Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βαπτίζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: βαπτίζω Medium diacritics: βαπτίζω Low diacritics: βαπτίζω Capitals: ΒΑΠΤΙΖΩ
Transliteration A: baptízō Transliteration B: baptizō Transliteration C: vaptizo Beta Code: bapti/zw

English (LSJ)

   A dip, plunge, ξίφος εἰς σφαγήν J.BJ2.18.4; σπάθιον εἰς τὸ ἔμβρυον Sor.2.63:—Pass., of a trephine, Gal.10.447; βάπτισον σεαυτὸν εἰς θάλασσαν Plu.2.166a; β. Διόνυσον πρὸς τὴν θάλασσαν ib. 914d:—in Pass., to be drowned, Epict.Gnom.47; of ships, sink or disable them, Plb.1.51.6, 16.6.2 (Pass.); ἐβάπτισαν τὴν πόλιν flooded the city, metaph., of the crowds who flocked into Jerusalem at the time of the siege, J.BJ4.3.3; β. τινὰ εἰσφοραῖς D.S.1.73; β. τινὰ ὕπνῳ AP11.49 (Even.); ὕπνῳ βεβαπτισμένος Archig. and Posidon. ap. Aët. 6.3:—Pass., ὡς ἐκ τοῦ βεβαπτίσθαι ἀναπνέουσι Hp.Epid.5.63; to be drenched, Eub.68: metaph., βεβαπτισμένοι soaked in wine, Pl.Smp. 176b; ὀφλήμασι βεβ. over head and ears in debt, Plu.Galb.21; γνοὺς βαπτιζόμενον τὸ μειράκιον seeing that he was getting into deep water, Pl.Euthd.277d; β. εἰς ἀναισθησίαν καὶ ὕπνον J.AJ10.9.4; ὁ τῷ θυμῷ βεβαπτισμένος καταδύεται Ach.Tat.6.19; ψυχή βεβαπτισμένη λύπῃ Lib.Or.64.115.    2 draw wine by dipping the cup in the bowl, Aristopho 14.5; φιάλαις β. ἐκ… κρατήρων Plu.Alex.67.    3 baptize, τινά Ev.Marc.1.4; ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν Ev.Matt.3.11:—Pass., βαπτισθήτω ἕκαστος εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν Act.Ap.2.38; εἰς Χριστόν Ep.Rom.6.3, etc.:—Med., dip oneself, LXX4 Ki.5.14; get oneself baptized, Act.Ap.22.16, 1 Ep.Cor.10.2:—Pass., perform ablutions, Ev.Luc. 11.38.

German (Pape)

[Seite 431] 1) eintauchen, untertauchen, εἴς τι, ἔν τινι, πρός τι, Plut. Quaest. Nat. 10; πλοῖα, Schiffe in den Grund bohren, Pol. 8, 8 u. öfter; bei Eubul. Ath. VII, 307 f scheint βαπτίζεται »er wird auf dem Meer umhergetrieben«; – anfeuchten, begießen, οἱ βεβαπτισμένοι, die Betrunkenen, Plat. Conv. 176 b; Luc. Bacch. 7; ὀφλήμασι, mit Schulden überladen, Plut. Galb. 21; μειράκιον βαπτιζόμενον γνούς, da ich den Knaben schon ganz zugedeckt sah, durch die Sophistereien des Gegners, Plat. Euthyd. 277 d; ὕπνῳ Even. 15 (XI, 49); ἀδολεσχίαις u. ä., Sp. – 2) ἐκ πίθων, schöpfen, Plut. Alex. 67. – 3) N. T. u. K. S. taufen. – Med., sich taufen lassen; Nonn. auch = act.

Greek (Liddell-Scott)

βαπτίζω: μέλλ. Ἀττ. -ιῶ, βυθίζω εἰς ἢ ὑπὸ τὸ ὕδωρ, βάπτισον σεαυτὸν Πλούτ. 2. 166Α · ἐπὶ πλοίων, καταβυθίζω ἢ ἀνίκανα ποιῶ αὐτά, Πολύβ. 1. 51, 6, κτλ., πρβλ. 16. 6, 2 · ἐβάπτισαν τὴν πόλιν, μεταφ. ἐπὶ τοῦ πλήθους, ὅπερ ἠθροίσθη εἰς Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὴν πολιορκίαν, Ἰώσηπ. Ι. Π. 4. 3, 3· ὠσαύτως, β. τινὰ ὕπνῳ Ἀνθ. Π. 11. 49. - Παθ., ὡς ἐκ τοῦ βεβαπτίσθαι ἀναπνέουσι Ἱπποκρ. 5. 242 (Littré)· καταβρέχομαι, Εὔβουλ. ἐν Ναυσικ. 1· μεταφ., βεβαπτισμένοι, καταβεβρεγμένοι μὲ οἶνον, «στουπί», Λατ. vino madidi, Πλάτ. Συμπ. 176Β· ὀφλήμασι βεβ., βεβυθισμένος εἰς χρέη, Πλούτ. Γάλβ. 21· γνοὺς βαπτιζόμενον τὸ μειράκιον, βλέπων ὅτι ἐβυθίζετο, ἐπνίγετο ἐκ τῶν ἐρωτήσεων, «ἐπήγαινε βαθύτερα», Πλάτ. Εὐθυδ. 277D· β. εἰς ἀναισθησίαν καὶ ὕπνον, Ἰώσηπ. Ι. Ἀρχ. 10.9,4· ὁ τῷ θυμῷ βεβαπτισμένος καταδύεται Ἀχ. Τάτ. 6.19· πρβλ. Dorvill. Χαρίτ. 2. 4. 2) ἀντλῶ οἶνον βυθίζων τὸ ποτήριον εἰς τὴν λεκάνην ἢ τὸν κρατῆρα, Ἀριστοφῶν ἐν «Φίλωνι» 1· φιάλαις β. ἐκ…κρατήρων Πλούτ. Ἀλεξ. 67· πρβλ. βάπτω 1. 3. 3) «βαπτίζω», ἐπὶ τῆς θρησκευτικῆς τελετῆς, τινὰ Εὐαγγ. κ. Μᾶρκ. 1.4, κτλ.· συχν. ἐν τῷ παθ., βαπτίζεσθαι εἰς μετάνοιαν Εὐαγγ. κ. Ματθ. 3. 11· εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν Πράξ. Ἀποστ. 2. 38· εἰς Χριστὸν Ἐπιστ. πρὸς Ρωμ. ς‘ , 3, κτλ. - Μές., βουτῶ ἐμαυτὸν, βυθίζομαι, Ἑβδ. (4 Βασιλ. 5.14)· βαπτίζομαι, τελῶ τὴν τελετήν, Πράξ. Ἀποστ. 22.16, πρβλ.1, Ἐπιστ. πρὸς Κορινθ. 10. 2.

French (Bailly abrégé)

f. βαπτίσω, att. βαπτιῶ;
1 plonger, immerger, submerger : ἑαυτὸν εἰς θάλασσαν PLUT se plonger dans la mer ; fig. ὀφλήμασι βεβαπτισμένος PLUT couvert litt. submergé de dettes;
2 plonger (un vase) pour puiser, puiser : φιάλαις β. ἐκ κρατήρων PLUT puiser avec des tasses dans des cratères.
Étymologie: βάπτω.

Spanish (DGE)

A Itr. en v. act.
1 sumergir, hundir en el agua βαροῦντες ἀεὶ καὶ βαπτίζοντες ... νηχόμενον I.AI 15.55, βάπτισον σεαυτὸν εἰς θάλασσαν Plu.2.166a
empapar ἐλευθέραν ἀφῆκε βαπτίσας (me) hizo libre tras empaparme (de vino) c. juego de palabras sobre la ‘lustración’ signo de liberación y la ‘borrachera’, Aristopho 13.5
fig. βαπτίζειν τὸν Δίονυσον πρὸς τὴν θάλατταν sumergir a Dioniso en el mar e.d. echar vino al agua Plu.2.914d, cf. Sch.Er.Il.6.136
meter κόντον εἰς τὸ ὕδωρ βαπτίζουσι Ach.Tat.2.14.9
de barcos hundir πολλὰ τῶν σκαφῶν ἐβάπτιζον Plb.1.51.6
de objetos punzantes clavar ἐβάπτισεν τὸ ξίφος εἰς σφαγήν I.BI 2.476, βαπτίζειν τὸ σπαθίον ... εἰς τὸ ἔμβρυον Sor.142.22, en v. pas. del trépano, Gal.10.447, δοκοῦσι βαπτίζεσθαι τὸν σίδηρον κατὰ τοῦ σώματος Ach.Tat.3.21.4.
2 fig. anegar βαπτίζειν τὴν πόλιν ref. a las multitudes que se congregaron en Jerusalén durante su asedio, I.BI 4.137
abrumar τοὺς δ' ἰδιώτας οὐ βαπτίζουσι ... ταῖς εἰσφοραῖς D.S.1.73, αἱ τύχαι βαπτίζουσιν ἡμᾶς Ach.Tat.7.2.1, cf. 4.10.1
sumir en ὕπνῳ AP 11.49 (Euen.), Hld.4.17.3.
II intr. en v. med.
1 ahogarse de pers. ἀνεπνέεν ὡς ἐκ τοῦ βεβαπτίσθαι respiraba como uno que se está ahogando Hp.Epid.5.63, οὐδὲ γὰρ ἀκολύμβοις βαπτίζεσθαι συμβαίνει Str.6.2.9, ὥσπερ οὐκ ἐβούλου ἐν νηὶ μεγάλῃ ... βαπτίζεσθαι Epict.Gnom.47
de barcos hundirse βαπτίζεται τὸ σκάφος Ach.Tat.3.1.5, tb. de pers. ἐν φρέατι βαθεῖ βεβαπτισμένοι Charito 8.1.10.
2 estar empapado ὃς νῦν τετάρτην ἡμέραν βαπτίζεται Eub.68.1
estar empapado en vino, borracho αὐτός εἰμι τῶν χθὲς βεβαπτισμένων Pl.Smp.176b, βεβαπτισμένῳ ἔοικεν Luc.Bacch.7.
3 fig. estar sumido en ὕπνῳ Archig. y Posidon. en Aët.6.3, σαρκὶ καὶ αἵματι de las almas Corp.Herm.Fr.25.8, λύπῃ Lib.Or.6.4.115, ὀφλήμασι Plu.Gaib.21, τοσούτῳ πλήθει ... κακῶν Ach.Tat.3.10.1, ἢ νόσοις ἢ μάγων τέχναις Plot.1.4.9
estar apurado ἐγὼ γνοὺς βαπτιζόμενον τὸ μειράκιον Pl.Euthd.277d.
B en sent. ritual
I intr. en v. med.-pas., gener. en el rito judío
1 lavarse ἐθαύμασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου Eu.Luc.11.38, βαπτίζεσθαι ἀπὸ τῆς κατὰ συζυγίαν κοίτης Clem.Al.Strom.3.12.82.
2 bañarse como purificación ἐβαπτίσατο ἐν τῷ Ιωρδάνη ἑπτάκι LXX 4Re.5.14, ἐβαπτίζετο ἐν τῇ παρεμβολῇ LXX Iu.12.7.
II tr.
1 bautizar en v. act., gener. del bautismo administrado por S. Juan ἐγὼ μὲν ὑμᾶς βαπτίζω ἐν ὕδατι Eu.Matt.3.11, Ἰωάννης ὁ βαπτίζων Eu.Marc.1.4, cf. Act.Ap.1.5, 11.16
por los discípulos de Cristo βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός ... Eu.Matt.28.19, οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ... ἐβάπτιζον Eu.Io.3.22
en v. pas. ser bautizado por el rito cristiano βεβαπτισμένοι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Act.Ap.8.16, 19.5
c. var. en la fórmula εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν Ep.Rom.6.3, ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ Act.Ap.10.48, A.Paul.et Thecl.34, ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ Act.Ap.2.38, cf. 1Ep.Cor.12.13
tb. en ritos heréticos como el de los ebionitas καθ' ἡμέραν βαπτίζονται Epiph.Const.Haer.30.16.1, hemerobaptistas Epiph.Const.Haer.17.1.1, elcesaítas, Hippol.Haer.9.15.1, marcosianos, en v. act. ἄγουσιν ἐφ' ὕδωρ καὶ βαπτίζοντες Iren.Lugd.Haer.1.21.3
c. ref. a la infusión del Espíritu Santo αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί Eu.Matt.3.11, ὑμεῖς δὲ ἐν πνεύματι βαπτισθήσεσθε Act.Ap.1.5, 11.16.
2 fig. en v. pas., c. ref. al paso del Mar Rojo por los israelitas καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσθησαν todos fueron bautizados en Moisés 1Ep.Cor.10.2
ref. a la muerte de Cristo τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι ser bautizados con el bautismo con que yo soy bautizado, Eu.Marc.10.38, βάπτισμα δὲ ἔχω βαπτισθῆναι Eu.Luc.12.50
ref. a la muerte de los hijos de Zebedeo βάπτισμα ὃ ἐγῶ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε Eu.Marc.10.38
ref. al perdón de los pecados por el bautismo τοῖς δάκρυσι βαπτιζόμενος ἐκ δευτέρου Clem.Al.QDS 42.14, καὶ ἄλλο βάπτισμα ἔχω βαπτισθῆναι Iren.Lugd.Haer.1.21.2.

English (Abbott-Smith)

βαπτίζω (< βάπτω), [in LXX: IV Ki 5:14 (טבל), Is 21:4, Jth 12:7, Si 31 (34)30*;]
to dip, immerse, sink;
1.generally (in Polyb., iii, 72, of soldiers wading breast-deep; in i, 51, of the sinking of ships); metaph., to overwhelm (Is, l.c.; cf. MM, Exp., x); c. cogn. acc., βάπτισμα β., Mk 10:38, 39 Lk 12:50. Mid.,
2.to perform ablutions, wash oneself, bathe (Ki, Jth, Si, ll. c.): Mk 7:4; aor. pass, in same sense, Lk 11:38.
3Of ablution, immersion, as a religious rite, to baptize;
(a)(a) absol.; Mk 1:4, Jo 1:25, 26 28 3:22, 23, 26 4:2 10:40, I Co 1:17; ὁ βαπτίζων (= ὁ βαπτιστής, M, Pr., 127), Mk 6:14, 24; c. acc., Jo 4:1, Ac 8:38, I Co1:14, 16; c. cogn. acc., τὸ βάπτισμα, Ac 19:4 (cf. Mk 10:38, supr.); pass., to be baptized, receive baptism: Mt 3:13, 14, 16, Mk 16:16, Lk 3:7, 12 21 7:29 (τ. βάπτισμα) ib. 30, Ac 2:41 8:12, 13 36 9:18 10:47 16:15, 33 18:8; mid., 22:16 (M, Pr., 163);
(b)with prepositions: ἐν, of the element, Mt 3:6, 11 Mk 1:4, 5 8, Lk 3:16, Jo 1:26, 31 33 3:23, Ac 1:5 2:38 10:48 11:16, I Co 10:2; εἰς, of the element, purpose or result (Lft., Notes, 155), Mt 3:1 28:19, Mk 1:9, Ac 8:16 19:3, 5 Ro 6:3, I Co 1:13, 15 10:2 12:13, Ga 3:27; c. dat., ὕδατι, Lk 3:16, Ac 1:5 11:16; ὑπὲρ τῶν νεκρῶν, perh. to fulfil the wish of a dead friend, I Co 15:29 (v. ICC, in l.; cf. DB, i, 238ff.; DCG, i, 169a; ii, 605b; Cremer, 126). †

English (Strong)

from a derivative of βάπτω; to immerse, submerge; to make whelmed (i.e. fully wet); used only (in the New Testament) of ceremonial ablution, especially (technically) of the ordinance of Christian baptism: Baptist, baptize, wash.

English (Thayer)

(imperfect ἐβαπτιζον); future βαπτίσω; 1st aorist ἐβάπτισα; passive (present βαπτίζομαι); imperfect ἐβαπτιζομην; perfect participle βεβαπτισμενος; 1st aorist ἐβαπτίσθην; 1future βαπτισθήσομαι; 1st aorist middle ἐβαπτισαμην; (frequent. (?) from βάπτω, like βαλλίζω from βάλλω); here and there in Plato, Polybius, Diodorus, Strabo, Josephus, Plutarch, others. I.
1. properly, to dip repeatedly, to immerge, submerge (of vessels sunk, Polybius 1,51, 6; 8,8, 4; of animals, Diodorus 1,36).
2. to cleanse by dipping or submerging, to wash, to make clean with water; in the middle and the 1st aorist passive to wash oneself, bathe; so WH text ῥαντισωνται); ἐβαπτίσατο ἐν τῷ Ιορδάνῃ, for טָבַל; to overwhelm, as ἰδιωτας ταῖς ἐισφοραις, Diodorus 1,73; ὀφλημασι, Plutarch, Galba 21; τῇ συμφορά βεβαπτισμενος, Heliodorus Aeth. 2,3; and alone, to inflict great and abounding calamities on one: ἐβαπτισαν τήν πόλιν, Josephus, b. j. 4,3, 3; ἡ ἀνομία με βαπτίζει, Sept. hence, βαπτίζεσθαι βάπτισμα (cf. Winer s Grammar, 225 (211); (Buttmann, 148 (129)); cf. λούεσθαι τό λουτρόν, Aelian de nat. an. 3,42), to be overwhelmed with calamities, of those who must bear them, etwas auszubaden haben, and the use of the word e. g. respecting those who cross a river with difficulty, ἕως τῶν μαστῶν οἱ πεζοί βαπτιζόμενοι διέβαινον, Polybius 3,72, 4; (for examples see Sophocles' Lexicon under the word; also T. J. Conant, βαπτίζειν, its meaning and use, N. Y. 1864 (printed also as an Appendix to their revised version of the Gospel of Matthew by the American Bible Union); and especially four works by J. W. Dale entitled Classic, Judaic, Johannic, Christic, Baptism, Philippians 1867ff; D. B. Ford, Studies on the Bapt. Quest. (including a review of Dr. Dale's works), Bost. 1879)). II. In the N. T. it is used particularly of the rite of sacred ablution, first instituted by John the Baptist, afterward by Christ's command received by Christians and adjusted to the contents and nature of their religion (see βάπτισμα, 3), viz., an immersion in water, performed as a sign of the removal of sin, and administered to those who, impelled by a desire for salvation, sought admission to the benefits of the Messiah's kingdom; (for patristic references respecting the mode, ministrant, subjects, etc. of the rite, cf. Sophocles Lexicon, under the word; Dict. of Chris. Antiq. under the word Baptism).
a. The word is used absolutely, to administer the rite of ablution, to baptize (Vulg. baptizo; Tertullian tingo, tinguo (cf. metgiro, de corona mil. § 3)): τό βάπτισμα, ὁ βαπτίζων substantively equivalent to ὁ βαπτιστής, T Tr WH). τινα, to be baptized: L T Tr WH; L T Tr marginal reading. WH marginal reading. Passive in a reflexive sense (i. e. middle, cf. Winer s Grammar, § 38,3), to allow oneself to be initiated by baptism, to receive baptism: Luke ( τό βάπτισμα added, L T Tr marginal reading WH marginal reading ἐβαπτίσθησαν (cf. Winer's Grammar, § 38,4b.)); ὕδατι, see bb. below.
b. with prepositions; aa. εἰς, to mark the element into which the immersion is made: εἰς τόν Ιορδάνην, εἰς μετάνοιαν, to bind one to repentance, εἰς τό Ἰωάννου βάπτισμα, to bind to the duties imposed by John's baptism, Winer's Grammar, 397 (371)); εἰς ὄνομα τίνος, to profess the name (see ὄνομα, 2) of one whose follower we become, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, to obtain the forgiveness of sins, εἰς τόν Μωυσῆν, to follow Moses as a leader, εἰς ἕν σῶμα, to unite together into one body by baptism, εἰς Χριστόν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ, to bring by baptism into fellowship with Christ, into fellowship in his death, by which fellowship we have died to sin, ἐν, with the dative of the thing in which one is immersed: ἐν τῷ Ιορδάνῃ, ἐν τῷ ὕδατι, L T Tr WH ἐν ὕδατι, but compare Meyer at the passage (who makes the article deictic)). of the thing used in baptizing: ἐν ὕδατι, T WH Tr marginal reading omit; Tr text brackets ἐν); Buttmann, § 133,19; (cf. Winer s Grammar, 412 (384); see ἐν, I:5d. α.); with the simple dative, ὕδατι, ἐν πνεύματι ἁγίῳ, to imbue richly with the Holy Spirit (just as its large bestowment is called an outpouring): L Tr brackets ἐν); καί πυρί to overwhelm with fire (those who do not repent), i. e. to subject them to the terrible penalties of hell, ἐν ὀνόματι τοῦ κυρίου, by the authority of the Lord, ἐπί (L Tr WH ἐν) τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, relying on the name of Jesus Christ, i. e. reposing one's hope on him, ὑπέρ τῶν νεκρῶν on behalf of the dead, i. e. to promote their eternal salvation by undergoing baptism in their stead, Winer s Grammar, 175 (165); 279 (262); 382 (358); Meyer (or Beet) at the passage); especially Neander at the passage; Rückert, Progr. on the passage, Jen. 18 47; Paret in Ewald's Jahrb. d. Biblical Wissensch. ix., p. 247; (cf. B. D. under the word Baptism XII. Alex.'s Kitto ibid. VI.).

Greek Monolingual

βάπτισις, βάπτισμα κ.λπ.
βλ. βαφτίζω, βάφτιση κ.λπ.

Greek Monotonic

βαπτίζω: Αττ. μέλ. -ιῶ,
1. βυθίζω μέσα ή κάτω από το νερό· μεταφ., βεβαπτισμένοι, διαποτισμένοι με κρασί, υπερβολικά μεθυσμένοι, σε Πλάτ.· ὀφλήμασι βεβαπτισμένος, καταχρεωμένος, «χρεωμένος ως το κεφάλι», σε Πλούτ.
2. «βαφτίζω» τινά, λέγεται για θρησκευτική τελετή, σε Καινή Διαθήκη· συχνά στην Παθ., βαπτίζεσθαι εἰς μετάνοιαν, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, στο ίδ.· Μέσ., βαφτίζομαι, βυθίζομαι, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

βαπτίζω:
1) погружать, окунать (τινὰ εἰς τὴν λίμνην и εἰς или πρὸς θάλατταν Plut.; ὕπνῳ τινά Anth.): ὀφλήμασι βεβαπτισμένος Plut. увязший в долгах; ὑπὸ τῶν πραγμάτων βαπτιζόμενος Plut. поглощенный делами; βεβαπτισμένος Plat., Luc. опьяневший;
2) пускать ко дну, топить (πολλὰ τῶν σκαφῶν Polyb.);
3) сбивать с толку (μειράκιον βαπτιζόμενον Plat.);
4) черпать (ῥυτοῖς ἐκ κρατήρων Plut.);
5) (путем погружения в воду) крестить, med. креститься NT.

Middle Liddell


1. to dip in or under water; metaph., βεβαπτισμένοι soaked in wine, Plat.; ὀφλήμασι βεβ. over head and ears in debt, Plut.
2. to baptize, τινά NTest.:—Pass., βαπτίζεσθαι εἰς μετάνοιαν, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν NTest.:—Mid. to get oneself baptized, NTest.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βαπτίζω βάπτω
1. (onder)dompelen, verdrinken:; ἐνταῦθά σε τὴν νύκτα βαπτίζων ὅλην ἀποκτενῶ daar zal ik je doden door je de hele nacht onder te houden Men. Epitr. 1073; med.-pass. ondergaan, verdrinken (vaak overdr.) :. εἰμι τῶν χθὲς βεβαπτισμένων ik behoor tot degenen die gisteren verzopen zijn (in wijn) Plat. Smp. 176b; γνοὺς βαπτιζόμενον τὸ μειράκιον omdat ik besefte dat de jongen kopje onder ging (in de discussie) Plat. Euthyd. 277; ὀφλήμασι βεβαπτισμένος ondergedompeld in schulden Plut. Galb. 21.3.
2. christ. dopen, met (ἐν +) dat., met εἰς + acc. : ἐβαπτίσθη εἰς τὸν Ἰορδάνην hij werd in de Jordaan gedoopt NT Marc. 1.9.2; Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ ἐν πνεύματι βαπτισθήσεσθε ἁγίῳ Johannes doopte met water, maar jullie zullen in de heilige Geest worden gedoopt NT Act. Ap. 1.5.2; ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Ἰησοῦ ze lieten zich dopen in de naam van de Heer Jezus NT Act. Ap. 19.3.2.
3. later Grieks, med.-pass. een bad nemen :. οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου hij nam niet eerst een bad voor het ontbijt NT Luc. 11.38.

Chinese

原文音譯:bapt⋯zw 巴普提索
詞類次數:動詞(80)
原文字根:浸(化) 相當於: (טָבַל‎)
字義溯源:將人淹沒,浸,浸入,浸入水中,施洗,施浸,受浸,受,洗,洗浴;源自(βάπτω / ῥαίνω)*=淹沒);且是(βάπτω / ῥαίνω))的加強形式。這字說到三方面:
1)主耶穌用受浸(βαπτίζω))來隱喻他的死( 可10:38 ,39)
2)法利賽人用這字來說到他們飯前的洗手(βαπτίζω))( 路11:38),和從市上回來的洗浴(βαπτίζω))後再喫飯( 可7:4)
3)說到一般信徒的受浸(βαπτίζω)),全新約充滿了許多施浸的真理和事例。註:施浸(禮)是 (βάπτισμα) 洗濯杯盤的洗,是用 (βαπτισμός)) 施浸的(約翰),是用 (βαπτιστής))比較 (λούω),動詞,洗 (νίπτω),動詞,洗淨 (πλύνω),動詞,投入水中洗 參 (ἀπολούω)同義字
譯字彙編
1) 施浸(21) 太3:11; 太3:11; 太28:19; 可1:8; 可1:8; 可6:14; 路3:16; 路3:16; 約1:26; 約1:28; 約1:31; 約1:33; 約3:22; 約3:23; 約4:1; 約4:2; 約10:40; 徒1:5; 徒10:47; 徒10:48; 徒11:16;
2) 受浸(11) 太3:6; 太3:14; 可1:9; 約3:23; 徒1:5; 徒2:38; 徒8:36; 徒18:8; 徒22:16; 林前10:2; 林前12:13;
3) 受了浸(10) 太3:16; 可1:5; 路3:21; 路3:21; 徒2:41; 徒8:13; 徒8:16; 徒9:18; 徒16:33; 徒19:5;
4) 我⋯施浸(3) 林前1:14; 林前1:16; 林前1:16;
5) 受浸的(3) 可10:38; 可10:39; 可16:16;
6) 施浸的(2) 可1:4; 約1:33;
7) 施洗(2) 林前15:29; 林前15:29;
8) 你們⋯受浸(2) 林前1:13; 林前1:15;
9) 要⋯受浸(1) 太3:13;
10) 為施浸(1) 林前1:17;
11) 要⋯受浸的(1) 路3:7;
12) 她⋯受了浸(1) 徒16:15;
13) 受浸⋯的(1) 加3:27;
14) 是受浸(1) 羅6:3;
15) 你們要⋯受浸(1) 徒11:16;
16) 他⋯施浸(1) 徒8:38;
17) 你⋯施浸(1) 約1:25;
18) 都受了浸(1) 徒8:12;
19) 要受浸(1) 路3:12;
20) 既受過(1) 路7:29;
21) 你們也要受(1) 可10:39;
22) 你們能受嗎(1) 可10:38;
23) 洗浴(1) 可7:4;
24) 受過浸(1) 路7:30;
25) 洗(1) 路11:38;
26) 所施的浸(1) 徒19:4;
27) 你們受浸(1) 徒19:3;
28) 在施浸(1) 約3:26;
29) 當受的(1) 路12:50;
30) 我們受浸(1) 羅6:3