Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκέψις

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: σκέψις Medium diacritics: σκέψις Low diacritics: σκέψις Capitals: ΣΚΕΨΙΣ
Transliteration A: sképsis Transliteration B: skepsis Transliteration C: skepsis Beta Code: ske/yis

English (LSJ)

εως, ἡ, (σκέπτομαι)

   A viewing, perception by the senses, ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σ. Pl.Phd.83a; observation of auguries, Hdn.8.3.7.    II examination, speculation, consideration, τὸ εὕρημα πολλῆς σκέψιος Hp. VM4, cf. Pl.Alc.1.130d; βραχείας σ. Id.Tht.201a; νέμειν σ. take thought of a thing, v.l. in E.Hipp.1323; ἐνθεὶς τῇ τέχνῃ σ. Ar.Ra. 974; σ. ποιεῖσθαι Pl.Phdr.237d; σ. προβέβληκας Id.Phlb.65d; σ. λόγων Id.R.336e; σ. περί τινος inquiry into, speculation on a thing, Id.Grg.487e, etc.; περί τι Id.Lg.636d; ἐπὶ σκέψιν τινὸς ἐλθεῖν X. Oec.6.13.    2 speculation, inquiry, ταῦτα ἐξωτερικωτέρας ἐστὶ σκέψεως Arist.Pol.1254a34; ἔξω τῆς νῦν σ. Id.Ph.228a20; οὐκ οἰκεῖα τῆς παρούσης σ. Id.EN1155b9, etc.    3 hesitation, doubt, esp. of the Sceptic or Pyrthonic philosophers, AP7.576 (Jul.); the Sceptic philosophy, S.E.P.1.5; οἱ ἀπὸ τῆς σ. the Sceptics, ib.229.    4 in politics, resolution, decree, συνεδρίον Hdn.4.3.9, cf. Poll.6.178.

German (Pape)

[Seite 894] ἡ, das Betrachten, die Betrachtung, Untersuchung, Ueberlegung; Eur. Hipp. 1323; περί τινος, Plat. Gorg. 487 e; περί τι, Legg. I, 636 d; ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σκέψις, Phaed. 83 a; mit folgendem Fragesatze, ἵνα μοι χρόνος ἐγγένηται τῇ σκέψει, τί λέγοι ὁ ποιητής, Prot. 339 e; σκέψιν ποιεῖ. σθαι, = σκέπτομαι, Phaedr. 237 d, wie Pol. 8, 18, 5; Xen. Hier. 9, 9; das Bedenken, bes. der Skeptiker od. Pyrrhoniker (s. σκεπτικός) die auch οἱ ἀπὸ τῆς σκέψεως heißen, S. Emp. pyrrh. 1, 229.

Greek (Liddell-Scott)

σκέψις: -εως, ἡ (σκέπτομαι) παρατήρησις, τὸ θεᾶσθαι, παρατηρεῖν διὰ τῶν αἰσθήσεων, ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σκ. Πλάτ. Φαίδων 83Α· τὸ ἀγρυπνεῖν, φυλάττειν, Ἡρῳδιαν. 8. 3. II. ἐξέτασις, ἔρευνα, θεωρία, πολλῆς σκέψιος τὸ εὕρημα Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 9, πρβλ. Πλάτ. Ἀλκ. 1. 130D· βραχείας σκέψεως ἐστὶ ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 201Α· νέμειν σκέψιν, σκέπτομαι περί τινος, Εὐρ. Ἱππ. 1323· ἐνθείς τῇ τέχνῃ σκέψιν Ἀριστοφ. Βάτρ. 974· σκέψιν ποιεῖσθαι Πλάτ. Φαῖδρ. 237D· προβάλλειν σκ. ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 65D· σκ. λόγων ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 336Ε, περί τινος, ἐξέτασις, διάσκεψις περί τινος, ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 487Ε, κτλ.· περὶ τι ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 636D· ἐπὶ σκέψιν τινὸς ἐλθεῖν, ἰέναι, ὁρμᾶ Ξεν. Οἰκ. 7, 13, Πλάτ., κλπ. 2) ἔρευνα, ζήτησις, ταῦτα ἐξωτερικωτέρας ἐστὶ σκέψεως Ἀριστ. Πολιτικ. 1, 5, 4· ἔξω τῆς νῦν σκ. ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 5, 9· οὐκ οἰκεῖα τῆς παρούσης σκ. ὁ αὐτ. ἐν Ἠθικ. Νικ. 8. 1, 7, κτλ. 3) δισταγμός, ἀμφιβολία, μάλιστα ἐπὶ τῶν σκεπτικῶν ἢ Πυρρωνικῶν φιλοσόφων, Ἀνθ. Π. 7. 576· ἴδε σκεπτικός ΙΙ. 4) ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀπόφασις, ψήφισμα, Λατ. consultum, συνεδρίου Ἡρῳδιαν. 4. 3, 21, πρβλ. Πολυδ. Ϛ΄, 178.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 perception par la vue;
2 fig. examen, réflexion.
Étymologie: σκέπτομαι.

Greek Monotonic

σκέψις: -εως, ἡ (σκέπτομαι),·
I. παρατήρηση, αντίληψη μέσω των αισθήσεων, σε Πλάτ.
II. 1. υπόθεση, θεωρία, ζήτημα, υπολογισμός, έρευνα, στον ίδ.· νέμειν σκέψιν, σκέφτομαι για ένα ζήτημα, στοχάζομαι, συλλογίζομαι, σε Ευρ.· ἐνθεὶς τῇ τέχνῃ σκέψιν, σε Αριστοφ.· σκέψις περί τινος ή τι, η έρευνα για κάτι, η μελέτη για ένα ζήτημα, σε Πλάτ.
2. δισταγμός, ενδιασμός, αμφιβολία, αναφέρεται στους Σκεπτικούς φιλοσόφους (βλ. σκεπτικός), σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

σκέψις: εως ἡ
1) рассматривание, разглядывание (ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σ. Plat.);
2) рассмотрение, исследование, разбор (τινός, περί τινος и περί τι Plat.);
3) колебание, сомнение: σκέψιν παύειν Anth. класть предел сомнениям;
4) филос. скептическая школа: οἱ ἀπὸ τῆς σκέψεως Sext. философы скептической школы.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκέψις, -εως, ἡ [σκέπτομαι] observatie, inspectie. beschouwing, overweging, onderzoek:. τὴν σκέψιν ποιώμεθα εἴτε... laten we het onderzoek richten op de vraag of… Plat. Phaedr. 237d; ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως ἐξωτερικωτέρας ἐστὶ σκέψεως maar dat hoort misschien bij een soort onderzoek dat te ver voert Aristot. Pol. 1254a34.

Middle Liddell

σκέψις, εως, σκέπτομαι
I. a viewing, perception by the senses, Plat.
II. speculation, consideration, Plat.; νέμειν σκέψιν to take thought of a thing, Eur.; ἐνθεὶς τῇ τέχνῃ σκέψιν Ar.; σκ. περί τινος or τι inquiry into, speculation on a thing, Plat.
2. hesitation, doubt (v. σκεπτικόσ), Anth.