τρίτος: Difference between revisions

From LSJ

Ταμιεῖον ἀνθρώποισι σωφροσύνη μόνη → Magnum horreum est hominibus temperantia → Ihr Vorratsschatz ist Menschen Mäßigung allein

Menander, Monostichoi, 505
m (Text replacement - "<i>η [[" to "η [[")
m (Text replacement - "<i>τὸ [[" to "τὸ [[")
Line 38: Line 38:
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''τρίτος:''' [ῐ], -η,-ον ([[τρεῖς]])·<br /><b class="num">I.</b> [[τρίτος]], Λατ. [[tertius]], σε Όμηρ. κ.λπ.· [[τρίτος]] ἦλθε, ήρθε ο [[ίδιος]] [[τρίτος]], δηλ. σε [[σχέση]] με [[δύο]] άλλους, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, [[τρίτος]] [[αὐτός]], σε Αττ.· η [[λέξη]] [[τρίτος]] [[συχνά]] φαίνεται ως συμπληρωματική και επιφέρουσα [[τελείωση]] κάποιου πράγματος, τρίτην [[ἐπενδίδωμι]] (ενν. <i>πληγήν</i>), το [[τρίτον]] και τελειωτικό [[χτύπημα]], σε Αισχύλ.· πρβλ. [[σωτήρ]] I. 2.<br /><b class="num">II.</b> <i>[[τρίτη]]</i>, με ή [[χωρίς]] τη [[λέξη]] [[ἡμέρα]], η [[μέρα]] [[μετά]] την αυριανή, <i>ἐς τρίτην ἡμέραν</i>, σε Αριστοφ.· <i>τῇ τρίτῃ</i>, σε Ξεν.· [[αλλά]], <i>χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν</i>, [[χθες]] και [[προχθές]], στον ίδ.<br /><b class="num">III.</b> <i>[[τρίτον]]</i>, ως επίρρ., κατά τρίτο λόγο, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.· επίσης, <i>τὸ [[τρίτον]]</i>, σε Όμηρ., Αττ.·<br /><b class="num">IV.</b> <i>τρίτα</i>, <i>τά</i>·<br /><b class="num">1.</b> (ενν. [[ἱερά]]), [[θυσία]] [[υπέρ]] του νεκρού που γίνεται την [[τρίτη]] [[ημέρα]] [[μετά]] την [[κηδεία]], σε Ισαίο.<br /><b class="num">2.</b> <i>τὰ τρίτα λέγειν τινί</i>, [[παίζω]] τον τρίτο ρόλο, υποδύομαι το τρίτο [[πρόσωπο]], σε Δημ.
|lsmtext='''τρίτος:''' [ῐ], -η,-ον ([[τρεῖς]])·<br /><b class="num">I.</b> [[τρίτος]], Λατ. [[tertius]], σε Όμηρ. κ.λπ.· [[τρίτος]] ἦλθε, ήρθε ο [[ίδιος]] [[τρίτος]], δηλ. σε [[σχέση]] με [[δύο]] άλλους, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, [[τρίτος]] [[αὐτός]], σε Αττ.· η [[λέξη]] [[τρίτος]] [[συχνά]] φαίνεται ως συμπληρωματική και επιφέρουσα [[τελείωση]] κάποιου πράγματος, τρίτην [[ἐπενδίδωμι]] (ενν. <i>πληγήν</i>), το [[τρίτον]] και τελειωτικό [[χτύπημα]], σε Αισχύλ.· πρβλ. [[σωτήρ]] I. 2.<br /><b class="num">II.</b> <i>[[τρίτη]]</i>, με ή [[χωρίς]] τη [[λέξη]] [[ἡμέρα]], η [[μέρα]] [[μετά]] την αυριανή, <i>ἐς τρίτην ἡμέραν</i>, σε Αριστοφ.· <i>τῇ τρίτῃ</i>, σε Ξεν.· [[αλλά]], <i>χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν</i>, [[χθες]] και [[προχθές]], στον ίδ.<br /><b class="num">III.</b> <i>[[τρίτον]]</i>, ως επίρρ., κατά τρίτο λόγο, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.· επίσης, τὸ [[τρίτον]]</i>, σε Όμηρ., Αττ.·<br /><b class="num">IV.</b> <i>τρίτα</i>, <i>τά</i>·<br /><b class="num">1.</b> (ενν. [[ἱερά]]), [[θυσία]] [[υπέρ]] του νεκρού που γίνεται την [[τρίτη]] [[ημέρα]] [[μετά]] την [[κηδεία]], σε Ισαίο.<br /><b class="num">2.</b> <i>τὰ τρίτα λέγειν τινί</i>, [[παίζω]] τον τρίτο ρόλο, υποδύομαι το τρίτο [[πρόσωπο]], σε Δημ.
}}
}}
{{elru
{{elru

Revision as of 12:50, 14 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τρίτος Medium diacritics: τρίτος Low diacritics: τρίτος Capitals: ΤΡΙΤΟΣ
Transliteration A: trítos Transliteration B: tritos Transliteration C: tritos Beta Code: tri/tos

English (LSJ)

[ῐ], Aeol. τέρτος (v. τέρτα) η, ον, (τρεῖς)

   A third, τοῖσι δ' ἐπὶ τρίτος ἦλθε Od.20.185, cf. 14.471; τρίτος αὐτός himself the third, i. e. with two others (v. αὐτός 1.6) τ. ἡμίδραχμον two drachmae and a half, Din.Fr.8.4; cf. ἡμιτάλαντον; τ. γενέσθαι to be third in a race, Isoc.16.34, cf. Plu.Alc.11:—the third freq. appears as completing the tale, e.g. the third and last libation was offered to Ζεὺς Σωτήρ, Διὸς σωτηρίου σπονδὴ τρίτου κρατῆρος S.Fr.425, cf. A.Fr.55; ἔγχει κἀπιβόα τρίτον παιῶν', ὡς νόμος ἐστίν Pherecr.131.5 (cf. τριτόσπονδος): metaph., Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτῳ . . Ζηνί A.Ch.244, cf. Eu. 759, Supp.26 (anap.); τρίτην ἐπενδίδωμι (sc. πληγήν) the third and finishing stroke, Id.Ag.1386; Ἐρινὺς . . αἷμα πίεται, τρίτην πόσιν, i. e. the blood of Clytemnestra and Aegisthus, the first being that of the children of Thyestes, the second that of Agamemnon, Id.Ch.578, cf. 1066 (anap.).    II τρίτη, with or without ἡμέρα, the day after tomorrow, ἐς τρίτην ἡμέραν Ar.Lys.612; εἰς τρίτην Anaxandr.4; τῇ τρίτῃ X.HG3.1.17, etc.; τρίτῃ καὶ τετάρτῃ Id.An.4.8.21, etc.; but ἐχθὲς καὶ τ. ἡμέραν yesterday and the day before, Id.Cyr.6.3.11:—διὰ τρίτης two days later, Arist.Fr.368; but, every other day, Hp.Fract. 48, Gal.6.354.    2 with other Nouns omitted, ἡ τ. (sc. χορδή) the third string in the heptachord, = ἡ παραμέση, Arist.Pr.920a16, Plu.2.1137b:—ἡ τ. (sc. πληγή) the third blow, v. supr. 1:—ἡ τ. (sc. μερίς) the third part of a coin or weight, Hsch. s.v. ἕκτη, Phot. post Τριτοπάτορες; ἐγένετο ὁ μέδιμνος χρυσοῦ καὶ δύο τριτῶν IPE12.32A63 (Olbia, iii B. C.); third of a stater, Herod.2.64.    III τρίτον as Adv., thirdly, S.Ant.55, Fr.380; a third time, E.Hel.1417, Aristid.2.182 J.; πρῶτον μὲν... δεύτερον δὲ... τ. δὲ . . Pl.R.358c; τοῦτο τ. this third time, LXXNu.22.32, Ev.Jo.21.14:—in Hom. always τὸ τρίτον, Il.3.225, 6.186, al., cf. Hdt.1.55, Ar.Ach.997, Th.6.5, etc.:—also ἐκ τρίτου in the third place, Pl.Ti.54a (but = the third time, Ev.Matt. 26.44, Dsc. 5.32); ἐκ τρίτων E.Or.1178, Pl.Grg.500a:—regul. Adv. τρίτως in the third degree, Id.Ti.56b.    2 τρίτον thrice, Syrian.in Metaph. 134.15, Gp.2.39.7, al., Sch.Pi.O.2.123; Elean ἐν τρίτον Schwyzer 412.4.    IV τὸ τ. μέρος Isoc.12.177, etc.; τὸ τ. Luc.Tox.46; τὸ τ. τοῦ ἀριθμοῦ Str.7.7.4, cf. LXXNu.15.6; ἐπὶ τῷ τ. at the third signal, X.An.2.2.4.    V τρίτα, τά,    1 (sc. ἱερά) a sacrifice offered the third day after the funeral, Ar.Lys.613, Is.2.37, Poll.8.146.    2 τὰ τρίτα λέγειν τινί play the third part (like τριταγωνιστεῖν τινι), D.19.246, cf. Men.223.17.    3 πρῶτα δραμεῖν καὶ δεύτερα καὶ τ. win . . third place in the race, E.Epigr.3 (τρίτατα cj. Bgk.). (Cf. Skt. trlīyas, Lat. terlius, etc.)

German (Pape)

[Seite 1149] der dritte, Hom. u. Hes. u. Folgde überall; τρίτος αὐτὸς ἦλθεν, er ging selbdritter, d. i. mit zwei Andern, vgl. Od. 20, 185; – τρίτην ἡμέραν, vorgestern, Lob. Phryn. p. 323; – τρίτον, adv., drittens, zum dritten Male, τὸ τρίτον, od., wie Wolf schreibt, τοτρίτον, Il. 6, 186 u. öfter; Her. 1, 55 u. sonst; Plat. Prot. 351 d; ἔτι δὴ τὸ τρίτον λέγωμεν, Parm. 155 e; – τὰ τρίτα, sc. ἱερά, ein Todtenopfer, das am dritten Tage nach der Bestattung dargebracht wurde, τὰ τρίτα ποιεῖν, Isae. 2, 37; – auch sc. ἆθλα, der dritte Kampfpreis; – τὰ τρίτα λέγειν τινί, unter Einem die dritte Rolle spielen, Dem. 19, 246.

Greek (Liddell-Scott)

τρίτος: [ῐ], -η, -ον, (ἴδε τρεῖς), Λατ. tertius, Ὅμ., Ἡσ. κλπ.· τοῖσι δ’ ἐπὶ τρίτος ἦλθε, αὐτὸς τρίτος, δηλ. μετὰ δύο ἄλλων, Ὀδ. Υ. 185, πρβλ. Ξ. 471· οὕτω, τρίτος αὐτὸς (ἴδε αὐτὸς Ι. 6)· τρίτος γίγνομαι, δηλ. τρίτος ἐν ἀγῶνι, νικῶ τρίτος, Ἰσοκρ. 353D· - ἡ λ. τρίτος συχνάκις φαίνεται ὡς συμπληρωτικὴ καὶ τελειωτική· π.χ. ἡ τρίτη καὶ τελευταία σπονδὴ ἐγένετο εἰς τιμὴν Διὸς τοῦ Σωτῆρος, Διὸς σωτηρίου σπονδὴ τρίτου κρατῆρος Σοφ. Ἀποσπ. 375 (ἴδε σωτὴρ Ι. 2, καὶ πρβλ. τριτόσπονδος)· ἔγχει κἀπιβόα τρίτον παιῶν’, ὡς νόμος ἐστὶν Φερεκράτ. ἐν «Πέρσαις» 2· ὅθεν μεταφορ., Κράτος τε καὶ Δίκη σὺν τῷ τρίτῳ... Ζηνὶ Αἰσχύλ. Χο. 244, πρβλ. Εὐμ. 759, Ἱκέτ. 27, Ἀποσπ. 52· τρίτην ἐπενδίδωμι (ἐξυπακ. πληγήν), τὴν τρίτην καὶ τελειωτικήν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1386· Ἐρινύς... αἷμα πίεται, τρίτην πόσιν, δηλ. τὸ αἷμα τῆς Κλυταιμνήστρας καὶ τοῦ Αἰγίσθου· πρώτη δὲ πόσις ὑπῆρξεν ἡ τοῦ αἵματος τῶν τέκνων τοῦ Θυέστου καὶ δευτέρα τοῦ Ἀγαμέμνονος, ὁ αὐτ. ἐν Χο. 578, πρβλ. 1065 κἑξ. ΙΙ. τρίτη μετὰ τοῦ ἡμέραἄνευ αὐτοῦ, ἡ μετὰ τὴν αὔριον· ἐς τρίτην ἡμέραν Ἀριστοφ. Λυσ. 612· εἰς τρίτην Ἀναξανδρίδ. ἐν «Ἀγχίσῃ» 1· τῇ τρίτῃ Ξεν. Ἑλλ. 3. 1, 17, κλπ.· τρίτῃ καὶ τετάρτῃ ὁ αὐτ. ἐν Ἀναβ. 4. 8, 21, κλπ.· - ἀλλά, χθὲς καὶ τρ. ἡμέραν, χθὲς καὶ προχθές, ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 6. 3. 11· διὰ τρίτης κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, διαρκούσης τῆς τρίτης ἡμέρας, Αἰλ. περὶ Ζῴων 4. 57· ἢ κατὰ πᾶσαν τρίτην ἡμέραν, Ἱππ. 779F. 2) μετ’ ἄλλων οὐσιαστικῶν, ἅτινα παραλείπονται, ἡ τρίτη (ἐξυπακ. χορδή), ἡ τρίτη χορδὴ τοῦ ἑπταχόρδου, = ἡ παραμέση, Ἀριστ. Προβλ. 19. 32, Πλούτ. 2. 1137D· - ἡ τρίτη (ἐξυπακ. πληγή), τὸ τρίτον χτύπημα, ἴδε ἀνωτ. Ι· - ἡ τρίτη (ἐξυπακ. μερίς), τὸ τρίτον μέρος νομίσματος ἢ βάρους, Ἡσύχ., Φώτ.· - τρίτον ἡμίδραχμον, δύο δραχμαὶ καὶ ἡμίσεια, Ἁρποκρ. ΙΙΙ. τρίτον ὡς ἐπίρρ., κατὰ τρίτον λόγον, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 52, Σοφ. Ἀντ. 55, Ἀποσπ. 69, Εὐρ., κλπ.· πρῶτον μέν..., δεύτερον δέ..., τρίτον δέ... Πλάτ. Πολ. 358C· - παρ’ Ὁμήρ. ἀείποτε τὸ τρίτον (ἤ, ὡς γράφει ὁ Wolf, τοτρίτον), Ἰλ. Γ. 225, Ζ. 186, κλπ.· οὕτω καὶ Ἡρόδ. 1. 55, Ἀριστοφ. Ἀχ. 997, Θουκ., κλπ.· ὡσαύτως, ἐκ τρίτου Πλάτ. Τίμ. 54Β· ἐκ τρίτων Εὐριπ. Ὀρ. 1178, Πλάτ. Γοργ. 500Α· - ὁ ὁμαλὸς ἐπιρρηματικὸς τύπος τρίτως πρῶτον ἐν Πλάτ. Τιμ. 56Β, πρβλ. Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 311. IV. τὸ τρίτον μέρος Ἰσοκρ. 270Α, κλπ.· τὸ τρίτον Λουκ. Τόξ. 46· ἐπὶ τῷ τρίτῳ, κατὰ τὸ τρίτον σάλπισμα, Ξεν. Ἀνάβ. 2. 2, 4. V. τρίτα, τά, 1) (ἐξυπακουομ. τοῦ ἱερά), θυσία ὑπὲρ τοῦ τεθνεῶτος γινομένη τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὴν κηδείαν, Ἰσαῖ. περὶ Μενεκλ. Κλήρου § 37, Πολυδ. Η΄, 146. 2) τὰ τρίτα λέγειν τινί, ὡς τὸ τριταγωνιστεῖν τινι, Δημ. 418. 5, πρβλ. Ἀριστοφ. Λυσ. 613· ὁ κακοήθης τρίτα λέγει Μένανδρ. ἐν «Θεοφορουμένῃ» 2. 17. 3) ἅρματι πρῶτα δραμεῖν καὶ δεύτερα καὶ τρίτα Εὐρ. παρὰ Πλουτ. Ἀλκ. 11. (Σανσκρ. tritiya).

French (Bailly abrégé)

η, ον :
troisième ; τρίτος ἦλθε OD il vint lui troisième, càd avec deux autres ; en ce sens joint à αὐτός : αὐτὸς τρίτος PLUT, τρίτος αὐτός LUC lui troisième de sa personne ; Τρίτη (πληγή) ESCHL le troisième coup, le coup final;
subst. I. ἡ Τρίτη (ἡμέρα) le troisième jour ; τῇ τρίτῃ le troisième jour ; εἰς τρίτην pour le troisième jour ; διὰ τρίτης pendant le troisième jour;
II. τὸ τρίτον le tiers ; adv. • τρίτον, • τὸ τρίτον pour la troisième fois ; ἐκ τρίτων en troisième lieu;
III. τὰ τρίτα :
1 le troisième prix de la lutte;
2 le troisième rôle.
Étymologie: τρίς.

English (Autenrieth)

third; τὸ τρίτον, in the third place, for the third time, Il. 3.225.

English (Slater)

τρῐτος (-ον; -αν, -αισιν; n. pro adv., -ον.) “τρίταισιν δ' ἐν γοναῖς ἄμμες αὖ κείνων φυτευθέντες σθένος ἀελίου χρύσεον λεύσσομεν” (P. 4.143) ῥίζαν ἀπείρου τρίταν εὐήρατον (τὴν Λιβύην Σ.) (P. 9.8)
   1 ἀγῶνί τε Κίρρας ἐν τῷ Θρασυδᾷος ἔμνασεν ἑστίαν τρίτον ἔπι στέφανον πατρῴαν βαλών (P. 11.14) Περσεὺς ὁπότε τρίτον ἄυσεν κασιγνητᾶν μέρος ἐνναλίᾳ Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων (i. e. Medusa) (P. 12.11) διπλόαν νίκαν ἀνεφάνατο παίδων λτ;τεγτ; τρίταν πρόσθεν (I. 4.71) εἴη δὲ τρίτον σωτῆρι πορσαίνοντας Ὀλυμπίῳ Αἴγιναν κάτα σπένδειν μελιφθόγγοις ἀοιδαῖς (sc. κρατῆρα: τὸν δὲ τρίτον κρατῆρα Διὸς σωτῆρος ἔλεγον Σ.) (I. 6.7) κατὰ μὲν φίλα τέκν' ἔπεφνεν δώδεκ, αὐτὸν δὲ τρίτον (sc. τὸν πατέρα Νηλέα: i. e. τρίτον καὶ δέκατον) fr. 171. n. acc. s. pro adv., ἐν δὲ πείρᾳ τέλος διαφαίνεται ὧν τις ἐξοχώτερος γένηται, ἐν παισὶ νέοισι παῖς, ἐν ἀνδράσιν ἀνήρ, τρίτον ἐν παλαιτέροισι (N. 3.72)

Spanish

tercero

English (Strong)

ordinal from τρεῖς; third; neuter (as noun) a third part, or (as adverb) a (or the) third time, thirdly: third(-ly).

English (Thayer)

τρίτῃ, τρίτον, the third: with substantives, τῇ τρίτῃ ἡμέρα, ); τῆς ἡμέρα τῇ τρίτῃ, L mrg; Tr WH marginal reading τῇ τρίτῃ ἡμέρα); ἕως τῆς τρίτῃ ἡμέρας, τρίτον, accusative masculine substantively, a third (namely, servant)), τό τρίτον with a genitive of the thing, the third part of anything, τό τρίτον the third time, τρίτον a third time, τοῦτο τρίτον, this is (now) the third time (see οὗτος, II. d.), st); τρίτον in enumerations after πρῶτον, δεύτερον, in the third place, thirdly, ἐκ τρίτου, a third time (Winer's Grammar, § 51, d.), L Tr marginal reading brackets ἐκ τρίτου).

Greek Monolingual

-η, -ο / τρίτος, -η, -ον, ΝΜΑ, και αιολ. τ. τέρτος, θηλ. τέρτα και τερτία, Α
1. αυτός που κατέχει τη θέση μετά τον δεύτερο, ο τελευταίος από τους τρεις
2. (το ουδ. εν. ως επίρρ.) τρίτο(ν)
(μετά το πρώτον και το δεύτερον)
κατά τρίτο λόγο, σε τρίτη σειρά
νεοελλ.-μσν.
(το θηλ. ως κύριο όν.) η Τρίτη
η τρίτη ημέρα της εβδομάδας, μετά την Κυριακή και τη Δευτέρα
νεοελλ.
1. το αρσ. ως ουσ. ο τρίτος
α) πρόσωπο άσχετο σε μια υπόθεση
β) μεσολαβητής, διαιτητής
γ) εραστής της συζύγου ή ερωμένη του συζύγου
2. το θηλ. ως ουσ. η τρίτη
α) μουσ. το διάστημα ανάμεσα σε τρεις βαθμίδες, σε διαδοχικούς φθόγγους της κλίμακας
β) μία από τις οκτώ θέσεις απόκρουσης στην οπλασκία
γ) τρία χαρτιά του ίδιου χρώματος σε κατιούσα διαδοχή (τρίτη του άσσου)
3. φρ. «τρίτος κόσμος» — οι χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής οι οποίες ήταν πρώην αποικίες και διανύουν τώρα το στάδιο της βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης
μσν.-αρχ.
φρ. «τρίτη ημέρα
α) η μεθαυριανή ημέρα, μεθαύριο
β) η προχθεσινή μέρα, προχθές
αρχ.
1. αυτός που βρίσκεται ή πηγαίνει κάπου μαζί με άλλους δύο («τοῖσι δ' ἐπὶ τρίτος ἦλθε Φιλοίτιος», Ομ. Οδ.)
2. αυτός που επαναλαμβάνεται τρεις φορές («καὶ πεπτωκότι τρίτην ἐπενδίδωμι» — του δίνω τρίτο, τελειωτικό χτύπημα, Αισχύλ.)
3. η τελευταία, τρίτη σπονδή προς τιμήν του Διός Σωτήρος («Διὸς Σωτηρίου σπονδὴ τρίτου κρατῆρος», Σοφ.)
4. το θηλ. ως ουσ. τρίτη
η τρίτη χορδή του επτάχορδου οργάνου
5. φρ. «διὰ τρίτης» — κατά τη διάρκεια της τρίτης ημέρας
6. (το ουδ. εν. ως επίρρ.) επίσηςτρίτον δ' ἀδελφῴ δύο... μόρον κοινὸν κατειργάσαντο», Σοφ.)
7. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ τρίτα
α) ιεροτελεστία της τρίτης ημέρας μετά την κηδεία
β) η κατάταξη στην τρίτη θέση, η τρίτη νίκη σε αγώνα
8. φρ. α) «τρίτον ἡμίδραχμον» — δυόμισυ δραχμές
β) «τρίτα λέγω» — είμαι τριταγωνιστής σε παράσταση.
επίρρ...
τρίτως Α
κατά τρίτο λόγο, τρίτον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το τακτικό αριθμ. τρίτος έχει σχηματιστεί από την εξασθενωμένη βαθμίδα τρι- του αριθμητικού τρεις, τρία (πρβλ. σύνθ. με α' συνθετικό τρι-) με κατάλ. -τος (πρβλ. ἕκ-τος, πέμπ-τος). Ο τ. τέρτος, εξάλλου, εμφανίζει φωνηεντισμό -ε- και αντιστροφή μεταξύ του φωνήεντος και του υγρού -ρ- (πρβλ. κρίκος: κίρκος). Τέλος, το αριθμ. τρίτος αντιστοιχεί με τ. ἄλλων ΙΕ γλωσσών, πρβλ. λατ. tertius, το χαρ. Α' trit, τοχαρ. Β' trite, βεδικό Tritah].

Greek Monotonic

τρίτος: [ῐ], -η,-ον (τρεῖς
I. τρίτος, Λατ. tertius, σε Όμηρ. κ.λπ.· τρίτος ἦλθε, ήρθε ο ίδιος τρίτος, δηλ. σε σχέση με δύο άλλους, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, τρίτος αὐτός, σε Αττ.· η λέξη τρίτος συχνά φαίνεται ως συμπληρωματική και επιφέρουσα τελείωση κάποιου πράγματος, τρίτην ἐπενδίδωμι (ενν. πληγήν), το τρίτον και τελειωτικό χτύπημα, σε Αισχύλ.· πρβλ. σωτήρ I. 2.
II. τρίτη, με ή χωρίς τη λέξη ἡμέρα, η μέρα μετά την αυριανή, ἐς τρίτην ἡμέραν, σε Αριστοφ.· τῇ τρίτῃ, σε Ξεν.· αλλά, χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν, χθες και προχθές, στον ίδ.
III. τρίτον, ως επίρρ., κατά τρίτο λόγο, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.· επίσης, τὸ τρίτον
, σε Όμηρ., Αττ.·
IV. τρίτα, τά·
1. (ενν. ἱερά), θυσία υπέρ του νεκρού που γίνεται την τρίτη ημέρα μετά την κηδεία, σε Ισαίο.
2. τὰ τρίτα λέγειν τινί, παίζω τον τρίτο ρόλο, υποδύομαι το τρίτο πρόσωπο, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

τρίτος: третий: τοῖσι δ᾽ ἅμα τ. ἦρχον ἐγών Hom. с ними втроем предводительствовал и я; τ. αὐτός Luc. сам-третей, т. е. втроем; ἐκ τρίτου и ἐκ τρίτων Plat. на третьем месте, в-третьих - см. тж. τρίτα, τρίτον и τρίτη.

Middle Liddell

τρί˘τος, η, ον τρεῖς
I. the third, Lat. tertius, Hom., etc.; τρίτος ἦλθε he came himself the third, i. e. with two others, Od.; so, τρίτος αὐτός, attic:— the third often appears as completing the tale, τρίτην ἐπενδίδωμι (sub. πληγήν) the third and finishing stroke, Aesch.; cf. σωτήρ I. 2.
II. τρίτη, with or without ἡμέρα, the day after to-morrow, ἐς τρίτην ἡμέραν Ar.; τῇ τρίτῃ Xen.;—but, χθὲς καὶ τρ. ἡμέραν yesterday and the day before, Xen.
III. τρίτον as adv., thirdly, Soph., Eur., etc.; also, τὸ τρίτον Hom., attic
IV. τρίτα, ων, τά,
1. (sub. ἱερά) a sacrifice to the dead, offered the third day after the funeral, Isae.
2. τὰ τρίτα λέγειν τινί to play the third part to any one, Dem.