Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνατείνω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀνατείνω Medium diacritics: ἀνατείνω Low diacritics: ανατείνω Capitals: ΑΝΑΤΕΙΝΩ
Transliteration A: anateínō Transliteration B: anateinō Transliteration C: anateino Beta Code: a)natei/nw

English (LSJ)

poet. ἀντ-,

   A lift up, χεῖρας ἀ., in swearing, Pi.O.7.65; also in prayer, Id.I.6(5).41; εὐξόμεθ' . . ἀνατείνοντες τὼ χεῖρ' Ar.Av. 623; as token of assent in voting, X.An.5.6.33, etc.    2 stretch forth, so as to threaten, τὴν μάχαιραν ἀνατεταμένος X.Cyr.4.1.3:— Med. (with aor. 1 Pass.), οὐδὲ Πολυδεύκεος βία χεῖρας ἀντείναιτ' ἂν ἐναντίον αὐτῷ Simon.8; οὐδὲν ἂν ὑμῖν εἶχε ἀνατείνασθαι φοβερόν hold out any alarming threat, D.19.153: abs., threaten, Plb.5.55.1: c. dat., 4.82.8: c. fut. inf., 4.18.10.    3 hold up, offer as a prize, Pi.N.8.25 (Pass.).    4 present a document to a magistrate, BGU613.3 (ii A.D.).    5 lift up, exalt, κῦδός τινος Pi.N.8.34; ἀνατείνασθαι ἀρχήν strain or augment its force, Plu.Cleom.10.    6 lift up, κάρα Pi.N.1.43; ἑαυτόν Ael.NA3.21; ἀ. τὰς ὀφρῦς pucker, Luc.Tim.54.    7 of sound, strain to a high pitch, Arist.Pr.920b20 (Pass.).    8 metaph., excite, τινά Plu.2.60c:—Pass., Phld.Lib.p.44O.; of the soul, etc., ἐς ἀμέθεκτον αἰτίαν Procl.Inst.100, cf. 23.    II spread out, expand, e.g. a line of battle, τὰ κέρατα X.Cyr.7.1.6, cf. ib.23; ἀετὸς ἐπὶ δόρατος ἀνατεταμένος spread eagle, ib.4; ἀ. ἱστία πρὸς ζυγόν Pi.N.5.51:— Pass., to be distended upwards, Ti.Locr.102a; extend, εἰς ὕψος Plb.9.21.10.    III hold out, persevere, esp. in abstinence from food, Sor. 1.56, Arr.Epict.2.17.9.    IV intr., reach up, stretch up, πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Hdt.7.67.    2 extend, stretch out, ὄρος . . ἀ. ἐς τὴν Οἴτην Hdt.7.176, cf. 8.107, Arist.HA524b19, Epicur.Nat.11.5, Inscr.Prien.37.160, 42.69: metaph. in Pass., πρὸς ἄφρονας ταῦτ' ἀ. these things only reach or affect foolish people, Phld.Herc.1251.12.

German (Pape)

[Seite 210] (s. τείνω), 1) in die Höhe strecken, emporhalten, σκέλη Ar. Av. 1 254; ἄντεινον Ach. 731; χεῖρα, als Zeichen der Beistimmung, die gew. Form der Abstimmung, Xen. An. 3, 2, 9 u. öfter; beim Schwur, πρὸς τὸν οὐρανόν Cyr. 6, 1, 4; ἀνατεταμένος τὴν μάχαιραν ὡς παίσων, mit gezogenem Schwerte, 4, 1, 3; übtr., τὴν ψυχήν, den Geist erheben, spannen, Tim. Lex. Plat. und Sp.; ψυχῆς ὄμμα Philo; πάντας ἀνατείνας, alle gespannt habend, Plut. discr. am. et ad. 26. – 2) ausstrecken, ausdehnen, τὰ κέρατα, des Heeres, Xen. Cyr. 7, 1, 6; vgl. Pol. 1, 27; ἀετὸς ἀνατεταμένος, ein Adler mit ausgebreiteten Flügeln, Cyr. 7, 1, 16; ἑαυτὸν ἐπί τινι, stolz sein auf etwas, Luc. D. Mart. 10, 9. Dah. bes. med., ἀνατείνασθαί τινι, drohen, τινὶ φοβερόν τι Dcm. 19, 153; Pol. 4, 82 u. öfter; φόβον τινί 2, 52; ἀπειλάς Diod. 14, 3; ἀναταθεὶς φόβον τοῦτον Pol. 32, 21, 13; aber ἀνατείνασθαι ἀρχήν, ein Amt haben, Plut. Cleom. 10; ὠτὸς ἀνατείνεσθαι, an den Ohren gezupft werden, Plut. Cat mai. 20. – 3) Intrauf., sich hinauf erstrecken, πέδιλα εἰς γόνυ ἀνατείνοντα Her. 7, 67; λόφος ἀνατείνων ἐς ὕψος ἱκανόν, auch bloß ἱκανόν, Pol. 18, 5. 11, 5, wofür er 9, 21, 10 οἰκίαι εἰς ὕψος ἀνατεταμέναι sagt; auch sich hin erstrecken, Pol. ἐς τὸ πέλαγος 1, 27; oft Plut. – 4) ἀνάτεινον, bei Arrian., enthalte dich der Speise, faste.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνατείνω: ποιητ. ἀντείνω: (ἴδε τείνω): - ἐκτείνω πρὸς τὰ ἄνω, σηκώνω ἢ κρατῶ ὑψηλά, ὑψώνω, χεῖρα ἀν., ὑψώνω τὴν χεῖρα καὶ ὁρκίζομαι, Πινδ. Ο. 7. 120∙ ὡσαύτως ἐν προσευχῇ, ὁ αὐτ. Ι. 6 (5), 60∙ εὐξόμεθ’ .. ἀνατείνοντες τὼ χεῖρ’ Ἀριστοφ. Ὄρν. 623∙ ὡς σημεῖον συναινέσεως ἢ ἐγκρίσεως, καὶ ὅτῳ δοκεῖ, ἔφη, ταῦτα, ἀράτω τήν χεῖρα· καὶ ἀνέτειναν πάντες, Ξεν. Ἀν. 5. 6, 33, κτλ. 2) ἀνατείνω, ἀνυψῶ τι ἀπειλητικῶς, τὴν μάχαιραν ἀνατεταμένος Ξεν. Κύρ. 4.1, 3· οὕτως ἐν τῷ μέσ., οὐδὲ Πολυδεύκεος βία χεῖρας ἀντείναιτ’ ἂν ἐναντίον αὐτῷ Σιμων. 8 [20]· οὐδὲν ἂν ὑμῖν εἶχεν ἀνατείνασθαι φοβερόν, νὰ ἐπισείσῃ εἰς ἡμᾶς φοβεράν τινα ἀπειλήν, Δημ. 389.1, πρβλ. Πολύβ. 5. 55, 1. 3) κρατῶ ὑψηλά, προβάλλω ὡς βραβεῖον, Πινδ. Ν. 8. 43· ἐν τῷ παθ. 4) ἐξηγῶ, μεγαλύνω, κῦδός τινος, αὐτόθι 58· ἀνατείνασθαι ἀρχήν, ἐντείνω, ἐπαυξάνω τὴν δύναμιν αὐτῆς, Πλουτ. Κλεομ. 10. 5) ἀνυψῶ, ἐγείρω, κάρα Πινδ. Ν. 1. 65· ἑαυτὸν Αἰλ. π. Ζ. 3. 21· ἀν. τὰς ὀφρῦς, ἀνασπάω, 6, Λουκ. Τίμ. 54: - Παθ., τείνω πρὸς τὰ ἄνω, ἐντείνω τὰς δυνάμεις μου πρὸς τὰ ἄνω, οἷον ὡς ἐπὶ τῆς ψυχῆς, συχν. παρὰ τοῖς νεωτέροις Πλατωνικοῖς, Ρουγκ. Τίμ., κτλ. 6) ἐντείνω, «τεντώνω», μεταφ., διεγείρω, τινὰ Πλούτ. 19. 37. ΙΙ. ἐκτείνω, π.χ. τὰ κέρατα τῆς φάλαγγος ἐν ὥρᾳ μάχης, κάμπτοντες ἀνέτεινον τὰ κέρατα Ξεν. Κύρ. 7.1, 6· τὰ ἀνατεινόμενα κέρατα ὁ αὐτ. 23· ἀετὸς ἐπὶ δόρατος ἀνατεταμένος, ὑψωμένος, αὐτόθι 4· ἀν. ἱστία πρὸς ζυγὸν Πινδ. Ν. 5. 93: - Παθ., ἐκτείνομαι, διαστέλλομαι, Τίμ. Λοκρ. 102Α. ΙΙΙ. ἐντείνω τὰς δυνάμεις μου, ἐπιμένω ἰδίως ἐπὶ ἐγκρατείας, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 17, 9. IV. ἀμετάβ. ἐκτείνομαι πρὸς τὰ ἄνω, φθάνω μέχρι.. πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Ἡρόδ. 7. 67· ἀν. εἰς ὕψος Πολύδ. 9. 21, 20. 2) ἐκτείνομαι, ὄρος .. ἀνατεῖνον ἐς τὴν Οἴτην Ἡρόδ. 7. 176, πρβλ. 8. 107, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 4. 1, 20.

French (Bailly abrégé)

f. ἀνατενῶ;
I. tr. 1 tendre en levant : τὴν χεῖρα lever la main pour voter ; ἀν. τὰς δεξίας XÉN tendre les mains en signe d’amitié ; τὴν μάχαιραν ἀνατεταμένος XÉN avec l’épée tendue;
2 tenir levé, redresser : ἑαυτόν ÉL se redresser, faire le fier;
3 déployer : ἀετὸς χρυσοῦς ἐπὶ δόρατος ἀνατεταμένος XÉN aigle d’or posé, les ailes étendues, sur une lance ; déployer une ligne de bataille, les ailes d’une armée;
II. intr. 1 être tendu en hauteur ; πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνονται HDT chaussures qui montent jusqu’au genou;
2 s’étendre : ἐς τὴν Οἴτην HDT se prolonger jusqu’à l’Œta;
Moy. ἀνατείνομαι;
1 tendre en levant;
2 fig. tenir en suspens, acc.;
3 tendre fortement : ἀνατείνασθαι ἀρχήν PLUT accroître son pouvoir.
Étymologie: ἀνά, τείνω.

English (Slater)

ἀνατείνω, ἀντείνω
   a hold up ἐκέλευσεν Λάχεσιν χεῖρας ἀντεῖναι (O. 7.65) ὁ δ' ὀρθὸν μὲν ἄντεινεν κάρα (sc. Ἡρακλέης) (N. 1.43) ὁ δ' ἀνατείναις οὐρανῷ χεῖρας ἀμάχους (sc. Ἡρακλέης: Boeckh: ἀντείναις codd.) (I. 6.41) pass., be held up, offered met., μέγιστον δ' αἰόλῳ ψεύδει γέρας ἀντέτᾰται (N. 8.25)
   b hoist, haul up met. διδοῖ φωνάν, ἀνὰ δ' ἱστία τεῖνον πρὸς ζυγὸν καρχασίου i. e. hold nothing back (N. 5.51)
   c uphold (πάρφασις)· ἃ τὸ μὲν λαμπρὸν βιᾶται, τῶν δ' ἀφάντων κῦδος ἀντείνει σαθρόν (N. 8.34)

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. ἀντ- Pi.N.8.25, Simon.4
A tr.
I c. mov. hacia arriba
1 de miembros del cuerpo extender hacia arriba, levantar el brazo para orar o jurar, Pi.O.7.65, I.6.41, B.11.100, 13.138, Democr.B 30, X.Cyr.4.2.17, 18, τὼ χεῖρε Ar.Au.623, cf. Arist.Mu.400a16, LXX 2Ma.15.21
en asambleas para votar καὶ ὅτῳ δοκεῖ ταῦτα, ἀνατεινάτω τὴν χεῖρα. καὶ ἀνέτειναν πάντες X.An.3.2.9, cf. 38, 5.6.33, 7.3.6
para indicar que uno se rinde o deserta, X.Cyr.6.3.13
en gener. levantar κάρα Pi.N.1.43, βραχίονα en tratamientos, Hp.Art.11, 12, εἰς οὐρανὸν τοὺς ὀφθαλμούς alzar los ojos al cielo LXX 4Ma.6.6, pero ὀφθαλμούς abrir los ojos Hp.Morb.2.22.
2 en v. med., de manos, armas y usos fig. levantar amenazadoramente, esgrimir, blandir ἀνατεταμένος ... τὴν μάχαιραν X.Cyr.4.1.3
levantarle a uno la mano οὐδὲ Πολυδεύκεος βία χεῖρας ἀντείναιτό κ' Simon.4
fig. amenazar con οὐδὲν ἂν ὑμῖν εἶχε ἀνατείνασθαι φοβερόν D.19.153, νόμων ... θάνατον ἀνατ[εινομέ] νων Phld.Herc.1251.12.4, πόλεις, ἃς μὲν πείθων, αἷς δὲ τὸν φόβον Plb.2.52.1, cf. 4.82.8
c. fut. inf. διαρπάσειν τὰ θρέμματα Plb.4.18.10.
3 de cosas poner en alto, ofrecer en v. pas. μέγιστον ... γέρας ἀντέταται el mayor premio ha sido ofrecido Pi.N.8.25
presentar, elevar un documento PMich.616.13 (II d.C.)
fig. exaltar κῦδος Pi.N.8.34
izar, desplegar ἱστία Pi.N.5.51.
4 c. ac. de pers. excitar la atención de πάντας Plu.2.60c.
II sin mov. hacia arriba
1 tender, estirar τὰ ῥάμματα Hp.Acut.(Sp.) 61.
2 extender, desplegar τὰ κέρατα de un ejército, X.Cyr.7.1.6, en v. pas. ἀετὸς ... ἐπὶ δόρατος ... ἀνατεταμένος águila desplegada sobre una lanza como distintivo, X.Cyr.7.1.4, cf. 23 (cf. quizá I 1).
3 fig. extender, intensificar ἀρχήν Plu.Cleom.10.
4 imponer abstinencia, matar de hambre ὄνους ἀνέτεινον, ἵνα δύνωνται ταῖς παρ' αὐτοὺς τροφαῖς χρᾶσθαι Sch.Call.Fr.1.43.
B intr.
I 1subir, llegar πέδιλα δὲ ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Hdt.7.67
en v. med. subir, elevarse εἰς ὕψος Plb.9.26a.10, del precio θεωρῶν τὰν τῶ σίτω τιμὰν ἀνατεινομέναν SEG 26.1817.47 (Arsínoe II a.C.), ἄνω τῇ ἐννοίᾳ Clem.Al.Paed.1.5.16
ser de tono alto οἱ νόμοι ὄρθιοι ... χαλεποὶ ᾄσαι διὰ τὸ ἀνατεταμένοι εἶναι Arist.Pr.920b20, cf. Tz.Comm.Ar.3.1062.17.
2 extenderse, alcanzar, llegar abs. εἰ ... ψιλώσειε δὲ ᾗ ὁ μῦς ἀνατείνει si se deja al aire (el hueso) en el sitio donde el músculo (deltoides) se extiende Hp.Art.1
c. constr. de direcc. o locales (ἱμάντι) ἀνατείνοντι ἐς τὴν μεσόδμην Hp.Art.70, ὄρος ... ἐς τὴν Οἴτην Hdt.7.176, cf. 8.107, Arist.HA 524b19, ἀνατείνοντες εἰς τὸ μέρος τῆς πάσης γῆς, οὗ μετέβημεν avanzando hacia la parte de la tierra por donde anduvimos Epicur.Fr.[26] 37.1, ἐφ' οὗ ἀνατείνει ἁ ... φάραγξ IPr.37.160, cf. 42.69
en v. med. mismo sent. (αἱ φρένες) ἀνατέτανται μάλιστα ἐν τῷ σώματι (el diafragma) ocupa una mayor extensión dentro del cuerpo Hp.Morb.Sacr.17.3, ὄψις πόρρω ἀνατεινομένη ἀσθενὴς γίνεται Arist.Pr.912b34, χήλη ἀνατεινομένη εἰς Ἰταλὸν ζέφυρον Posidipp.12.4P., ἀνατείνεσθαι δεῖ πρὸς τὴν τοῦ ὅλου γνῶσιν Procl.in Ti.1.206.17, cf. 207.18.
3 fig. c. εἰς y πρός afectar, atañer εἰς τὸ κοινὸν Phld.Rh.1.213.17, πρὸς ἄφρονας ταῦτ' ἀνατείνουσι esas cosas afectan a los tontos Phld.Herc.1251.12, πολλὰ πρὸς τὸ ἀνθρώπινον ἀνατεινόμενος διελέχθη dijo muchas cosas refiriéndose a la naturaleza humana Basil.M.29.404B
tender εἰς ἀμέθεκτον ἀρχὴν καὶ αἰτίαν Procl.Inst.100, cf. 23.
4 ayunar ὁ μὲν λέγει «ἀνάτεινον», ὁ δέ ... «δὸς τροφήν» el uno dice «guarda ayuno», el otro «dale alimento» Arr.Epict.2.17.9, ἀνατείνειν ... πρὸς μίαν ἡμέραν Sor.40.13.

Greek Monolingual

ἀνατείνω)
ανυψώνω, τεντώνω προς τα επάνω
νεοελλ.
τεζάρω, τεντώνω
αρχ.
1. υψώνω απειλητικά
2. επαυξάνω, εντείνω
3. επεκτείνω, απλώνω
4. (αμτβ.) εκτείνομαι, καταλαμβάνω έκταση, φθάνω μέχρι.

Greek Monotonic

ἀνατείνω: ποιητ. ἀν-τείνω, μέλ. -τενῶ,
I. 1. τεντώνω, εκτείνω, χεῖρα ἀν., σηκώνω το χέρι σε ορκωμοσία ή προσευχή, σε Πίνδ.· ή ως ένδειξη συναίνεσης, έγκρισης σε ψηφοφορία, σε Ξεν.
2. εκτείνω προς τα μπροστά, τὴν μάχαιραν ἀνατεταμένα, με προτεταμένο το σπαθί του, στον ίδ.· οὐδὲνἀνατείναθαι φοβερόν, να επισείσει καμιά ανησυχητική απειλή, σε Δημ.
3. κρατώ ψηλά ως βραβείο, σε Πίνδ.
4. σηκώνω, ανυψώνω, στον ίδ.
II. εκτείνω, μεγαλώνω, δηλ. τη γραμμή της μάχης, σε Ξεν.· ἀετὸςἀνατεταμένος, υψωμένος αετός, στον ίδ.
III. αμτβ., εκτείνομαι προς τα πάνω, φθάνω μέχρι κάποιου σημείου, πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνοντα, σε Ηρόδ.· εκτείνομαι, απλώνομαι, οὖρος ἀν. ἐς τὴν Οἴτην, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀνατείνω: поэт. ἀντείνω
1) протягивать вверх, простирать, поднимать (χεῖρα οὐρανῷ Pind. или εἰς τὸν οὐρανόν Arst., Plut. и πρὸς τὸν οὐρανόν Xen.): ἀετὸς ἀνατεταμένος Xen. орел с распростертыми крыльями; τὰς ὀφρῦς ἀνατείνας Luc. с высоко поднятыми бровями; ἀ. ἑαυτὸν ἐπί τινι Luc. важничать из-за чего-л.; ἀνατείνεσθαι τὴν ἀρχήν Plut. расширять, увеличивать свою (служебную) власть; τὸ ξίφος ἀ. Plut. поднимать меч на кого-л.;
2) тянуть: τοῦ ὠτὸς ἀνατείνεσθαι Plut. быть выдранным за уши;
3) воен. вытягивать, растягивать, развертывать (τὰ κέρατα Xen.);
4) простираться, достигать, доходить (εἰς ὕψος Polyb.; εἰς τὸ πέλαγος Polyb.; πλέονδέκα σταδίους Plut.): πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Her. обувь, доходящая до колен;
5) держать в напряженном состоянии: ἀ. πάντας Plut. привлекать всеобщее внимание;
6) med. грозить, угрожать: ἀ. τινι φοβερόν Dem. или φόβον Polyb. держать кого-л. в страхе.

Middle Liddell


I. to stretch up, hold up, χεῖρα ἀν. to lift up the hand in adjuration or in prayer, Pind.; or as token of ascent in voting, Xen.
2. to stretch forth, τὴν μάχαιραν ἀνατεταμένος with his sword stretched out, Xen.; οὐδὲν ἀνατείνασθαι φοβερόν to hold out no alarming threat, Dem.
3. to hold up as a prize, Pind.
4. to lift up, exalt, Pind.
II. to stretch out, extend, e. g. a line of battle, Xen.; ἀετὸς ἀνατεταμένος a spread eagle, Xen.
III. intr. to reach up, πέδιλα ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Hdt.: to extend out, οὖρος ἀν. ἐς τὴν Οἴτην Hdt.