Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑφαίνω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ὑφαίνω Medium diacritics: ὑφαίνω Low diacritics: υφαίνω Capitals: ΥΦΑΙΝΩ
Transliteration A: hyphaínō Transliteration B: hyphainō Transliteration C: yfaino Beta Code: u(fai/nw

English (LSJ)

[ῠ], Ion. impf.

   A ὑφαίνεσκον Od.19.149: fut. ὑφᾰνῶ Ar.Ec. 654 (anap.): aor. ὕφηνα Od.4.739, 13.303, Ar.Lys.586, etc.; later ὕφᾱνα, LXXJd.16.14, Inscr.Délos 442 A206 (ii B. C.), AP6.265 (Noss.), Hymn.Is.14; as Dor. form, B.5.9, al.: pf. ὕφαγκα (συν-) D.H.Comp. 18, (παρ-) Ph.Byz.Mir.2.5:—Med., v. infr.: aor. ὑφηνάμην Pl.Phd. 87b, X.Mem.3.11.6:—Pass., aor. ὑφάνθην Pl.Ti.72c, (ἐν-, συν-) Hdt. 1.203, 5.105: pf. ὕφασμαι Antiph.99, Luc.VH1.18, (ἐν-) Hdt. 3.47, (παρ-) X.Cyr.5.4.48, but 3sg. ὕφανται S.E.M.8.129; a form ὑφήφασμαι is cited in Suid., ὑφήφανται in Phryn.PSp.32 B., ὑφήφασται Choerob. in Theod.2.91 H., ὑφύφασται Zenod. ap. EM785.46, Eust.1436.51: cf. ἐξυφαίνω. [ῠ exc. in augm. tenses.]:—weave, freq. in Hom., who always joins ἱστὸν ὑφαίνειν (cf. ὑφάω), Il.6.456, Od.2.104, al.; except in 13.108, φάρε' ὑφαίνουσιν; so ὑ. ὕφασμα E.Ion 1417; χλαῖναν Ar.Lys.586; ἱμάτιον Pl.Hp.Mi.368c; ἐν εὐπήνοις ὑφαῖς ὑ. τι E.IT814; ἐν Ἐκβατάνοισι ταῦθ' ὑφαίνεται Ar.V.1143; ἀράχνια ὑ., of spiders, Arist.HA542a13, cf. 623a8: abs., weave, ply the loom, Hdt.2.35; αἱ ὑφαίνουσαι Arist.GA717a36; αἴγειροι πτελέαι τε ἐΰσκιον ἄλσος ὕφαινον Theoc.7.8 (cj. Heinsius for ἔφαινον):— Med., ἱμάτιον ὑφαίνεσθαι Pl.Phd.87b, cf. X.Mem.3.11.6 sq.:—Pass., λίθος ὑφαινομένη, i.e. asbestos, Str.10.1.6.    II contrive, plan, of all schemes, good or bad, which are craftily imagined, freq. in Hom.; πυκινὸν δόλον ἄλλον ὕφαινε Il.6.187; ἔνδοθι μῆτιν ὑ. Od.4.678; ἐνὶ φρεσὶ μῆτιν ὑφήνας ib.739; μῆτιν ὕφαινε μετὰ φρεσίν Hes.Sc.28, cf. B.16.51; δόλους καὶ μῆτιν ὑ. Od.9.422; μύθους καὶ μήδεα πᾶσιν ὑ. Il.3.212, cf. Call.Fr.3ii10P. (Pass.); ταῦθ' ὕφηναν ἡμῖν ἐπὶ τυραννίδι this was the plot they laid against us to bring in tyranny, Ar.Lys. 630; πάντα . . ἐκ φρενὸς ὑφάνασα Hymn.Is.14:—Med., Nicopho 5: but ὑφαίνεται is f.l. for ὑφαίνετε in Lyr.Adesp.ap. Stob.1.5.11 (v. NauckTGF2p.xx).    III generally, create, construct, οἰκοδομήματα Pl.Criti.116b; ὄλβον Pi.P.4.141; θεμείλια Φοῖβος ὑφαίνει he lays the foundation, Call.Ap.57; κηρὸν ὑ. Tryph.536:—Pass., ἀναίμου ὑφανθέντος [τοῦ σπληνός] Pl.Ti.72c.    2 compose, write, ποικίλον ἄνδημα (metaph. of an ode) Pi.Fr.179; ὕμνον B.5.9. (ὑφ-αίνω, cf. ὑφή, ὕφος, OE. wefan 'weave', Skt. ubhnāti 'hold together, cover, bind'.)

Greek (Liddell-Scott)

ὑφαίνω: [ῠ], Ἰων. παρατατ. ὑφαίνεσκον Ὀδ. Τ. 149· μέλλ. ὑφᾰνῶ Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 654· ἀόρ. ὕφηνα Ὀδ. Δ. 739, Ν. 303, Ἀττ. μεταγεν. ὕφᾱνα Ἀνθ. Π. 6. 265· πρκμ. ὕφαγκα (συν-) Διονύσ. Ἁλ. περὶ Συνθ. 18. ― Μέσ., ἴδε κατωτ.· ἀόρ. ὑφηνάμην Πλάτ., Ξεν.· ― Παθ., ἀόρ. ὑφάνθην Πλάτ. Τίμ. 72C (ἐν-, συν-) Ἡρόδ.· πρκμ. ὕφασμαι Ἀντιφάνης ἐν «Εὐπλοίᾳ» 2, Λουκ. περὶ Ἀληθ. Ἱστ. 1. 18, (ἐν-) Ἡρόδ. 3. 47· (παρ-) Ξεν. Κύρ. Παιδ. 5. 4, 48, ἀλλὰ γ΄ ἑνικ. ὕφανται Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 8. 139· τύπος τις ὑφήφασμαι μνημονεύεται ἐν τοῖς Α. Β. 20, Σουΐδ., ὑφύφασμαι δὲ παρ’ Εὐστ. 1436. 51, Ἐτυμολογικ. Μέγ. 785. 46, πρβλ. ἐξυφαίνω. (Ἐκ τῆς √ΥΦ παράγονται καὶ αἱ λέξεις ὑφάω, ὑφή, ὕφος· πρβλ. Σανσκρ. vabh ἐν τῷ ûrna-vabhis (ἡ ὑφαίνουσα νῆμα, δηλ. ἀράχνη)· Ἀρχ. Γερμ. web-an (ὑφαίνω, Ἀγγλ. to weave)· Ἀρχ. Σαξον. webbi· πρβλ. καὶ ὕμνος.) [ῠ, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν τοῖς μετ’ αὐξήσεως χρόνοις.] Ὡς καὶ νῦν, ὑφαίνω, συχν. παρ’ Ὁμ., ἔνθα ἀείποτε μετὰ τῆς λέξεως ἱστός, ἱστὸν ὑφαίνειν (πρβλ. ὑφάω), Ἰλ. Ζ. 456, Ὀδ. Β. 104, κλπ.· πλὴν ἐν Ν. 108, φάρε’ ὑφαίνουσιν· οὕτως, ὑφ. ὕφασμα Εὐρ. Ἴων 1417· χλαῖναν Ἀριστοφ. Λυσ. 586· ἱμάτιον Πλάτ. Ἱππ. Ἑλάττ. 386C· ἐν εὐπήνοις ὑφαῖς ὑφαίνω τι Εὐρ. Ἰφιγ. ἐν Ταύρ. 814· ταῦτα ἐν Ἐκβατάνοισι Ἀριστοφ. Σφ. 1143· ἀράχνια ὑφ., ἐπὶ ἀραχνῶν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 8, 4. πρβλ. 9. 39, 3· ― ἀπολ., ὑφαίνουσι δὲ οἱ μὲν ἄλλοι ἄνω τὴν κρόκην ὠθέοντες, Αἰγύπτιοι δὲ κάτω Ἡρόδ. 2. 35· αἱ ὑφαίνουσαι Ἀριστ. περὶ Ζῴων Γεν. 1. 4, 6· ― ἐν Θεοκρ. 7. 8, ὁ Heinsius διώρθωσεν αἴγειροι πτελέαι τε ἐΰσκιον ἄλσος ὕφαινον (ἀντὶ ἔφαινον), ὡς τὸ τοῦ Οὐεργιλ. vites umbracula texunt. ― Μέσ., ἱμάτιον ὑφαίνεσθαι Πλάτ. Φαίδων 87Β, πρβλ. Ξεν. Ἀπομν. 3. 11. 6 κἑξ.· ― Παθ., λίθος ὑφαινομένη, δηλ. ἄσβεστος (ΙΙ. 2), ἀμίαντος, «ἐν δὲ τῇ Καρύστῳ καὶ ἡ λίθος φύεται ἡ ξαινομένη καὶ ὑφαινομένη, ὥστε τὰ ὕφη χειρόμακτρα γίνεσθαι, ῥυπωθέντα δὲ εἰς φλόγα βάλλεσθαι καὶ ἀποκαθαίρεσθαι» Στράβ. 446. ΙΙ. μηχανῶμαι, ἐφευρίσκω πανούργως, ὡς τὰ ῥήματα ῥάπτειν, ὑπορράπτειν, Λατ. texere, ἐπὶ πάσης ἐπινοίας καλῆς ἢ κακῆς μετά τινος δεξιότητος ἐπινοουμένης, συχν. παρ’ Ὁμ., πυκινὸν δόλον ἄλλον ὕφαινε Ἰλ. Ζ. 187· ἔνδοθε μῆτιν ὑφ. Ὀδ. Δ. 678. ἐνὶ φρεσί, μετὰ φρεσὶ μῆτιν ὑφήνας αὐτόθι 739, Ἡσ. Ἀσπὶς Ἡρ. 28· δόλους καὶ μῆτιν ὑφ. Ὀδ. Ι. 422· μύθους καὶ μήδεα πᾶσιν ὑφ. Ἰλ. Γ. 212· ταῦθ’ ὕφηναν ἡμῖν ἐπὶ τυραννίδι, ταῦτα παρεσκεύασαν ἐναντίον ἡμῶν διὰ νὰ εἰσαγάγωσι τὴν τυραννίδα, Ἀριστοφ. Λυσ. 630· πάντα... ἐκ φρενὸς ὑφάνασα Ἑλλ. Ἐπιγρ. 1028. 14. ― Μέσ., Σοφ. Ἀποσπ. 604, πρβλ. Νικοφῶντα ἐν «Πανδώρᾳ» 1. ΙΙΙ. καθόλου, δημιουργῶ, παρασκευάζω, κατασκευάζω, οἰκοδομήματα Πλάτ. Κριτί. 116Β· ὄλβον Πινδ. Π. 4. 250· θεμείλια Φοῖβος ὑφαίνει, καταβάλλει τὰ θεμέλια, Καλλιμ. ὕμν. Ἀπόλλ. 56· κηρὸν ὑφ. Τρυφιοδ. (γρ. Τριφ-.) 536. ― Παθ., ἅτε κοίλου καὶ ἀναίμου ὑφανθέντος (τοῦ σπληνὸς) Πλάτ. Τίμ. 72C. 2) ὡς τὸ Λατιν. texere, συντίθημι, συγγράφω, Πινδ. Ἀποσπ. 149 (170), Χριστοδ. Ἔκφρ. 70, κλπ.

French (Bailly abrégé)

f. ὑφανῶ, ao. ὕφηνα, pf. inus.
Pass. f. inus., ao. ὑφάνθην, pf. ὕφασμαι, ὕφασαι, ὕφανται, ὑφάσμεθα, ὕφασθε;
tisser : ἱστόν IL, OD une voile ; φάρε’ ὑφ. OD confectionner un voile ; fig. δόλον IL, μῆτιν OD ourdir une ruse, une intrigue ; συγγραφήν ÉL composer un écrit;
Moy. ὑφαίνομαι (ao. ὑφηνάμην) tisser pour soi : ἱμάτιον PLAT se tisser un vêtement.
Étymologie: R. Ὑφ, tisser ; cf. ὑφή, ὕμνος ; de i.-e. *Hebh, cf. web.

English (Autenrieth)

ὑφόωσιν, ipf. iter. ὑφαίνεσκον, aor. 1 ὕφηνα: weave, ἱστόν, ‘at the loom.’ (The Greek loom stood upright, like the Roman loom represented in the cut, or like the Egyptian loom in cut No. 59.) Fig., devise, contrive, as we sayspin,’ δόλον, μῆτιν, ι , Od. 4.678.

English (Slater)

ὑφαίνω
   1 weave met., create “ἀλλ' ἐμὲ χρὴ καὶ σὲ θεμισσαμένους ὀργὰς ὑφαίνειν λοιπὸν ὄλβον” (P. 4.141) ὑφαίνω δ Ἀμυθαονίδαισιν ποικίλον ἄνδημα (i. e. τὸν ὕμνον) fr. 179.

Greek Monolingual

ὑφαίνω, ΝΜΑ, και φαίνω Ν, και επικ. τ. ὑφάω Α
συμπλέκω νήματα με τον υφαντικό ιστό προκειμένου να κατασκευάσω ύφασμα (α. «τήν πήραν και τήν βάλανε στον αργαλειό να υφάνει», δημ. τραγούδι
β. «καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῡσα, πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις», Ομ. Ιλ.)
2. μτφ. σχεδιάζω μυστικά κάτι, κυρίως κακό, με επιδεξιότητα και πανουργία, εξυφαίνω (α. «υφαίνουν συνωμοσία» β. «οἱ δ' ἔνδοθι μῆτιν ὕφαινον», Ομ. Οδ.)
νεοελλ.
(η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) υφασμένος, -η, -ο
υφαντός
αρχ.
1. (απλώς) χρησιμοποιώ τον αργαλειό
2. παρασκευάζω, δημιουργώ κάτι («τὰ δὲ οικοδομήματα ποικίλα ὕφαινον», Πλάτ.)
3. μτφ. (για συγγραφέα) συγγράφω
4. φρ. «λίθος ὑφαινομένης» — αμίαντος (Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὑφαίνω (< υφ-αν-) έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα ubh- της ΙΕ ρίζας webh- «υφαίνω, πλέκω, συνάπτω» με έρρινο πρόσφυμα -αν- και επίθημα - και συνδέεται με τα: αρχ. ινδ. ubhnāti, unapti, umbhati «προσκολλώ, συνδέω», αβεστ. ubdaēna «ύφασμα», αρχ. άνω γερμ. weban «υφαίνω, πλέκω» (πρβλ. και τα νεώτερα: γερμ. weben «υφαίνω», αγγλ. weave «υφαίνω», web «πλέγμα, ιστός αράχνης»). ( ΠΑΡ.) ύφανση, υφαντής / υφάντης, υφαντός, ύφασμα, υφή, ύφος
αρχ.
υφαντάριος, υφαντείον, ύφαντρον, υφαντών
νεοελλ.
υφαινίστρα.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) ανυφαίνω, ενυφαίνω, εξυφαίνω, παρυφαίνω, συνυφαίνω
αρχ.
διυφαίνω, εφυφαίνω, καθυφαίνω, περιυφαίνω, προσυφαίνω
νεοελλ.
αγανοϋφαίνω, αποϋφαίνω, αριοϋφαίνω, κρονστοϋφαίνω, λεπτοϋφαίνω, ξεϋφαίνω, πυκνοϋφαίνω, σφιχτοϋφαίνω, χρυσοϋφαίνω].

Greek Monotonic

ὑφαίνω: [ῠ], Ιων. παρατ. ὑφαίνεσκον· μέλ. ὑφᾰνῶ, αόρ. αʹ ὕφηνα, μεταγεν. ὕφᾱνα, παρακ. ὕφαγκα — Παθ., αόρ. αʹ ὑφάνθην, παρακ. ὕφασμαι·
I. υφαίνω, πλέκω, ἱστὸν ὑφαίνειν, πλέκω, υφαίνω ιστό, σε Όμηρ.· ἱμάτιον, σε Πλάτ. κ.λπ.· απόλ., πλέκω, χειρίζομαι, εργάζομαι στον αργαλειό, σε Ηρόδ. — Μέσ., ἱμάτιον ὑφαίνεσθαι, πλέκω ένα πέπλο, μανδύα, ρούχο για τον εαυτό μου, σε Πλάτ.
II. μηχανεύομαι, σκαρώνω, σχεδιάζω, επινοώ, εφευρίσκω, Λατ. texere, δόλον ὑφαίνειν, σε Ομήρ. Ιλ.· μῆτιν ὑφαίνει, σε Ομήρ. Οδ.
III. γενικά, δημιουργώ, κατασκευάζω, οικοδομώ, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ὑφαίνω: (ῠ) ὑφή (fut. ὑφᾰνῶ, aor. ὕφηνα - эп. ὕφᾱνα; pass.: aor. ὑφάνθην, pf. ὕφασμαι) тж. med.
1) ткать (ἱστόν Hom.; ὕφασμα Eur.; θοἰμάτιον Plat.): αἱ ὑφαίνουσαι Arst. ткачихи; αἱ φάλαγγες ἀράχνια λεπτὰ ὑφηνάμεναι Xen. пауки, соткавшие себе тонкую паутину;
2) вить, сплетать (ποικίλον ἄνδημα Pind.);
3) придумывать, замышлять, затевать (δόλους καὶ μῆτιν Hom.): ὑ. τί τινι ἐπὶ τυραννίδι Arph. строить козни для захвата власти над кем-л.;
4) строить, устраивать, готовить (οἰκοδόμημα Plat.; ὄλβον Pind.).

Middle Liddell


I. to weave, ἱστὸν ὑφαίνειν to weave a web, Hom.; ἱμάτιον Plat., etc.:—absol. to weave, ply the loom, Hdt.:—Mid., ἱμάτιον ὑφαίνεσθαι to weave oneself a cloak, Plat.
II. to contrive, plan, invent, Lat. texere, δόλον ὑφαίνειν Il.; μῆτιν ὑφ. Od.
III. generally, to create, construct, Pind.

Frisk Etymology German

ὑφαίνω: (seit Il.),
{huphaínō}
Forms: Aor. ὑφῆναι (seit Od.), ὑφᾶναι (B. [dor.], hell. u. sp. nach τετρᾶναι u.a.), Pass. ὑφανθῆναι (ion. att.), Fut. ὑφανῶ (att.), Perf. Pass. ὕφασμαι (ion. att.), Akt. συν-, παρ-, ἐξύφαγκα (D.H. u.a.),
Grammar: v.
Meaning: weben, anzetteln, ersinnen, verfertigen.
Composita : oft m. Präfix, z.B. ἐν-, ἐξ-, συν-,
Derivative: Davon 1. ὑφαντός (τρι-, ἀν-, ἐν- usw.) gewebt (seit Od.; Ammann Mv. χάριν 1, 17). 2. ὑφάντης (συν-, ταπιδ- usw.) m. Weber (att., Arist., Pap.. Inschr. u.a.), -τρια f. (sp.; -τρα f., Mayser I : 3, 82), mit -τικός, ἡ ~ -τικὴ (τέχνη), zum Weber gehörig, Weberei (att. usw.). 3. -τάριος ib. (Kyzikos). 4. ὕφασμα (ἐξ-, ἐν- u.a.) n. Webearbeit, Gewebe (seit γ 274; vgl. Wace AmJArch 52, 51ff.,452) mit -μάτιον H. s. προγωνίαν; ὕφαμμα (att. Inschr. IVa; vgl. Schwyzer 524 A. 2). 5. ὕφανσις (συν-) f. das Weben (Pl., Gal., Poll.). 6. ὕφαντρον n. Weberlohn (Pap.). 7. -τεῖον n. Weberei (Pap. IIIa); -τών (?) ib. (Pap. IIp). — Epische Nebenformen (vgl. unten): ὑφάω in ὑφόωσι (η 105), ὑφανάω in ὑφανόωντας (Man. 6, 433). — Weitere Nomina, wohl Rückbildungen (vgl. unten): 1. ὑφή (παρ-, συν-, ἐφ-, γυναικο-) f. Gewebe (Trag., Pl., Arist., hell. u. sp.). 2. ὕφος n. ib. (Pherekr., Eub., hell. u. sp.). Als Hinterglied (verbal assoziiert): 1. Adj. -υφής, z.B. συνυφής zusammengewebt (:συνυφή, συνυφαίνω, Arist.), f. pl. συνύφειαι Wachszellen (Arist.; Lesung nicht ganz sicher), παρυφής ‘mit einer Borte (παρυφή) versehen’ (Ar. Fr. 320, 7, Poll., Phot.), f. -ίς mit einer Borte versehenes Kleid (Men., Poll.); ἡμιυφής ‘halb- gewebt’ (att. Inschr. IVa). 2. Subst. -υφος, z.B. λίνυφος (λινό- ~) m. Leineweber (Pap., Inschr.).
Etymology : Gegen die naheliegende Annahme, ὑφαίνω sei ein Denominativum von ὑφή, ὕφος, spricht entschieden die Chronologie der Belege. Vielmehr ist ὑφαίνω aus einem älteren primären Präsens urngebildet worden (Fraenkel Nom. ag. 2, 85 m. Lit., Schwyzer 694; vgl. unten), wozu ὑφή, ὕφος (für erwartetes *ϝέφος) wohl am ehesten als Rückbildungen traten; sie können aber an sich auch alte primäre Nomina vertreten. Als Zufälligkeitsbildungen der epischen Sprache sind die ἅπ. λεγγ. ὑφόωσι, ὑφανόωντες zu verstehen (Chantraine Gramm. hom. 1, 356, Schwyzer 683, 700, 719 m. A. 8 u. Lit.). — Primäre Nasalpräsentia in verschiedener Gestaltung liegen vor in aind. ubhnā́ti, unápti, umbháti zusammenschnüren, wozu mit Hochstufe ūrṇa-vābhi- Spinne (*"Wollweberin"). Ein Nasalpräsens (mit Hochstufe) erscheint noch in alb. venj weben aus idg. *u̯ebh-n-ii̯ō, das der Bildung nach, vielleicht nicht zufällig, zu ὑφαίνω stimmt (vgl. Porzig Gliederung 178). Hinzu kommen, namentlich im Germ., mehrere hochstufige Formen, z.B. ahd. webanweben, flechten, spinnen’, mit waba, nhd. Wabe. Hochstufig sind noch toch. A wäp- (3. pl. Med. wpantär mit Vokalsynkope), B wāp-, z.B. Inf. wāpatsi. Unsicher bleibt die Heranziehung von heth. ḫupiki- N. eines Kleidungsstücks und anderen Bildungen auf ḫup(i)- (Kronasser Beitr. z. Indogerm. u. Keltol. 46). — Weitere Formen m. Lit. bei WP. 1, 257, Pok. 1114; alt. Lit. auch bei Bq. Zur Verbreitung von idg. u̯ebh- weben und zur Abgrenzung gegen synonyme Ausdrücke Porzig Gliederung 186 f.
Page 2,976-977