Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόσω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: πρόσω Medium diacritics: πρόσω Low diacritics: πρόσω Capitals: ΠΡΟΣΩ
Transliteration A: prósō Transliteration B: prosō Transliteration C: proso Beta Code: pro/sw

English (LSJ)

Ep., Ion., Pi., Trag. (but

   A f.l. for πρὸ ἕω in Th.4.103); poet. πρόσσω; also πόρσω, Pi., Trag.; later Att. πόρρω Pl., X., Com., Oratt. (πρόσω should be restored in S.Fr.858.3 and πόρσω in E.Rh.482): Th. never uses the word.—Regul. Comp. and Sup. προσωτέρω, πορρωτέρω, προσωτάτω, πορρωτάτω, v. προσωτέρω: poet. Comp. πόρσιον Pi.O.1.114: Sup. πόρσιστα Id.N.9.29. Adv.: (πρό).    A abs.:    I of Place, generally with a notion of motion, forwards, onwards, π. ἄγειν, φέρειν, Il.18.388, Od.9.542, etc.; [δοῦρα] ὄρμενα πρόσσω Il.11.572; ἵπποι πρόσσω μεμαυῖαι ib.615; πρόσω ἵεσθε 12.274, etc.; π. πᾶς πέτεται 16.265; π. κατέκυψε ib.611; π. ἀΐξας 17.734; π. τετραμμένος αἰεί ib.598; νέμεσθαι π. Hdt.3.133; παραγγεῖλαι, πέμψαι π., A.Ag.294,853; βῆναι, ἕρπειν π., S.Tr.195, 547; μὴ πόρσω φωνεῖν speak no further, Id.El.213 (lyr.); μηκέτι πάπταινε πόρσιον Pi.O.1.114: with Art., πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω Hdt.7.30, cf. 9.57; also ἰέναι τοῦ π. X.An.1.3.1; ἤϊε αἰεὶ ἐς τὸ π. Hdt.3.25.    II of Distance, far off, παπταίνειν τὰ πόρσω Pi.P.3.22; ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δ' ἀποστατῶν A.Eu.65; ὡς ἀπ' ὀμμάτων, πρόσω S.OC15; πρόσω λεύσσειν to see at a distance, Id.Fr.858.3; πόρρω ποι ἀπεσκοποῦμεν Pl.R.432e; ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκώς E.Ph.596; ἡ δέ γ' Εὔβοια . . παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ Ar.Nu.212; εἴτ' ἐγγύς, εἴτε πόρρω Pl. Prt.356e; πόρρω που ἐκτὸς ὄντι Id.R.499c, etc.; πόρρω ποιεῖν τι leave at a distance, Anaxil.22.18, cf. Herod.6.90 (dub.); πάνυ π. γενέσθαι X.Cyr.4.3.16; τὰ σκέλη κινεῖν ταχὺ καὶ π., of a runner, Arist.Rh. 1361b24; οἱ πόρρω βάρβαροι Id.EN1149a11.    2 too far, καὶ νῦν ἴσως πόρρω ἀποτενοῦμεν [τὸν λόγον] Pl.Grg.458b; οὐ πόρρω ἐθελήσαιμ' ἂν πιεῖν Id.Smp.176d.    3 in front, τὰ π. μέρη Gal.16.680, cf. 15.141, 18(2).265.    III of Time, forward, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, v. ὀπίσω 11; χρόνος . . ἰὼν πόρσω Pi.O.10(11).55; of continuance, A. Eu.747; hereafter, Pi.P.3.111; ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα as late as possible, Id.N.9.29; ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης far spent, Aeschin.3.122; μέχρι πόρρω till late, Arist.HA581a26.    B c. gen.:    I of Place, further into, π. τοῦ ποταμοῦ προβαίνειν X.An.4.3.28, cf. Hp.Mul.1.2: esp. metaph., προβήσεσθαι πόρρω μοχθηρίας will go far in wickedness, X.Ap.30; π. ἀρετῆς ἀνήκειν to have reached a high point of virtue, Hdt.7.237; οὕτω πόρρω σοφίας ἥκεις Pl.Euthd.294e; πόρρω σοφίας ἐλαύνειν Id.Euthphr.4b, cf. Grg.486a, Cra.410e, Ly.204b; π. τέχνης a past master, Ar. V.192 (v. infr. 11); π. πάνυ ἐλάσαι τῆς πλεονεξίας X.Cyr.1.6.39: also with Art., προβήσομαι ἐς τὸ π. τοῦ λόγου Hdt.1.5; ἐς τὸ π. οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πρηγμάτων Id.3.56; ἐς τὸ π. μεγάθεος τιμῶνται are honoured to a high point of greatness, i.e. very greatly, ib. 154.    II of Distance, far from, οὐ π. τοῦ Ἑλλησπόντου Id.5.13; οὐ π. Σπάρτης πόλις E.Andr.733; στάντες οὐ πόρρω τῶν βωμῶν Pl.Lg.800d, cf. X.An.3.2.22, etc.: metaph., π. δικαίων A.Eu.414; πόρρω τέχνης,= οὐκ ἀπὸ τέχνης, i. e. φύσει, Ar.V.192 (acc. to Sch., sed v. supr. B. 1); π. τοῦ χειρίσματος Hp.Art.11; οὐκέτι πόρρω διθυράμβων φθέγγομαι Pl.Phdr.238d; πόρρω που τῶν ἐμαυτῷ πεπολιτευμένων far below them, D.18.299; πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι Pl.Phd.96e; πόρρω τῶν πραγμάτων Isoc.4.16; πόρρω τοῦ διαφθείρειν Id.15.240; πόρρω λίαν τῆς ὑποθέσεως ἀποπλανηθῆναι Id.7.77; π. σαρκός very far (i. e. different) from, Arist.HA504b11, cf. Pl.R.581e: also folld. by ἀπό, ἐξαναχωρέειν π. ἀπὸ τῶν φορτίων Hdt.4.196; πάνυ πόρρω ἀπὸ τῆς θαλάσσης Antipho 5.27; ἀπὸ τοῦ τείχους X.Cyr.5.4.49; also οὕτω πόρρω εἶ περὶ τοῦ δικαίου so far out in your notions of right, Pl.R. 343c.    III of Time, ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός far into the night, Hdt.2.121.δ; ὡς π. τῆς νυκτὸς προελήλατο Id.9.44; διαλέγεσθαι πόρρω τῶν νυκτῶν Pl.Smp.217d; λίαν π. ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι Id.Prt.310c; ἐκάθευδον μέχρι π. τῆς ἡμέρας X.HG7.2.19; βιότου πόρσω E.Alc.910 (lyr.); π. ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου, θανάτου δὲ ἐγγύς Pl.Ap.38c; ὀψὲ καὶ π. τῆς ἡλικίας Plu.Dem.2.    2 οὐ π. ἑπτὰ ἡμερέων not longer than... Hp.Epid.4.38.

Greek (Liddell-Scott)

πρόσω: ποιητ. πρόσσω· Δωρ. καὶ ἀρχ. Ἀττ. πόρσω· νεώτερ. Ἀττ. πόρρω, ὡς παρὰ Λατ. porro· - Ὁ τύπος πρόσω εἶναι ὁ ἀρχαιότατος, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. Ἡροδ., Πίνδ, καὶ ἐν τῇ ἀρχαιοτέρᾳ Ἀττικῇ· πρόσσω παρ’ Ὁμ. καὶ Αἰσχύλῳ· πόρσω παρὰ Πινδ., Σοφ., Εὐρ.· πόρρω παρὰ Πλάτωνι, Ξεν., τοῖς Κωμ. καὶ τοῖς Ρήτορσι· (πρόσω γραπτέον ἐν Σοφ. Ἀποσπ. 737, καὶ πόρσω ἐν Εὐρ. Ρήσ. 482)· - Ὁ Θουκ. οὐδέποτε τῇ λέξει ταύτῃ ἐχρήσατο (διότι τὸ πρόσω, 4, 103, διορθοῦται εἰς πρὸ ἓω ἐξ Ἀντιγράφ). -- Ὁμαλὸν συγκρ. καὶ ϋπερθ. προσωτέρω, πορρωτέρω, προσωτάτω, πορρωτάτω, ἴδε ἐν λέξ. προσωτέρω· - ποιητ. συγκρ. πόρσιον, Πίνδ. Ο. 1. 183· ὑπερθ. πόρσιστα ὁ αὐτ. ἐν Ν. 9. 69· πρβλ. καὶ προτέρω· ἐπίρρ.· (πρό). Α. ἀπολ.· Ι. ἐπὶ τόπου, καθόλου μετὰ τῆς ἐννοίας κινήσεως, πρὸς τὰ ἐμπρός, ἐμπρός, περαιτέρω, πρ. ἄγειν, φέρειν· Ἰλ. Σ. 338, Ὀδ. Ι. 542, κτλ.· δοῦρα... ὄρμενα πρόσσω Ἰλ. Λ. 572· ἵπποι πρόσσω μεμαυῖαι αὐτόθι 615· πρόσσω ἵεσθαι Μ. 274, κτλ.· πρ. πᾶς πέτεται Π. 265· πρ. κατέκυψε αὐτόθι 611· πρ. ἀΐξας Ρ. 734· πρ. τετραμμένοις ἀεὶ αὐτόθι 598· πρόσω νέμεσθαι Ἡρόδ. 3. 133· παραγγέλλειν, πέμπειν πρόσω Αἰσχύλ. Ἀγ. 294, 853· βῆναι, ἕρπειν πρόσω Σοφ. Τρ. 195, 547· μὴ πόρσω φωνεῖν, μὴ φωνεῖν πλείονα, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 213· μηκέτι πάπταινε πόρσιον Πινδ, Ο. 1. 183· πόρρω ποι ἀποσκοπεῖσθαι Πλάτ. Πόλ. 432Ε· - ὡσαύτως μετὰ τοῦ ἄρθρου, πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω Ἡρόδ. 7. 30, πρβλ. 9. 57· ὡσαύτως, ἰέναι τοῦ πρ. Ξεν. Ἀν. 1. 3, 1· ἤιε ἀεὶ ἐς τὸ πρόσω Ἡρόδ. 3. 25. ΙΙ. ἐπὶ ἀποστάσεως, μακράν, πολὺ μακράν, εἰς μεγάλην ἀπόστασιν, παπταίνειν τὰ πόρσω Πινδ. Π. 3. 39· ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δ’ ἀποστατῶν Αἰσχύλ. Εὐμ. 65· ὡς ἀπ’ ὀμμάτων, πρόσω Σοφ. Ο. Κ. 15· πρόσω λεύσσειν, βλέπειν εἰς μεγάλην ἀπόστασιν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 737· ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκὼς Εὐρ. Φοίν. 596 (ἔνθα ἴδε Valck.)· ἡ δέ γ’ Εὔβοια... παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ Ἀριστοφ. Νεφ. 212· εἴτ’ ἐγγύς, εἴτε πόρρω Πλάτ. Πρωτ. 356Ε· πόρρω που ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 499C. κτλ.· ἡ δὲ Φρύνη τὴν Χάρυβδιν ουχὶ πόρρω που ποιεῖ, δὲν ἀπέχει πολὺ αὐτῆς, Ἀναξίλας ἐν «Νεοττίδι» 1. 18· πάνυ πρ. γενέσθαι Ξεν. Κύρ. 4. 3, 16· οἱ πόρρω βάρβαροι Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 7. 5, 6· - ἴδε ἐν λέξ. προσωτέρω. 2) παρὰ πολὺ μακράν, καὶ νῦν ἴσως πόρρω ἀποτενοῦμεν [τὸν λόγον] Πλάτ. Γοργ. 458Β· οὐ πόρρω ἐθελήσαιμ’ ἂν πιεῖν ὁ αὐτ. ἐν Συμν. 176D. ΙΙΙ. ἐπὶ χρόνου ἐμπρός, εἰς τὸ μέλλον, οὐδέ τι οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω, «τουτέστιν, οὐκ οἶδε προσκοπῆσαι καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἀπόβασιν τοῦ πράγματος» (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 343, ἀλλὰ κατά τινας τὸ πρόσσω δέον νὰ νοῆται ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἴδε τὴν λ. ὀπίσω: - ἀπὸ τοῦδε, εἰς τὸ ἑξῆς, εἰς τὸ μέλλον, Αἰσχύλ. Εὐμ. 747, πρβλ. Πινδ. Ο. 10 (11). 68, Π. 3. 197· ὡς πόρσιστα, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀργά, ὁ αὐτ. ἐν Ν. 9. 69· ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης, κατὰ πολὺ παρελθούσης, Αἰσχίν. 70. 41· μέχρι πόρρω, ἕως ἀργά, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 1, 4. Β. μετὰ γεν.· Ι. ἐπὶ τόπου, περαιτέρω, «παρέκει», πρ. τοῦ ποταμοῦ προβαίνειν Ξεν. Ἀνάβ. 4. 3, 28· πρβλ. εὐθὺς Β. Ι· - μεταφορ., προβήσεσθαι πόρρω τῆς μοχθηρίας, εἰς μέγαν βαθμὸν κακίας, ὁ αὐτ. ἐν Ἀπολ. 30· πρ. ἀρετῆς ἀνήκειν, εἰς μέγαν βαθμὸν ἀρετῆς, Ἡρόδ. 7. 237· οὕτω πόρρω σοφίας ἥκειν Πλάτ. Εὐθύδ. 294Ε· πόρρω σοφίας ἐλαύνειν ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρονι 4Β, πρβλ. Γοργ. 468Α, Κρατύλ. 410Ε, Λῦσ. 204Β· πρ. πάνυ ἐλάσαι τῆς πλεονεξίας Ξεν. Κύρ. 1. 6, 39· - ὡσαύτως μετὰ τοῦ ἄρθρου, προβήσομαι ἐς τὸ πρ. τοῦ λόγου Ἡρόδ. 1. 5· ἐς τὸ πρ. οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πραγμάτων ὁ αὐτ. 3. 56· ἐς τὸ πρ. μεγάθεος τιμῶμαι, τιμῶμαι εἰς μέγαν βαθμόν, αὐτόθι 154· τὰ σκέλη κινῶ πόρρω, δηλ. κάμνω μεγάλα βήματα, Ἀριστ. Ρητ. 1. 5, 14. ΙΙ. ἐπὶ ἀποστάσεως, μακρὰν ἀπό..., οὐ πρ. τοῦ Ἑλλησπόντου Ἡρόδ. 5. 13· οὐ πρ. Σπάρτης πόλις Εὐρ. Ἀνδρ. 733· οὐ πόρρω τῶν βωμῶν Πλάτ. Νόμ. 800C, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 3. 2, 22, κτλ.· ὡσαύτως μεταφ., πρ. δικαίων Αἰσχύλ. Εὐμ. 414· πρ. τοῦ χειρίσματος Ἱππ. π. Ἄρθρ. 788· οὐ πόρρω τῶν διθυράμβων φθέγγεσθαι Πλάτ. Θεαίτ. 238D· πόρρω που τῶν ἐμαυτῷ πεπολιτευμένων, πολὺ κατωτέρω, Δημ. 325. 21· πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι Πλάτ. Φαίδων 96Ε· πόρρω τῶν πραγμάτων Ἰσοκρ. 44Α· πόρρω τοῦ διαφθείρειν ὁ αὐτ. π. Ἀντιδ. § 240· πόρρω τέχνης, ἄνευ τέχνης, δηλ. φυσικῶς, Ἀριστοφ. Σφ. 192 (ἴδε Σχολ., ἕτεροι ἑρμηνεύουσιν: εἰς ὑψηλὸν βαθμόν..., ὡς ἐσημειώθη ἐν σημασίᾳ Ι)· τῆς ἡδονῆς οὐ πάνυ πόρρω Πλάτ. Πολ. 581Ε· πόρρω λίαν τῆς ὑποθέσεως ἀποπλανηθῆναι Ἰσοκρ. 155D· π. σαρκός, πολὺ μακρὰν (δηλ. διαφόρως) ἀπό..., Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 12, 11· - ὡσαύτως ἑπομένης τῆς προθ. ἀπό, πρ. ἀπὸ τῶν φορτίων Ἡρόδ. 4. 196· πάνυ πόρρω ἀπό τινος Ἀντιφῶν 132. 37· ἀπὸ τοῦ τείχους Ξεν. Κύρ. 5. 4, 49· - ὡσαύτως, οὕτω πόρρω περὶ τοῦ δικαίου, τόσον μακρὰν τῶν περὶ δικαίου ἰδεῶν τινος, Πλάτ. Πολ. 344Α. ΙΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός, ὅτε προεχώρησεν ἡ νύξ, Ἡρόδ. 2. 121, 4· πρ. τῆς νυκτὸς ἐλήλατο, ὁ αὐτ. 9. 44· διαλέγεσθαι πόρρω τῶν νυκτῶν Πλάτ. Συμπ. 217D· λίαν π. ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 310C· καθεύδει μέχρι π. τῆς ἡμέρας Ξεν. Ἑλλ. 7. 2, 19· βιότου πόρσω Εὐρ. Ἄλκ. 910· π. ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου, θανάτου δὲ ἐγγὺς Πλάτ. Ἀπολ. 38C· ὀψὲ καὶ π. τῆς ἡλικίας Πλουτ. Δημοσθ. 2. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πρόσω· ἔμπροσθεν, πρὸ τούτου». - Κατὰ Σουΐδ.: «πρόσω, ἔμπροσθεν» - καὶ «πρόσω ἀντὶ τοῦ ἀπωτέρω, εὐθεῖαν ἐδόκει ἐλαύνειν ὡς ἐπὶ Σελεύκειαν· εἶναι γὰρ οὐ πρόσω σφῶν τὴν Σελεύκειαν... καὶ αὖθις, εἶχε δὲ καὶ πεζοὺς οὐ πρόσω τῶν δισμυρίων, ἀντὶ τοῦ οὐ πλείους».

French (Bailly abrégé)

adv. et prép.
en avant;
A. adv.
I. avec idée de lieu;
1 en avant avec un verbe de mouv. ; τὸ πρόσω, m. sign.
2 au loin avec un verb. de mouv. ou de repos, mais impliquant l’idée d’un mouv. antér.
II. avec idée de temps en avant, càd dans l’avenir : ὁρᾶν πρόσσω καὶ ὀπίσσω IL voir dans l’avenir et dans le passé (v. ὀπίσω);
B. prép.
I. avec idée de lieu;
1 en avant dans, càd profondément dans : τοῦ ποταμοῦ XÉN en avant ou profondément dans le fleuve ; fig. πρόσω πάνυ τῆς πλεονεξίας XÉN très avant dans la voie de la cupidité ; ἐς τὸ πρόσω HDT en avant dans, à un haut degré, etc.
2 loin de : οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου HDT non loin de l’Hellespont ; avec ἀπὸ : πρόσω ἀπὸ τῆς πόλεως ISOCR loin de la ville;
II. avec idée de temps en avant dans : τῆς νυκτός HDT très avant dans la nuit;
Cp. προσωτέρω, Sp. προσωτάτω ou προσώτατα.
Étymologie: πρός, cf. πόρρω.

English (Autenrieth)

forward, in the future , Il. 16.265, Il. 1.343.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, ποιητ. τ. πρόσσω και πόρσω, αττ. τ. πόρρω, συγκριτ. τ. προσωτέρω και πορρωτέρω, ποιητ. τ. συγκριτ. πόρσιον, υπερθ. τ. προσωτάτω και πορρωτάτω, ποιητ. τ. υπερθ. πόρσιστα, Α
επιρρ. (τοπ. με την έννοια της κινήσεως) προς τα εμπρός (α. «πρόσω ολοταχώς» — κέλευσμα του κυβερνήτη πλοίου προς τον μηχανικό για να τεθούν γρήγορα σε κίνηση οι μηχανές και να κινηθεί το σκάφος προς τα εμπρός με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα
β. «βῆναι πρόσω», Σοφ.)
αρχ.
1. τοπ. α) σε μεγάλη απόσταση («παπταίνει τὰ πόρσω», Πίνδ.)
β) πάρα πολύ μακριά
γ) κατά μέτωπο
δ) παραπέρα («μὴ πρόσω δὲ τοῦ ποταμοῡ προβαίνειν», Ξεν)
2. χρον. α) στο μέλλον
β) στο εξής
γ) (με γεν.) φρ. i) «πρόσω τῆς νυκτός» — σε προχωρημένη ώρα της νύχτας
π) «πόρρω τοῦ βίου» — σε μεγάλη ηλικία
3. μτφ. σε μεγάλο βαθμό («εἰ μὴ πρόσω ἀρετῆς ἀνήκοι», Ηρόδ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. πρόσ(σ)ω (< πρότ-) έχει σχηματιστεί από την πρόθεση πρό με επίθημα -tyō (πρβλ ὀπίσω, εἴσω). Ο τ. πόρσω / πόρρω κατά μία άποψη συνδέεται με το λατ. porrō και εντάσσεται στην οικογένεια τών πέρας, πείρω, πόρος. Κατ' άλλη όμως άποψη, που φαίνεται περισσότερο πιθανή, ο τ. πόρσω έχει σχηματιστεί από τον τ. πρόσω με μετάθεση του -ρ- (πρβλ. προτί: πορτί, τ. του πρός). Την τελευταία άποψη ενισχύει και η ταυτόσημη σημ. τών πρόσω και πόρσω.

Greek Monotonic

πρόσω: ποιητ. πρόσσω· Δωρ. και αρχ. Αττ. πόρσω· μεταγεν. Αττ. πόρρω· ομαλ. συγκρ. και υπερθ. προσωτέρω, προσωτάτω, βλ. προσωτέρω· ποιητ. πόρσιον, πόρσιστα, σε Πίνδ. (πρό) ·Α. απόλ.:
I. λέγεται για τόπο, προς τα εμπρός, περαιτέρω, εις το εξής, σε Όμηρ. κ.λπ.· μὴ πόρσω φωνεῖν, μη μιλάς περισσότερο, στον ίδ.· μηκέτι πάπταινε πόρσιον, σε Πίνδ.· επίσης με άρθρο, πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω, σε Ηρόδ.· ἰέναι τοῦ πρόσω, σε Ξεν.
II. 1. λέγεται για απόσταση, μακριά από, πολύ μακριά, σε μεγάλη απόσταση, σε Πίνδ.· ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκώς, σε Ευρ.
2. πάρα πολύ μακριά, σε Πλάτ.
III. λέγεται για χρόνο, μπροστά, στο μέλλον, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, βλ. ὀπίσω· στο εξής, από εδώ κι εμπρός, σε Αισχύλ.· ὡςπόρσιστα, όσο είναι δυνατόν αργά, σε Πίνδ.· ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης, αργά κατά πολύ, σε Αισχίν.Β. με γεν.:
I. 1. λέγεται για τόπο, πέραν, πρόσωτοῦ ποταμοῦ, σε Ξεν.· μεταφ., πρόσω ἀρετῆς ἀνήκειν, σε μεγάλο βαθμό αρετής, σε Ηρόδ.· πόρρω τῆς μοχθηρίας, σε μεγάλο βαθμό κακίας, σε Ξεν. κ.λπ.· επίσης με άρθρο, προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου, σε Ηρόδ.· ἐς τὸ πρόσω μεγάθεος τιμᾶσθαι, τιμώμαι σε μεγάλο βαθμό λαμπρότητας, δηλ. εξαιρετικά, στον ίδ.
II. λέγεται για απόσταση, μακριά, σε απόσταση, οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου, στον ίδ.· μεταφ., πρόσω δικαίων, σε Αισχύλ.· πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι, σε Πλάτ.· επίσης ακολουθ. από πρόθ. ἀπό, πρόσω ἀπὸ τῶν φορτίων, σε Ηρόδ.· ἀπὸ τοῦ τείχους, σε Ξεν.
III. λέγεται για χρόνο, πρόσω τῆς νυκτός, αργά τη νύχτα, σε Ηρόδ., Πλάτ.· μέχρι τῆς ἡμέρας, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

πρόσω:
I эп.-ион. πρόσσω, дор. πόρσω adv. (compar. προσωτέρω, superl. προσωτάτω и προσώτατα) = πόρρω I.
II praep. cum gen. = πόρρω II.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόσω Ion. voor πόρρω.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adv.
Meaning: forward, onward, further etc. with the comp.form προσω-τέρω, -τάτω. Adv. πρόσω-θεν from far away (Ion. poet.), πρόσσοθεν (Ψ 533; after the other adv. in -οθεν; Schwyzer 628) (ep. ion. poet.).
Other forms: ep. also πρόσσω.
Origin: IE [Indo-European]\/GR [815] *proti against
Etymology: Formation like ὀπίσ(σ)ω, so prob. as fixed instr. from *πρότι̯ω, with ti̯o-suffix from πρό, perh. as thematic enlargement of πρότι; s. Schwyzer 500 and on μέτασσαι. After Lasso de la Vega Emer. 22. 93 from πρόσ-ω, like εἴσ-ω. -- Cf. πόρσω, πόρρω.

Middle Liddell

[πρό] poet. πόρσιον, πόρσιστα, Pind.]
A. absol.:
I. of Place, forwards, onwards, further, Hom., etc.; μὴ πόρσω φωνεῖν to speak no further, Hom.; μηκέτι πάπταινε πόρσιον Pind.:—also with the Art., πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω Hdt.; ἰέναι τοῦ πρ. Xen.
II. of Distance, far off, far away, Pind.; ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκώς Eur.
2. too far, Plat.
III. of Time, forward, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, v. sub. ὀπίσω;— henceforth, hereafter, Aesch.; ὡς πόρσιστα as late as possible, Pind.; ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης far spent, Aeschin.
B. c. gen.:
I. of Place, forwards to, further into, πρ. τοῦ ποταμοῦ Xen.:—metaph., πρ. ἀρετῆς ἀνήκειν to have reached a high point of virtue, Hdt.; πόρρω τῆς μοχθηρίας far in wickedness, Xen., etc.:— also with the Art., προβήσομαι ἐς τὸ πρ. τοῦ λόγου Hdt.; ἐς τὸ πρ. μεγάθεος τιμᾶσθαι to be honoured to a high point of greatness, i. e. very greatly, Hdt.
II. of Distance, far from, οὐ πρ. τοῦ Ἑλλησπόντου Hdt.: metaph., πρ. δικαίων Aesch.; πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι Plat.; also foll. by ἀπό, πρ. ἀπὸ τῶν φορτίων Hdt.; ἀπὸ τοῦ τείχους Xen.
III. of Time, πρόσω τῆς νυκτός far into the night, Hdt., Plat.; μέχρι π. τῆς ἡμέρας Xen.

Frisk Etymology German

πρόσω: (ep. ion. poet.),
{prósō}
Forms: ep. auch πρόσσω,
Meaning: vorwärts, weiter, ferner usw. mit den Steigerungsformen προσωτέρω, -τάτω. Adv. πρόσωθεν von fern her (ion. poet.), πρόσσοθεν (Ψ 533; nach den übr. Adv. auf -οθεν; Schwyzer 628).
Etymology : Bildung wie ὀπίσ(σ)ω, somit wohl als erstarrter Instr. aus *πρότι̯ω, mit ti̯o-Suffix von πρό, eventuell als thematische Erweiterung von πρότι; s. Schwyzer 500 und zu μέτασσαι. Nach Lasso de la Vega Emer. 22. 93 aus πρόσω, wie εἴσω. — Vgl. πόρσω, πόρρω.
Page 2,602