Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνείδησις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συνείδησις Medium diacritics: συνείδησις Low diacritics: συνείδησις Capitals: ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ
Transliteration A: syneídēsis Transliteration B: syneidēsis Transliteration C: syneidisis Beta Code: sunei/dhsis

English (LSJ)

εως, ἡ, A knowledge shared with another, τῶν ἀλγημάτων (in a midwife) Sor.1.4. 2 communication, information, εὑρήσεις σ. PPar. p.422 (ii A.D.); σ. εἰσήνεγκαν τοῖς κολλήγαις αὐτῶν POxy. 123.13 (iii/iv A.D.). 3 knowledge, λῦε ταῦτα πάντα μὴ διαλείψας ἀγαθῇ σ. (v.l. ἀγαθῇ τύχῃ) Hp.Ep.1. 4 consciousness, awareness, [τῆς αὑτοῦ συστάσεως] Chrysipp.Stoic.3.43, cf. Phld.Rh.2.140 S., 2 Ep.Cor.4.2, 5.11, 1 Ep.Pet.2.19; τῆς κακοπραγμοσύνης Democr.297, cf. D.S.4.65, Ep.Hebr.10.2; κατὰ συνείδησιν ἀτάραχοι διαμενοῦσι Hero Bel.73; inner consciousness, ἐν σ. σου βασιλέα μὴ καταράσῃ LXX Ec. 10.20; in 1 Ep.Cor.8.7 συνειδήσει is f.l. for συνηθείᾳ. 5 consciousness of right or wrong doing, conscience, Periander and Bias ap. Stob.3.24.11,12, Luc.Am.49; ἐὰν ἐγκλήματός τινος ἔχῃ σ. Anon. Oxy.218 (a) ii 19; βροτοῖς ἅπασιν ἡ σ. θεός Men.Mon.654, cf. LXX Wi.17.11, D.H.Th.8 (but perh. interpol.); σ. ἀγαθή Act.Ap.23.1; ἀπρόσκοπος πρὸς τὸν θεόν ib.24.16; καθαρά 1 Ep.Ti.3.9, POsl.17.10 (ii A.D.); κολαζομένους κατὰ συνείδησιν Vett.Val.210.1; θλειβομένη τῇ σ. περὶ ὧν ἐνοσφίσατο PRyl.116.9 (ii A.D.); τὸν . . θεὸν κεχολωμένον ἔχοιτο καὶ τὴν ἰδίαν σ. Ath.Mitt.24.237 (Thyatira); conscientiousness, Arch.Pap.3.418.13 (vi A.D.).--Senses 4 and 5 sts. run one into the other, v. 1 Ep.Cor.8.7, 10.27 sq. 6 complicity, guilt, crime, περὶ τοῦ πεφημίσθαι αὐτὴν ἐν σ. τοιαύτῃ Supp.Epigr.4.648.13 (Lydia, ii A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1010] ἡ, das Mitwissen, das Bewußtsein, Gewissen, Luc. amor. 49 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

συνείδησις: ἡ, γνῶσις ἐσωτερική, ἐπίγνωσις τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ σκέψεων, οὐδεμιᾶς ἀπρεποῦς συνειδήσεως παροικούσης Λουκ. Ἔρωτ. 49. 2, Ἐπιστ. πρ. Κορ. δ΄, 2, ε΄, 11, Α΄ Ἐπιστ. Πέτρ. β΄, 19· τινος, περί τινος πράγματος, Διόδ. 4. 6, Ἐπιστ. πρὸς Ἑβρ. κ΄, 2· ― ἐν τῇ Α΄ πρὸς Κορινθ. Ἐπιστ. η΄, 7, νῦν διορθοῦται, τῇ συνηθείᾳ τοῦ εἰδώλου, ἀντί, τῇ συνειδήσει. 2) συναίσθησις τῆς καλῆς ἢ κακῆς πράξεως, ἐπίγνωσις ἐσωτερικὴ τῶν ἑαυτοῦ πράξεων, Περίανδρος καὶ Βίος παρὰ Στοβ. σ. 192. 21 κἑξ.· βροτοῖς ἅπασιν ἡ σ. θεὸς Μένανδρ. ἐν Μονοστ. 654, Διονύσ. Ἁλ. π. Θουκ. 8, Ἑβδ. (Σοφ. Σολομ. ΙΖ΄, 11)· σ. ἀγαθὴ Πράξ. Ἀποστ. κγ΄, 1· ἀπρόσκοπος πρὸς τὸν θεὸν αὐτόθι κδ΄, 16· καθαρὰ Α΄ Ἐπιστ. πρὸς Τιμ. γ΄, 9. ― Αἱ δύο σημασίαι πολλάκις ἐναλλάσσονται ἢ συγχέονται, ἴδε Α΄, Ἐπιστ. πρὸς Κορ. η΄, 7, ι΄, 28 κἑξ. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 256, 257.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 sentiment intime, conscience (de ses propres pensées, de ses propres actes);
2 au sens mor. conscience du bien et du mal.
Étymologie: σύνοιδα.

English (Strong)

from a prolonged form of συνείδω; co-perception, i.e. moral consciousness: conscience.

English (Thayer)

συνειδήσεως, ἡ (συνεῖδον), Latin conscientia (literally, 'joint-knowledge'; see σύν, II:4), i. e.
a. the consciousness of anything: with a genitive of the object, τῶν ἁμαρτιῶν, a soul conscious of sins, τοῦ μύσους, Diodorus 4,65; συνείδησις εὐγενής, consciousness of nobility; a soul mindful of its noble origin, Herodian, 7,1, 8 (3edition, Bekker)).
b. "the soul as distinguishing between what is morally good and bad, prompting to do the former and shun the latter, commending the one, condemning the other; conscience": with a genitive of the subjunctive, ἡ συνείδησις τίνος, ἡ συνείδησις is further explained by καί μεταξύ ... ἡ καί ἀπολογουμένων (cf. Winer s Grammar, 580 (539); see ἀπολογέομαι, 2, and συμμαρτυρέω)); Winer's Grammar, § 30,1a.),ἡ τοῦ φαυλου συνείδησις, Philo, fragment, vol. ii, p. 659, Mangey edition (vi., p. 217f, Richter edition)); ἡ ἰδίᾳ συνείδησις, ἄλλη συνείδησις equivalent to ἄλλου τίνος συνείδησις, διά τήν συνείδησιν, for conscience' sake, because conscience requires it (viz., the conduct in question), μηδέν ἀνακρίνειν διά τήν συνείδησιν (anxiously) questioning nothing, as though such questioning were demanded by conscience, διά συνείδησιν Θεοῦ, because conscience is impressed and governed by the idea of God (and so understands that griefs are to be borne according to God's will), ἡ συνείδησιν τοῦ εἰδώλου, a conscience impressed and controlled by an idea of the idol (i. e. by a notion of the idol's existence and power), τελειῶσαι τινα κατά τήν συνείδησιν (namely, αὐτοῦ), so to perfect one that his own conscience is satisfied, i. e. that he can regard himself as free from guilt, ἐλέγχεσθαι ὑπό τῆς συνειδήσεως ὑπό τοῦ συνειδοτος, Philo de Josepho § 9 at the end; συνέχεσθαι τῇ συνειδήσει, ἡ συνείδησις is said μαρτυρεῖν, συμμαρτύρειν, τό μαρτύριον τῆς συνειδήσεως, ἀσθενής, not strong enough to distinguish clearly between things lawful for a Christian and things unlawful, συνείδησις ἀγαθή, a conscience reconciled to God, Herodian, 6,3, 9 (4edition, Bekker)); ἔχειν συνείδησιν ἀγαθήν, ἐν ἀγαθή συνείδησις ὑπάρχειν, Clement of Rome, 1 Corinthians 41,1 [ET]); ἔχειν συνείδησιν καλήν, συνείδησις καθαρά, Clement of Rome, 1 Corinthians 45,7 [ET], cf. ἁγνή συνείδησις, ibid. 1,3; καθαρός τῇ συνειδήσει, Ignatius ad Trall. 7,2 [ET]); ἀπρόσκοπος, πονηρά, a mind conscious of wrong-doing, ἐν συνειδήσει ποιηρα, ' Teaching' etc. 4,14 [ET]); ἀπρεπής, Lucian, amor. 49). ἡ συνείδησις καθαρίζεται ἀπό κτλ., μολύνεται, μιαίνεται, μηδέν ἑκουσίως ψεύδεσθαι μηδέ μιαίνειν τήν αὑτοῦ συνείδησιν, Dionysius Halicarnassus, jud. Thucydides8ἅπασιν ἡμῖνσυνείδησις Θεός, Menander 597, p. 103, Didot edition; βροτοῖς ἅπασιν ἡ συνείδησις Θεός, ibid. 654, p. 101, Didot edition; Epictetus fragment 97 represents ἡ συνείδησις as filling the same office in adults which a tutor (παιδαγωγός, which see) holds toward boys; with Philo, Plutarch, and others, τό συνειδός is more common. In the Sept. once for מַדָּע , conscience, Herzog edition 2, under the word Gewissen; Zezschwitz, Profangräcität as above with, pp. 52-57; Schenkel, under the word Gewissen both in Herzog edition 1, and in his BL.; P. Ewald, De vocis συνείδησις ap. script. Novi Test. vi ac potestate (pp. 91; 1883); other references in Schaff-Herzog, under the word Conscience).

Greek Monotonic

συνείδησις: ἡ, αυτοσυνειδησία, αυτεπίγνωση· συναίσθηση, επίγνωση, σε Καινή Διαθήκη

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνείδησις -εως, ἡ [σύνοιδα] bewustzijn, besef, met gen. van iets:. τῆς ἐν τῷ βίῳ κακοπραγμοσύνης van hun slechte handelen tijdens het leven Democr. B 297. christ. geweten;. σ. καθαρά zuiver geweten NT 1 Tim. 3.9.

Russian (Dvoretsky)

συνείδησις: εως ἡ
1) сознавание, сознание (τινος Diod., NT);
2) совесть Men.: πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ NT совершенно чистосердечно; οὐ μόνον διὰ τὴν ὀργήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν NT не только за страх (перед законом), но и за совесть.

Middle Liddell

συνείδησις, εως, [from συνειδέναι inf. of σύνοιδα
self-consciousness: conscience, NTest.

Chinese

原文音譯:sune⋯dhsij 尋-誒得西士
詞類次數:名詞(32)
原文字根:共同-覺察(著)
字義溯源:一同-覺察,是非之心,良心,知覺,躊躇;源自(συνείδω / σύνοιδα / συνοράω)=看透),由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(οἶδα)*=看見)組成。除了良心責備這一類消極的功用外,良心也有積極的功用,就如是非之心(良心)同作見證( 羅2:15)
出現次數:總共(31);約(1);徒(2);羅(3);林前(8);林後(3);提前(4);提後(1);多(1);來(5);彼前(3)
譯字彙編
1) 良心(30) 約8:9; 徒23:1; 徒24:16; 羅2:15; 羅9:1; 羅13:5; 林前8:7; 林前8:10; 林前8:12; 林前10:25; 林前10:27; 林前10:28; 林前10:29; 林前10:29; 林後1:12; 林後4:2; 林後5:11; 提前1:5; 提前1:19; 提前3:9; 提前4:2; 提後1:3; 多1:15; 來9:14; 來10:2; 來10:22; 來13:18; 彼前2:19; 彼前3:16; 彼前3:21;
2) 良心上(1) 來9:9