμενοί μοι χιτῶνα καὶ ἱμάτιον PSarap.1.15 (II d.C.)
c. gen. partit. ἀφαιρεῖσθαι τοῦ κηροῦ quitar la cera del interior de la clepsidra, Aen.Tact.22.25
c. dos ac. privar a alguien de algo o alguien εἰ νικήσεις, τί σφεας ἀπαιρήσεαι ...; Hdt.1.71, cf. 3.137, οἵ με τιμήν τε καὶ γέρεα ἀπελόμενοι πατρώια ... quienes privándome del honor y las dignidades de mis antepasados ... Hdt.7.104, ἐκείνους τὰ ὅπλα ἀφῃρήμεθα X.Cyr.7.5.79, πολιούς τ' ἀφείλου πατέρας εὐγενῆ τέκνα privaste de sus nobles hijos a padres canosos E.Andr.613, cf. D.20.46, Isoc.5.130, Ph.2.586, Plu.Ant.60, Numen.14.13, D.C.41.63.2, Plot.1.4.1.
2 reclamar a un esclavo como libre en la fórmula ἀφαιρεῖσθαί τινα εἰς ἐλευθερίαν Pl.Lg.914e, cf. 958c, Isoc.12.97, 17.14, D.58.19, Lys.23.10, Aeschin.1.62.
3 c. ac. obj. dir. acabar con, cortar, impedir ἀφελομένης νυκτὸς τὸ ἔργον habiendo cortado la noche la acción Th.4.134, κἀφελοῦ ... ψόγον τὸ θῆλύ τ' y tú impide el reproche de molicie E.Tr.1034, ἤ τις συμφορά σ' ἀφείλετο ¿o alguna circunstancia te impidió? (matarlos), E.Andr.913, ἀφείλεσθε χάριν And.2.24, ἐὰν ... τις ἀφῃρῆται τὴν ἀρχήν Pl.Lg.958c, τὴν μνήμην ἀφελέσθαι borrar el recuerdo D.22.13
c. ac. implícito ἕως κελαινὸν νυκτὸς ὄμμ' ἀφείλετο hasta que el ojo de la negra noche puso fin (a la acción), A.Pers.428, Ἀλκιβιάδης ... ἐδίωκεν ... μέχρι σκότος ἀφείλετο X.HG 1.2.16
c. inf. impedir πάντα δ' ἐξειπεῖν ... ἀφαιρεῖται βραχὺ μέτρον ἔχων ὕμνος la brevedad del himno me impide enumerar Pi.I.1.62
c. inf. y μή mismo sent. τί μ' ἄνδρα πολέμιον ... ἀφείλου μὴ κτανεῖν ...; ¿por qué me impediste matar a un enemigo? S.Ph.1303, ἀφείλετ' αὐτὴν παῖδα μὴ δοῦναι τάφῳ le impidió dar sepultura a su hijo E.Tr.1146, ἀφείλετο ... εὐεργέτην μὴ ὀνομασθῆναι Paus.8.52.2.
III en v. act., cien.
1 c. ac. y ἀπό c. gen.
mat. restar, deducir ταῦτα (ἔτη) ἀπὸ τῶν ἐν Σικελίᾳ esos años de los que pasó en Sicilia Is.6.14, ἀπὸ τῶν δέκα ἕν Dialex.5.14, cf. PHib.63.16 (III a.C.), Plb.12.19.3, PLond.265.65 (I d.C.)
geom. tomar de una magnitud geométrica otra del mismo orden, en v. pas. ἡμικύκλιον ... ἀφῄρηται ἀπὸ τοῦ ὁρίζοντος Arist.Mete.376b21, ῥόμβος ... ἀπὸ τοῦ ... κώνου Archim.Sph.Cyl.1.19, cf. Euc.1.3, 3.34, esp. en la fórmula κοινὸν ἀφῃρήσθω tómese una parte común a dos figuras, Euc.1.35, 2.11, Apollon.Perg.Con.1.41, Procl.Hyp.2.27.
2 lóg. eliminar diferencias, abstraer en v. pas. καὶ καθόλου τίνος ἡ ἀπόδειξις; δῆλον ὅτι ὅταν ἀφαιρουμένων ὑπάρχῃ πρώτῳ Arist.APo.74a37.
3 gram. abreviar una palabra, en v. pas. ἐπεκτεταμένον δ' ἐστὶν ἢ ἀφῃρημένον (τὸ ὄνομα) Arist.Po.1458a1
decir elípticamente οὐ γὰρ εἴ ποτέ τι σημαίνομεν ἀφελόντες, τοῦτο λέγεται πολλαχῶς pues no siempre que expresamos un significado hablando elípticamente, se entiende este de muchas maneras Arist.SE 180a19.

English (Strong)

from ἀπό and αἱρέομαι; to remove (literally or figuratively): cut (smite) off, take away.

English (Thayer)

ἀφαίρω; future ἀφαιρήσω ( (from Erasmus, apparently on no Ms. authority; see Tdf.'s note)), and ἀφελῶ (ibid. G L T Tr WH; on this rarer future cf. Alexander Buttmann (1873) Ausf. Spr. ii., p. 100); 2nd aorist ἀφεῖλον; 1future passive ἀφαιρεθήσομαι; middle, present ἀφαιροῦμαι; 2nd aorist ἀφειλομην; (see αἱρέω); in Greek writings from Homer down; to take from, take away, remove, carry off: τί, to cut off, τό ὠτίον, L T Tr WH τό ὠτάριον); τό οὖς) (τήν κεφαλήν τίνος, כָּרַת, τί ἀπό with the genitive of a thing, τί ἀπό with the genitive of person T WH omit; L Tr brackets ἀπό) (Alex.), etc.); middle (properly, to take away or bear off for oneself), ἀπό τίνος); ἀφαιρεῖν τάς ἁμαρτίας to take away siins, of victims expiating them, ἁμαρτία, 2a.): Romans 11:27.

Greek Monotonic

ἀφαιρέω: Ιων. ἀπ-αιρέω· μέλ. -ήσω, παρακ. ἀφῄρηκα, Ιων. ἀπαραίρηκα· αόρ. βʹ ἀφεῖλον·
I. απομακρύνω, αφαιρώ μακριά από ένα πρόσωπο, τί τινι, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· επίσης, τί τινος, σε Αριστοφ., Ξεν.· και τί τινα, σε Αισχύλ., Σοφ.· με αιτ. μόνο, ἀπελὼν τὰ ἄχθεα, τα έχω αφαιρέσει, σε Ηρόδ.· ὀργὴν ἀφαιρέω, απομακρύνω αυτήν, σε Ευρ.· ἀφαιρέω χωρίς, χωρίζω, θέτω κατά μέρος, σε Πλάτ.
II. 1. Μέσ. μέλ. ἀφαιρήσομαι, και έπειτα ἀφελοῦμαι, αόρ. βʹ ἀφειλόμην· απομακρύνω από κάποιον, παίρνω μακριά, με σημασία και σύνταξη περισσότερο Ενεργ., σε Όμηρ. κ.λπ.
2. ακολουθείται από μή με απαρ., αποτρέπω, εμποδίζω να κάνει, σε Σοφ., Ευρ.
3. ἀφαιρεῖσθαί τινα εἰς ἐλευθερίαν, Λατ. vindicare in libertatem, αφήνω κάποιον ελεύθερο, σε Πλάτ., Δημ.
III. Παθ. μέλ. -αιρεθήσομαι, αόρ. αʹ ἀφηρέθην, παρακ. ἀφῄρημαι, Ιων. ἀπαραίρημαι·
1. μου κλέβουν κάτι ή αποστερούμαι ένα πράγμα, έχω απομακρύνει κάτι από κάποιον, τι, σε Ηρόδ., Αττ.
2. με απαρ., ἀφῃρέθη εἰσορᾶν, κρύφτηκε, απομακρύνθηκε από το να τους βλέπει, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφαιρέω: эп. тж. ἀποαιρέω, ион. ἀπαιρέω (aor. 2 ἀφεῖλον)
1) тж. med. отнимать, лишать (τί τινι Hom., Aesch., τί τινα Aesch., Soph., τί τινος Aesch., Arph., Xen. и ἔκ τινος Aesch., Xen.): δόλῳ ἀπαιρεθῆναι ὑπό τινος Her. быть хитростью отнятым кем-л.; ὁ ἀφαιρεθείς Plat. пострадавший; ἀπὸ τῆς ὀργῆς τὴν ἀκαλήφην ἀφελέσθαι Arph. смягчить гнев; τὴν μνήμην τινὸς ἀφελέσθαι Dem. изгладиться из чьей-л. памяти;
2) освобождать, избавлять (τινα λύπης Plut.);
3) тж. med. отделять, удалять, устранять, отстранять (τί τινος и ἀπό τινος Eur., Plat. и τι ἔκ τινος Aesch.);
4) отсекать, отрубать (τὸ ὠτίον τινός NT);
5) уменьшать, убавлять (τοῦ πλῆθους Xen.);
6) med. снимать, совлекать (τεύχεα ὤμοιϊν Hom.);
7) med. не давать, мешать, препятствовать (τινά τινος Xen., Plat. и τινα μὴ ποιεῖν τι Soph.): ἀ. ὄμμα τινὸς εἰσορᾶν τι Eur. закрывать что-л. от чьих-л. взоров; ἀφελομένης νυκτὸς τὸ ἔργον Thuc. когда (наступившая) ночь прервала битву; ἀ. τὴν δίωξιν Plut. отрезать путь к преследованию;
8) med. увлекать, уносить: ἀ. τινα εἰς ἐλευθερίαν Isocr., Plat., Dem. и πρὸς ἐλευθερίαν Luc. возвращать кому-л. свободу.

Middle Liddell


I. to take from, take away from a person, τί τινι Od., etc.; also τί τινος, Ar., Xen.; and τί τινα Aesch., Soph.:—c. acc. solo, ἀπελὼν τὰ ἄχθεα having taken them off, Hdt.; ὀργὴν ἀφ. to remove it, Eur.; ἀφ. χωρίς separate, set aside, Plat.
II. Mid., fut. ἀφαιρήσομαι, and later ἀφελοῦμαι: aor2 ἀφειλόμην:— to take away for oneself, take away, in sense and construction much like Act., Hom., etc.
2. followed by μή c. inf. to prevent, hinder from doing, Soph., Eur.
3. ἀφαιρεῖσθαί τινα εἰς ἐλευθερίαν, Lat. vindicare in libertatem, to set a man free, Plat., Dem.
III. Pass., fut. -αιρεθήσομαι: aor1 ἀφηιρέθην: perf. ἀφῄρημαι, ionic ἀπαραίρημαι:— to be robbed or deprived of a thing, to have it taken from one, τι Hdt., attic