Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰνέω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: αἰνέω Medium diacritics: αἰνέω Low diacritics: αινέω Capitals: ΑΙΝΕΩ
Transliteration A: ainéō Transliteration B: aineō Transliteration C: aineo Beta Code: ai)ne/w

English (LSJ)

(cf. αἴνημι, αἰνίζομαι), impf.

   A ᾔνουν E.Hec.1154, Ion. αἴνεον Hdt.3.73: fut. αἰνήσω Od.16.380, Thgn.1080, Pi.N.1.72; in Att. Poets always αἰνέσω, as in Pi.N.7.63, Semon.7.112: aor. ᾔνησα Hom., opt. αἰνήσειε Simon.57.1; Dor. αἴνησα Pi.P.3.13; in Att. always ᾔνεσα, Ion. αἴνεσα Hdt.5.113: pf.ᾔνεκα (ἐπ-) Isoc.12.207:— Med., fut. αἰνέσομαι (only in compds. ἐπ-, παρ-):—Pass., aor. part. αἰνεθείς Hdt.5.102: pf.ᾔνημαι (ἐπ-) Hp.Acut.51, Isoc.12.233.—Poet. and Ion. Verb, very rare in good Att. Prose (Pl.R.404d, Lg.952c), ἐπαινέω being used instead:—properly, tell, speak of, A.Ag.98,1482 (both lyr.), Ch.192; σε κρηγύην αἰνεῖ reports of you as honest, Herod. 4.47.    II usu. praise, approve, opp. νεικέω, ψέγω, Il.10.249, Thgn. 612, etc.; ἀνδρὸς ὃν οὐδ' αἰνεῖν τοῖσι κακοῖσι θέμις Arist.Fr.673:— Pass., ὑπὸ Σιμωνίδεω αἰνεθείς Hdt.5.102; ἐπ' ἔργμασιν ἐσθλοῖς Theoc. 16.15.    b esp. in religious sense, glorify God, LXX 1 Ch.16.4, Ev.Luc.2.13, PMag.Par.1.1146, al.:—also c. dat., τῷ κυρίῳ, τῷ θεῷ, LXX 1 Ch.16.36, Apoc.19.5.    2 approve, advise, recommend Od. 16.380,403: c. inf., recommend to do a thing, euphem. for κελεύω, A.Ch.555,715 : c. part., αἰνεῖν ἰόντα to commend one's going, Id.Pers.643:—ὦ δεινὸν αἶνον αἰνέσας giver of dire counsel, S.Ph.1380:— c. acc. rei, to be content with, acquiesce in, γάμον Pi.P.3.13, cf. N.1.72, A.Eu.469, Supp.902,1070 (lyr.), E.Med.1157; θῆσσαν τράπεζαν αἰνέσαι Id.Alc.2.    3 praise, with collateral sense, decline courteously, νῇ ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ' ἐνὶ φορτία θέσθαι Hes.Op.643 (cf. Plu. 2.22f), cf. S.Fr.109; but, thank, cj.in E.Supp.388.    4 abs., approve, ὁ δᾶμος αἰνεῖ IG9(1).119 (Locr.).    III to promise or vow, τινί τι or τινὶ ποιεῖν τι, S.Ph.1398, E.Alc.12.

Greek (Liddell-Scott)

αἰνέω: πρβλ. αἴνημι, αἰνίζομαι: παρατ. ᾔνεον, ᾔνουν, Εὐρ. Ἴων. αἴνεον, Ἡρόδ. 3. 73, κτλ.: μέλλ. αἰνήσω, Ὀδ. Π. 380, Θέογν. 1080. Πινδ. Ν. 1, ἐν τέλ. - Παρ’ Ἀττ. Ποιητ. πάντοτε αἰνέσω, ὡς ἐν Πινδ. Ν. 7. 92. Σιμων. Ἀμοργ. 7. 112: ἀόρ. ᾔνησα, Ὅμ., εὐκτ. αἰνήσειε, Σιμων. 57. Δωρ. αἴνησα, Πινδ. Π. 3. 25. παρ’ Ἀττ. ἀείποτε ᾔνεσα, Ἰων. αἴνεσα, Ἡρόδ. 5. 113: πρκμ. ᾔνεκα, (ἐπ-), Ἰσοκρ. 276Β: - Μέσ. μέλλ. αἰνέσομαι (μόνον ἐν συνθέτ.: ἐπ- παρ-). - Παθ. ἀόρ. μετοχ. αἰνεθείς, Ἡρόδ. 5. 102: πρκμ. ᾔνημαι, (ἐπ-). Ἱππ. Ὀξ. 392. 34. Ἰσοκρ. 281C. - Ποιητ. καὶ Ἰων. ῥῆμα λίαν σπάνιον παρὰ τοῖς δοκίμοις τῶν πεζογρ. Ἀττ. (Πλάτ. Πολ. 404D, Νόμ. 952C), ἐπειδὴ ἀντ’ αὐτοῦ εἶναι ἐν χρήσει τὸ ἐπαινέω, πρβλ. προσέτι κατ-, παρ-, συν-, συνεπ-, ὑπερεπαινέω. Κυρίως: - λέγω, ὁμιλῶ περί τινος· (πρβλ. αἶνος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 98, 1482, Χο. 192, Σοφ. Φ. 1380.) ΙΙ. κοινῶς, ὡς τὸ Ἀττ. ἐπαινέω = ἐπαινῶ, ἐξυμνῶ, ἐπιδοκιμάζω τι, Λατ. laudo, μετ’ αἰτ., Ὅμ. καὶ Ἡρόδ. - Παθ. ἐπαινοῦμαι, ἐξυμνοῦμαι· ὑπὸ Σιμωνίδεω αἰνεθείς, Ἡρόδ. 5. 102, ἐπί τινι διὰ πρᾶγμά τι, Θεόκρ. 16. 15. 2) ἐπιτρέπω, συνιστῶ, Ὀδ. Π. 380, 403: μετ’ ἀπαρ. δίδω γνώμην, παραινῶ τινα νὰ πράξῃ τι, κατ’ εὐφημισμὸν ἀντὶ τοῦ κελεύω, Αἰσχύλ. Χο. 555, 715 (ὡς τὸ ἐπαινῶ, αὐτόθι 581)· ὡσαύτως μετὰ μετοχ. αἰνεῖν ἰόντα = ἐπιδοκιμάζω, συνιστῶ τὸ νὰ ὑπάγῃ τις, ὁ αὐτ. Πέρσ. 642. 3) ὡς τὸ ἀγαπάω= εἶμαι εὐχαριστημένος, συγκατανεύω, Πινδ. Ν. 1, 112· κἂν μὲν θέλωσιν αἰνέσαι, Εὐρ. Ἱκ. 388: - μετ’ αἰτ. πράγμ., εἶμαι εὐχαριστημένος μέ τι, συγκατανεύω εἴς τι, δέχομαι, γάμον, Πινδ. Π. 3. 25. πρβλ. Αἰσχύλ. Εὐμ. 469. Ἱκ. 902, 1071· θῆσσαν τράπεζαν αἰνέσαι, Εὐρ. Ἄλκ. 2. 4) ἀποκλίνω, ἀρνοῦμαι εὐγενῶς, ἀποποιοῦμαι, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 641. (πρβλ. Πλούτ 2. 22, ἐν τέλ.), Σοφ. Ἀποσπ. 96, ὡς τὸ laudare ἐν Οὐεργ. Γεωργ. 2, 412. ΙΙΙ. ὑπισχνοῦμαι ἢ ποιοῦμαι εὐχὴν (τάζω): τινί τι ἢ τινὶ ποιεῖν τι, Σοφ. Φ. 1398, Εὐρ. Ἄλκ. 12.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ᾔνουν, f. αἰνέσω, ao. ᾔνεσα, pf. inus.
Pass. ao. ᾐνέθην, pf. inus.
I. parler de, acc.;
II. trouver bon, d’où
1 louer, approuver ; αἰνεῖν τινά τινος louer qqn de qch ; ἐπί τινι αἰνεῖσθαι THCR être loué de qch;
2 acquiescer, consentir à, acc. ; avec un part. : ἰόντ’ αἰνέσατ’ ἐκ δόμων ESCHL laissez-le s’éloigner de la maison;
3 se résigner;
4 recommander, euphém. p. ordonner, prescrire;
5 promettre : τινί τι qch à qqn ; τινι avec une prop. inf. à qqn que ….
Étymologie: αἶνος.

English (Autenrieth)

(αἶνος), fut. αἰνήσω, aor. ᾔνησα: praise, commend, approve.

English (Slater)

αἰνέω (αἰνέω, -εῖ, -έοντι codd.: αἴνει; αἰνέων; αἰνεῖν: fut. αἰνέσω; αἰνήσειν: aor. αἴνησα, -εν, -αν; opt. αἰνήσαις; αἰνῆσαι: med. αἰνεῖσθαι codd.)
   a praise αἰνήσαις ἓ καὶ υἱόν (O. 9.14) αἴνει δὲ παλαιὸν μὲν οῖνον (O. 9.48) “ἐντὶ μὲν θνατῶν φρένες ὠκύτεραι κέρδος αἰνῆσαι” (P. 4.140) [αἰνέοντι codd.: ἐπαινέοντι Byz. (P. 5.107) ] κεῖνος αἰνεῖν καὶ τὸν ἐχθρὸν παντὶ θυμῷ σύν τε δίκᾳ καλὰ ῥέζοντ' ἔννεπεν (P. 9.95) αὐτὸν μὰνσεμνὸν αἰνήσειν νόμον (N. 1.72) ἕπεται δὲ λόγῳ δίκας ἄωτος, ἐσλὸν αἰνεῖν (N. 3.29) οἷον αἰνέων κε Μελησίαν ἔριδα στρέφοι (N. 4.93) [ἀγαθοῖς μὲν αἰνεῖσθαι (codd. contra metr.: ἀγαθοῖσί μιν αἰνεῖσθαι coni. Mingarelli: ἀγαθοῖσιν ἐπαινεῖσθαι Schroeder.) (N. 11.17) ] τὸν αἰνεῖν ἀγαθῷ παρέχει (I. 8.69) σοφοὶ δὲ καὶ τὸ μηδὲν ἄγαν ἔπος αἴνησαν περισσῶς fr. 35b. σὲ δ' ἐγὼ παρά μιν αἰνέω μέν, Γηρυόνα fr. 81 ad Δ. 2. ἄλλα δἄλλοισιν νόμιμα, σφετέραν δ' αἰνεῖ δίκαν ἀνδρῶν ἕκαστος fr. 215. 3. esp. of Pindar's own hymn, νιν αἰνέω μάλα μὲν τροφαῖς ἑτοῖμον ἵππων (O. 4.14) ἄνδρα παρ' Ἀλφείῳ στεφανωσάμενον αἰνέσω πυγμᾶς ἄποινα (O. 7.16) παῖδ' ἐρατὸν δ Ἀρχεστράτου αἴνησα (O. 10.100) ἄνδρα δ' ἐγὼ κεῖνον αἰνῆσαι μενοινῶν (P. 1.43) φίλον ἐς ἄνδρ' ἄγων κλέος ἐτήτυμον αἰνέσω (N. 7.63) αἰνέων αἰνητά, μομφὰν δ' ἐπισπείρων ἀλιτροῖς (N. 8.39) add. inf., αἰνέω καὶ Πυθέαν ἐν γυιοδάμαις Φυλακίδᾳ πλαγᾶν δρόμον εὐθυπορῆσαι (I. 5.59)
   b approve ἄλλον αἴνησεν γάμον κρύβδαν πατρός agreed to (P. 3.13) τὺ δέ, Διοδότοιο παῖ, μαχατὰν αἰνέων Μελέαγρον, αἰνέων δὲ καὶ Ἕκτορα Ἀμφιάρηόν τε, εὐανθἔ ἀπεπνεύσας ἁλικίαν (ζηλῶν Σ. emulating ) (I. 7.32)
   c frag. άινειτ[ P. Oxy. 2447. fr. 13.

Spanish (DGE)

• Morfología: [formas sin aum., impf. αἴνεον Hdt.3.73; aor. αἴνησα Pi.P.3.13, Hdt.5.113]
I 1consentir, asentir, aprobar abs. gener. en op. a algo dicho ὣς ἔφατ' Ἀτρεΐδης, ἐπὶ δ' ᾔνεον ἄλλοι Ἀχαιοί Il.3.461, cf. Od.12.294, 352, ὁ δᾶμος αἰνεῖ IG 9(1).119 (Elatea IV a.C.)
c. suj. θέμις o Zeus εἰ μέν κ' αἰνήσωσι Διὸς μεγάλοιο θέμιστες Od.16.403, cf. A.A.98, ἀνδρός. ὃν οὐδ' αἰνεῖν τοῖσι κακοῖσι θέμις Arist.Fr.673.3, Διὸς αἰνήσαντος con el consentimiento de Zeus Nonn.D.48.177.
2 c. ὅτι parecerle a uno bien, celebrar αἰνῶ δ' ὅτι μεθέστηκας φρενῶν celebro que hayas cambiado de manera de pensar E.Ba.944, αἰνῶ δ' ὅτι σέβεις τὸ σωφρονεῖν E.IA 824
c. ac. de abstr. o n. de acción dar la aprobación, asentir a γάμον Pi.P.3.13, γνώμην Hdt.3.76, τάδ' A.Ch.192, Eu.469, ᾔνεσ' ἀνδρὶ πάντα asintió en todo a su marido E.Med.1157, οὐκ αἰνῶ φόβον ὅστις φοβεῖται μὴ διεξελθὼν λόγῳ E.Tr.1165
contentarse con, asentir a la fuerza, resignarse a ἔτλην ἐγὼ θῆσσαν τράπεζαν αἰνέσαι θεός περ ὤν llegué a contentarme con la mesa de un siervo a pesar de ser un dios E.Alc.2, cf. Pl.R.404d, αἰνεῖν δ' ἀνάγκη ταῦτα E.El.1247, ἐνιαυσίαν ἔκδημον αἰνέσας φυγήν resignándose a un exilio de un año lejos de su tierra E.Hipp.37.
3 c. otras constr. consentir, dejar, permitir c. ac. y part. δαίμονα ... ἰόντ' αἰνέσατ' ἐκ δόμων permitid que el demon (Darío) abandone su morada A.Pers.642
c. dat. y or. de inf. ᾔνεσαν δέ μοι θεαὶ Ἄδμητον ᾍδην ... ἐκφυγεῖν las Parcas me permitieron que Admeto escapara al Hades E.Alc.12
c. dat. y part. concertado c. el suj. prometer ἃ δ' ᾔνεσάς μοι δεξιᾶς ἐμῆς θιγών lo que me prometiste cogiéndome de la mano S.Ph.1398.
4 fig. dar las gracias encarecidamente ταῦτα Hdt.3.139, κἂν μὲν θέλωσιν αἰνέσας παλίσσυτος στεῖχ' si aceptan, les das las gracias y vuelves sobre tus pasos E.Supp.388, esp. en negativas corteses αἰνῶ no, gracias S.Fr.109, Plu.2.22f.
II gener. c. ac. de pers., dioses o asim.
1 alabar, elogiar, decir que es bueno ἵνα σ' αἰνήσωσιν Ἀχαιοί Il.23.552, αἰνοῖεν ἄν με καὶ φίλον ποιοίατο me alabarían y harían su amigo Sol.25.5, ἀνδρῶν δ' αἰνεῖν τοῦτον Xenoph.1.19, τὸν κιθαριστὰν αἰνέοντι Alcm.38.3, ὑπὸ Σιμωνίδεω ... πολλὰ αἰνεθέντα Hdt.5.102, οὐ γὰρ ἔτ' ἄνδρες ἐπ' ἔργμασιν ὡς πάρος ἐσθλοῖς αἰνεῖσθαι σπεύδοντι los hombres ya no se esfuerzan como antes en ganar alabanzas por gestas gloriosas Theoc.16.15, νόμον Pi.N.1.72, Μεγακλείας αἴνεσον εὐξενίαν IG 5(2).461.2 (Megalópolis III a.C.)
c. pred. σ[ε] κ[ρ] ηγύην ... αἰνεῖ te alaba como buena Herod.4.47
de cosas νῆ' ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ' ἐνὶ φορτία θέσθαι alaba la nave pequeña, pero pon tus cargas en una grande Hes.Op.643, ἄλλος δ' ἀλλοίην αἰνεῖ, παῦροι δὲ ἴσασιν cada uno dice que es favorable un día diferente, pero pocos los conocen Hes.Op.824, μαζὸν ... ᾔνεσε νύμφης alabó el pecho de la muchacha Nonn.D.26.142, cf. en prosa, Pl.Lg.952c
alabar especialmente, preferir en un concurso τὴν δ' ᾔνησ' (Paris a Afrodita) Il.24.30.
2 c. ac. de la divinidad, esp. crist. alabar, glorificar Κύριον τὸν θεόν Ισραηλ LXX 1Pa.16.4, cf. LXX Si.51.1, 51.12, Eu.Luc.2.13, PMag.4.1146
abs. αἰνέσουσιν λέγοντες Εὐλογητὸς ὁ θεός LXX To.13.18BA
tb. c. dat. τῷ κυρίῳ LXX 1Pa.16.35, τῷ θεῷ Apoc.19.5.
III fig. recomendar encarecidamente, exhortar c. inf. αἰ. δὲ κρύπτειν τάσδε συνθήκας ἐμάς A.Ch.555, cf. 715, Supp.179, S.Ph.451
c. ac. int. ὦ δεινὸν αἶνον αἰνέσας oh tú que aconsejaste algo terrible S.Ph.1380.

• Etimología: Cf. het. enant- ‘manso’, part. intr. en -ant- de la raíz *ain-, de la que tb. se deriva toc. AB en- ‘instruir’. El sent. originario sería ‘ser agradable’.

English (Abbott-Smith)

αἰνέω, -ῶ (< αἶνος), poët., Ion. and late prose (MM, VGT, s.v.) for cl. ἐπαινέω, [in LXX chiefly for הלל, ידה ;]
to praise: c. acc, τ. θεόν, Lk 2:13,20 19:37 24:53, Ac 2:47 3:8,9, Ro 15:11; c. dat., τ. Θεῷ (Je 20:13, al. for הִלֵּל לְ; v. Field, Notes, 245), Re 19:5. †SYN.: ἐξομολογέω, εὐλογέω, εὐχαριστέω, μακαρίζω (v. DCG, i, 211).

English (Strong)

from αἶνος; to praise (God): praise.

English (Thayer)

(ῶ; (found in secular authors of every age (only twice in good Attic prose (where ἐπαινέω παραινέω. etc, take its place), Veitch), but especially frequent in the Sept. and the Apocrypha of the O. T.; from αἶνος); to praise, extol: τόν Θεόν, WH omit; Tr text brackets); τῷ Θεῷ, to sing praises in honor of God, L T Tr WH, as the Sept. in לְ הודָה), לְ הִלֵּל); (Winer s Grammar, § 31,1f.; Buttmann, 176 (153). Compare: ἐπαινέω, παραινέω.)

Greek Monotonic

αἰνέω: παρατ. ᾔνουν, Ιων. αἴνεον, μέλ. αἰνήσω, Αττ. αἰνέσω· αόρ. αʹ ᾔνησα, Αττ. ᾔνεσα, Ιων. αἴνεσα· παρακ. ᾔνεκα — Μέσ., μέλ. αἰνέσομαι — Παθ., αόρ. αʹ ᾐνέθην, παρακ. ᾔνημαι. Ποιητ. και Ιων. ρήμα· το ἐπαινέω χρησιμ. αντί αυτού στον Αττ. πεζό λόγο·
I. κυρίως, λέω ή μιλώ για κάτι (πρβλ. αἶνος), σε Αισχύλ.
II. 1. συνήθως γενικά, μιλώ επαινετικά, εξυμνώ, επαινώ, επιδοκιμάζω, Λατ. laudo, με αιτ., σε Όμηρ., Ηρόδ.
2. επιτρέπω, συνιστώ, σε Ομήρ. Οδ.· με απαρ., συνιστώ σε κάποιον να κάνει κάτι, τον παροτρύνω, σε Αισχύλ.· επίσης με μτχ.· αἰνεῖν ἰόντα, επιδοκιμάζω, επικροτώ το να πάει κάποιος, στον ίδ.
3. όπως το ἀγαπάω, είμαι ευχαριστημένος, ικανοποιημένος, στέργω, συναινώ, δίνω τη συγκατάθεσή μου, συγκατανεύω, σε Ευρ.· με αιτ. πράγμ., είμαι ευχαριστημένος, ικανοποιημένος με κάτι, δίνω τη συγκατάθεσή μου σε κάτι, δέχομαι· γάμον, σε Πίνδ. κ.λπ.· θῆσσαν τράπεζαν αἰνέσαι, σε Ευρ.
4. αρνούμαι ευγενικά, σε Ησίοδ.·
III. υπόσχομαι ή δηλώνω, τάζω, ορκίζομαι· τί τινι ή τινὶ ποιεῖν τι, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

αἰνέω: (impf. ᾔνεον, ᾔνουν - ион. αἴνεον; fut. αἰνήσω и αἰνέσω; aor. ᾔνεσα - эп. ᾔνησα, дор. αἴνησα, ион. αἴνεσα)
1) говорить, высказывать (τι Aesch., Soph.);
2) хвалить, одобрять (τινα и τι Hom., Her., Plat.; ὑπό τινος αἰνεθείς Her.; ἐπ᾽ ἔργμασι ἐσθλοῖς αἰνεῖσθαι Theocr.);
3) предлагать, предписывать, требовать: εἰ κ᾽ αἰνήσωσι Διὸς θέμιστες Hom. если таковы веления Зевса; αἰνῶ δὲ πράσσειν ὡς ὑπευθύνῳ τάδε Aesch. я приказываю это (тебе), и ты за это будешь в ответе;
4) давать согласие, обещать Eur.: ἀ δ᾽ ᾔνεσάς μοι Soph. то, что ты обещал мне; ἰόντα τινἀ αἰ. ἑκ δόμων Aesch. разрешить кому-л. покинуть дом;
5) подчиняться, покоряться, послушно принимать (τι Pind.): πράξας γὰρ ἐν σοὶ πανταχῆ τάδ᾽ αἰνεσω Aesch. всему, что ты ни сделаешь, я покоряюсь; θῆσσαν τράπεζαν αἰνέσαι Eur. примириться с рабской пищей;
6) вежливо отклонять: νῆ᾽ ὀλίγην αἰ., μεγάλῃ δ᾽ ἐνὶ φορτία θέσθαι Hes. отклонять с благодарностью маленькое судно и грузить свои грузы на большое.

Middle Liddell


This is a Poet. and ionic Verb, while ἐπαινέω is used in attic Prose
I. properly, to tell or speak of (cf. αἶνος), Aesch.
II. commonly, to speak in praise of, praise, Lat. laudo, c. acc., Hom., Hdt.
2. to allow, recommend, Od.: c. inf. to recommend to do a thing, Aesch.; also c. part., αἰνεῖν ἰόντα to commend one's going, Aesch.
3. like ἀγαπάω, to be content, acquiesce, Eur.:—c. acc. rei, to be content with, acquiesce in, γάμον Pind., etc.; θῆσσαν τράπεζαν Eur.
4. to decline courteously, Hes.
III. to promise or vow, τί τινι or τινὶ ποιεῖν τι Soph., Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰνέω αἶνος Ion. imperf. αἴνεον ; Att. poet. aor. ᾔνεσα, ep. ᾔνησα, Ion. αἴνεσα, Dor. αἴνησα ; fut. αἰνέσω, ep. αἰνήσω
1. prijzen, loven; met acc. of dat.:; θεῷ God NT Apoc. 19.5; ook als beleefde manier om iets te weigeren:; νῆ ’ ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ ’ ἐνὶ φορτία θέσθαι prijs een klein schip, maar laad je vracht op een groot schip (‘bedank vriendelijk voor een klein schip, maar...’) Hes. Op. 643; afgezwakt: zeggen, spreken van :. μέγαν... δαίμονα... αἰνεῖς je spreekt van een grote godheid Aeschl. Ag. 1482 (lyr.).
2. goedkeuren, instemmen (met), toestaan; abs.:; εἰ μέν κ ’ αἰνήσωσι Διὸς μεγάλοιο θέμιστες als de orakels van de grote Zeus instemmen Od. 16.403; met ptc. acc. : δαίμονα … ἰόντ ’ αἰνέσατ ’ ἐκ δόμων sta toe dat dit goddelijke wezen uit uw vertrekken (d.w.z. uit de onderwereld) naar buiten komt Aeschl. Pers. 643.
3. accepteren, zich tevreden stellen met, zich neerleggen bij :. αἰνεῖν φυγήν zich neerleggen bij zijn ballingschap Eur. Hipp. 37; αἰνεῖν δ ’ ἀνάγκη ταῦτα je moet je hierbij neerleggen Eur. El. 1247.
4. toezeggen, met acc. en dat.:; ἃ δ ’ ᾔνεσάς μοι... ταῦτά μοι πρᾶξον wat je me hebt toegezegd, dat moet je doen Soph. Ph. 1398; met dat. en AcI :. ᾔνεσαν δέ μοι θεαὶ Ἄδμητον Ἅιδην... ἐκφευγεῖν de godinnen hebben mij toegezegd dat Admetus de Hades mag ontvluchten Eur. Alc. 12.