Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γεννάω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γεννάω Medium diacritics: γεννάω Low diacritics: γεννάω Capitals: ΓΕΝΝΑΩ
Transliteration A: gennáō Transliteration B: gennaō Transliteration C: gennao Beta Code: genna/w

English (LSJ)

fut. Med. γεννήσομαι in pass. sense, D.S.19.2 (but

   A -ηθήσομαι Id.4.9): (γέννα):—causal of γίγνομαι (cf. γείνομαι), mostly of the father, beget, ὁ γεννήσας πατήρ S.El. 1412; οἱ γεννήσαντές σε your parents, X.Mem. 2.1.27; τὸ γεννώμενον ἔκ τινος Hdt.1.108, etc.; ὅθεν γεγενναμένοι sprung, Pi.P.5.74; of the mother, bring forth, bear, A.Supp.48, Arist.GA716a22, X. Lac.1.3, etc.:—Med., produce from oneself, create, Pl. Ti.34b, Mx. 238a.    2 produce, grow, get, κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα S.Aj.1077.    3 metaph., engender, produce, λήθη τῶν ἰδίων κακῶν θρασύτητα γεννᾷ Democr.196; παντοίαν ἀρετήν Pl.Smp.209e; διανοήματά τε καὶ δόξας Id.R.496a, etc.; γεννῶσι τὸν οὐρανὸν [οἱ φιλόσοφοι] call it into existence, Arist.Cael.283b31; ὁ ἐξ ἀσωμάτου γεννῶν λόγος ib.305a16, cf. Plot.6.6.9; of numbers, produce a total, Ph. 1.347.

German (Pape)

[Seite 483] zeugen, eigtl. vom Vater; ὁ γεννήσας πατήρ Soph. El. 1404; Eur. I. T. 499; seltener von der Mutter, für τίκτειν, Luc. sacrif. 6; Plut. ed. lib. 5; Hel. 7, 23; Apollod. 1, 3; N. T.; οἱ γεννήσαντες, die Eltern, Plat. Rep. VII, 538 a; Xen. Mem. 2, 1, 27; pass., ὅθεν γεγεννημένοι Pind. P. 5, 74; ἐκ τούτων Plat. Uebh. erzeugen, hervorbringen; ἄνδρα χρή, κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα, δοκεῖν πεσεῖν ἄν Soph. Ai. 1056, = φύῃ, wenn er einen großen Körper hat; αἱ δέ τι σπουδαῖον γεννῶσι τῶν τεχνῶν Plat. Legg. X, 889 d; λόγους καλούς Conv. 210 a; ἔρωτα Tim. 91 b; νοῦν καὶ ἀλήθειαν Rep. VI, 490 b; med. (aus sich erzeugen) = act., Tim. 34 b Menex. 238 a; Arist. coel. 2, 1; sagen, daß etwas entstanden sei, Thom. Mag. γεννητὸν λέγει.

Greek (Liddell-Scott)

γεννάω: μέλλ.–ήσω, μέσ. μέλλ. γεννήσομαι, ἐπὶ παθ. σημ. Διόδ. 19. 2· (γέννα)·― ἐνεργ. τοῦ γίγνομαι (πρβλ. γείνομαι), τὸ πλεῖστον ἐπὶ τοῦ πατρός, παράγω εἰς τὸ εἶναι, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 48. Σοφ. Ἠλ. 1412· οἱ γεννήσαντες, οἱ γονεῖς, Ξεν. Ἀπομν. 2. 1, 27· τὸ γεννώμενον, τὸ τέκνον, Ἡρόδ. 1. 108, κτλ.· ὅθεν γεγενναμένοι, γεννηθέντες, Πίνδ. II. 5. 99· ἀλλ’ ὡσαύτως ἐπὶ τῆς μητρός, τίκτω, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 47, Ἀριστ. π. Ζ. Γ. 3. 5, 6, κτλ.― Μέσ., ἀπ’ ἐμαυτοῦ παράγω, δημιουργῶ, Πλάτ. Τιμ. 34Β, Μενεξ. 238Α·― ὡς τὸ φύω, Ι. 2, ὡς: κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα, καὶ ἂν ἔτι ἀποκτήσῃ μέγα σῶμα, δηλ. καὶ ἂν ᾖ γίγας τὸ σῶμα, Σοφ. Αἴ. 1077. 2) μεταφ., παράγω, δίδω ἀρχὴν εἴς τι, παντοίαν ἀρετὴν Πλάτ. Συμπ. 209Ε· διανοήματά τε καὶ δόξας ὁ αὐτ. Πολιτ. 469Α, κτλ.· γεννῶσι τὸν οὐρανὸν [οἱ φιλόσοφοι], τὸν καλοῦσιν εἰς τὴν ὕπαρξιν, Ἀριστ. Οὐρ. 2, 1, 1· ὁ ἐξ ἀσωμάτου γεννῶν λόγος αὐτόθι 3. 6, 5.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ἐγέννων, f. γεννήσω, ao. ἐγέννησα, pf. γεγέννηκα;
I. engendrer, enfanter, produire :
1 au propre οἱ γεννήσαντες les parents ; τὸ γεννώμενον HDT l’enfant;
2 fig. engendrer, produire, faire naître (une pensée, une vertu, l’amour, etc.);
II. développer, faire croître : σῶμα SOPH le corps.
Étymologie: γέννα.

English (Slater)

γεννάω
   1 beget met. ἀπὸ Σπάρτας . ὅθεν γεγεννᾶμένοι ἵκοντο Θήρανδε φῶτες Αἰγείδαι (P. 5.74) [γεγεν(ν)αμένον (codd.: γεγενημένον Ahrens) (O. 6.53) ]

Spanish (DGE)

I tr. en v. act.
1 c. ac. de seres anim. engendrar, dar el ser dicho del padre ὁ (τοῦτον) γεννήσας πατήρ el padre que le dio el ser S.El.1412, cf. E.IT 360, ὁ (αὐτήν) γεγεννηκώς su padre Luc.Charid.19, ὁ ταλαίφρων γεννήσας mi desdichado padre, SEG 29.1003.18 (Roma III d.C.), Γηρα δὲ ἐγέννησεν τὸν Αραδ LXX Ge.46.21, οὐχὶ ἐγέννησεν ὁ πατὴρ τὸν υἱὸν καὶ ἀπέλυσεν ... ἀλλ' ἀεὶ γεννᾷ αὐτόν en la exégesis crist. de la generación eterna del Hijo, Origenes Hom.9.4 in Ier.(p.70.14)
del padre y la madre εἰδυῖα τοὺς γεννήσαντάς σε Prodic.B 2.27, οἱ γεγεννηκότες los padres Aristaenet.1.19.40, οἱ πατέρες γεννῶσι τὰ τέκνα Corn.ND 9
o de la madre, en cuyo caso puede ser concebir o dar a luz según contexto Ἔπαφον δ' ἐγέννασεν A.Supp.48, παῖδα σὲ ... γεννάσειν E.IA 1065, μεγαλεῖον ... τι γεννῆσαι X.Lac.1.3, (με) ἡ αὐτὴ μήτηρ ἐγέννησεν LXX 4Ma.10.2, ἡ γυνή σου ... γεννήσει υἱόν σοι Eu.Luc.1.13, γεννῆσαι τὸν Ἥφαιστον suj. Hera, Luc.Sacr.6, Corn.ND 17, en v. pas. τὸ γεννώμενον ἐξ αὐτῆς lo concebido en su seno Hdt.1.108, πῶς εἰκὸς ἀπὸ ἑνός τι γεννηθῆναι; Hp.Nat.Hom.3, cf. Arist.GA 716a20
abs. engendrar, procrear τίκτειν τε καὶ γεννᾶν Pl.Smp.209b, πῶς γὰρ ἂν ἕν γ' ἐόν τι γεννήσειεν ¿cómo algo que es un elemento único podría engendrar? Hp.Nat.Hom.3, τὰ δὲ (ζῷα) γεννᾷ ἔξω otros (animales) se reproducen fuera (del agua), Arist.HA 487a21, Ἔρως ... ἡ ὁρμὴ ἡ ἐπὶ τὸ γεννᾶν Corn.ND 17, cf. Porph.Sent.13
c. εἰς y ac. τὸ δυνάμενον γεννᾶν εἰς ἕτερον Arist.GA 716a22.
2 fig. engendrar, formar c. ac. de pers. πόλεις ... τοιούτους ἄνδρας Isoc.12.90, Ξενοφῶν ὁ φιλόσοφος ... στρατηγοὺς τοῖς ὑποδείγμασιν Eun.VS 453
c. ac. de abstr. crear, ser el origen de λήθη τῶν ἰδίων κακῶν θρασύτητα γεννᾷ Democr.B 196, ὄρχησιν Pl.Lg.673d, παντοίαν ἀρετήν Pl.Smp.209e, cf. R.496a, Orph.H.76.4, τὸν ἡδὺν ... βίον Epicur.Ep.[4] 132, γεννᾷς δὲ τὰ πάντα Afrodita, Orph.H.55.5, τὸν τῆς ἰσότητος ... λόγον Aristid.Quint.34.2
en la reflexión fil. sobre el origen del ser y el cosmos engendrar (θεός) ἀσκελὲς καὶ ἄπουν αὐτὸ (σῶμα) ἐγέννησεν Pl.Ti.34a, γεννῶν[τα δὲ] τὰ πράγματα Diog.Oen.7.1.6, δεκάδα, ἣν τετρὰς ἐγέννησε Ph.1.347, ἡ οὐσία τὸν ἀριθμὸν ἐγέννησε τῷ αὐτῆς μερισμῷ Plot.6.6.9, abs. τὸ γεννῶν ἐν ἑαυτῷ (el cosmos), Ocell.36, τοῦ γεννῶντος αἰτίου Dam.Pr.77
en un plano teórico hacer nacer τῶν ἄλλως λεγόντων καὶ γεννώντων αὐτόν (τὸν οὐρανόν) de los que opinan de otra manera y lo hacen nacer, e.e. lo consideran creado (al cielo), Arist.Cael.283b31, cf. 305a16, en v. med. mismo sent. διὰ ... ταῦτα εὐδαίμονα θεὸν αὐτὸν (τὸν οὐρανόν) ἐγεννήσατο Pl.Ti.34b.
3 cien., c. ac. de n. concr., medic. producir, formar γεννῆσαι χυμούς Gal.17(1).898, τοῦ γεννῶντος αὐτὰ (ἐξανθήματα) χυμοῦ Gal.17(1).959, en v. pas. τὸ πῦρ ... γεννηθέν Hp.Morb.4.53
bot. echar el fruto en una metáf. τὰς (παραφυάδας) γεννώσας καρπὸν θανατηφόρον Ign.Tr.11.1
geom. generar en el sent. de describir, dar lugar a τὸ ... παραλληλόγραμμον γεννήσει κύλινδρον Aristarch.Sam.1, τὸ σημεῖον ... γραμμήν τινα ἐγέννα Papp.526.5, cf. en v. pas. Archim.Sph.Cyl.1.39.
4 c. ac. y pred. hacer crecer, desarrollar κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα (un hombre) aunque desarrolle un cuerpo grande S.Ai.1077.
II intr. en v. med.-pas.
1 de seres anim. nacer c. gen. de origen ἀπὸ Σπάρτας ... ὅθεν γεγενναμένοι Pi.P.5.74, τὰ δὲ ζῷα γεννᾶσθαι ἐξ ἀλλήλων Pythag.B 1a, ἐκ δὲ Κρόνου καὶ Ἀφροδίτης γεννᾶσθαι πάντα Theopomp.Hist.335, cf. Corp.Herm.13.1, τοῖς ἐξ αὑτῶν γεννηθεῖσιν para sus hijos, TAM 3.656 (Termeso), c. dat. δίδυμα αὐτῷ ἐγεννήθη βρέφη Artem.4.47, c. pred. ἐγεννήθη πένης LXX Ec.4.14, de animales τὰ γεννηθέντα las crías Ath.294e, cf. D.S.19.2, X.Eph.3.11.4, Porph.Sent.13, Vett.Val.1.24, Hierocl.Facet.24, PLond.1730.10 (VI d.C.)
en la exégesis crist. ref. a Cristo ὁ λόγος τῆς σοφίας ... ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν ὅλων γεννηθείς Iust.Phil.Dial.61.3
de ahí fig. nacer a la fe entre los crist. ἐκ θεοῦ ἐγεννήθησαν Eu.Io.1.13, 1Ep.Io.3.9, τὸν δὲ ἐκ πίστεως καὶ πνεύματος γεγεννημένον Iust.Phil.Dial.135.6.
2 cien. producirse un metal, tener la veta γεννᾶσθαι ... ἐν ταῖς Καττιτερίσι νήσοις el estaño, Str.3.2.9
fís. originarse de, producirse ὁ δὲ ἀτμὸς γεννᾶται ἐκ τοῦ πυρός Hero Spir.2.34
astr. surgir, salir la luna (cf. γέννα III) Ach.Tat.Intr.Arat.21.

• Etimología: Denom. de γέννα.

English (Strong)

from a variation of γένος; to procreate (properly, of the father, but by extension of the mother); figuratively, to regenerate: bear, beget, be born, bring forth, conceive, be delivered of, gender, make, spring.

English (Thayer)

γέννω; future γεννήσω; 1st aorist ἐγέννησα; perfect γεγέννηκά; (passive, present γεννάομαι, γεννωμαι); perfect γεγέννημαι; 1st aorist ἐγεννήθην; (from γεννᾷ, poetic for γένος); in Greek writings from Pindar down; in the Sept. for יָלַד; to beget;
1. properly: of men begetting children, ἐκ with the genitive of the mother, εἰς δουλείαν to bear a child unto bondage, that will be a slave, Xenophon, de rep. Lac. 1,3); Lucian, de sacrif. 6; Plutarch, de liber. educ. 5; others; the Sept. to be begotten: τό ἐν αὐτῇ γεννηθέν that which is begotten in her womb, to be born: Winer s Grammar, 266 (250); Buttmann, 203 (176)); εἰς τόν κόσμον, ἐν with the dative of place, ἀπό τίνος, to spring from one as father, L WH marginal reading ἐγεννήθησαν see Tdf. at the passage); ἐκ τίνος to be born of a mother, ἐκ πορνείας, ἐξ αἱμάτων, ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἐκ τῆς σαρκός, elz γεγενημένον); ἐν ἁμαρτίαις ὅλος, ἁμαρτία, 2a.); εἰς τί, to be born for something, Tdf. γεγενημένα so st bez); with an adjective: τυφλός γεγέννημαι, Ῥωμαῖος to be supplied, τῇ διαλέκτῳ, ἐν ἡ ἐγεννήθημεν, γεννηθείς κατά σάρκα begotten or born according to (by) the working of natural passion; κατά πνεῦμα according to (by) the working of the divine promise, to engender, cause to arise, excite: μάχας, βλαβην, λύπην, etc. in Greek writings).
b. in a Jewish sense, of one who brings others over to his way of life: ὑμᾶς ἐγέννησα I am the author of your Christian life, Philo, leg. ad Gaium § 8)).
c. after υἱόν τοῦ Θεοῦ), viz. by the resurrection: John , of God conferring upon men the nature and disposition of his sons, imparting to them spiritual life, i. e. by his own holy power prompting and persuading souls to put faith in Christ and live a new life consecrated to himself; absolutely ἐκ Θεοῦ or ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθησαν, γεγέννηται, γεγεννημένος, etc.: st γεγένηται); ἐκ τοῦ πνεύματος γέννασθαι, elz γεγενημένον), ἐξ ὕδατος καί πνεύματος (because that moral generation is effected in receiving baptism (?) cf. Schaff's Lange, Godet, Westcott, on the words, and references under the word βάπτισμα, 3)), ἄνωθεν γέννασθαι, ἄνωθεν, c.) equivalent to τέκνον Θεοῦ γίνεσθαι, ἀναγεννάω.)

Greek Monotonic

γεννάω: (γέννα), μέλ. -ήσω,
1. Ενεργ. του γίγνομαι (πρβλ. γείνομαι II), λέγεται για τον πατέρα, γεννώ, δημιουργώ, σε Αισχύλ., Σοφ.· σπάνια χρησιμ. για τη μητέρα, τίκτω, γεννώ, σε Αισχύλ.· οἱ γεννήσαντες, οι γονείς, σε Ξεν.· τὸ γεννώμενον, το τέκνο, σε Ηρόδ.· όπως το φύω I. 2., όπως: κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα, ακόμα κι αν μεγαλώσει, αποκτήσει μεγάλο σώμα, δηλ. ακόμα κι αν έχει γιγάντεια κορμοστασιά, σε Σοφ.
2. μεταφ., παράγω, δίνω αρχή σε κάτι,σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

γεννάω: (fut. γεννήσω - дор. γεννάσω, med.-pass. γεννήσομαι) реже med.
1) рождать, производить на свет (τινα Aesch.): ὁ γεννήσας πατήρ Soph., Eur. родной отец; οἱ γεννήσαντες Xen., Plat. родители; τὸ γεννώμενον Her. дитя; σῶμα γ. μέγα Soph. быть огромного роста;
2) порождать, создавать (λόγους καλούς, νοῦν καὶ ἀλήθειαν Plat.; ποίησιν Arst.).

Middle Liddell


1. 11), of the father, to beget, engender, Aesch., Soph.; rarely of the mother, to bring forth, Aesch.; οἱ γεννήσαντες the parents, Xen.; τὸ γεννώμενον the child, Hdt.:—like φύω 1. 2, as κἂν σῶμα γεννήσηι μέγα even if he grow, get a large body, i. e. if he be of giant frame, Soph.
2. metaph. to produce, Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γεννάω γέννα aor. ἐγέννησα, Dor. ἐγεννα̅σα ; perf. γεγέννηκα, perf. med.-pass. γεγέννημαι ; fut. γεννήσω, Dor. γεννά̅σω, med. γεννήσομαι, fut. pass. γεννηθήσομαι.
1. verwekken, de ouder zijn van, meestal van de vader; van de moeder :. Ἔπαφον δ ’ ἐγέννασεν zij (Io) schonk het leven aan Epaphus Aeschl. Suppl. 48; οἱ γεννήσαντες de ouders Xen. Mem. 2.1.27.
2. doen groeien, ontwikkelen:; κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα ook al heeft hij zijn lichaam krachtig ontwikkeld Soph. Ai. 1077; overdr. voortbrengen :. παντοίαν ἀρετήν γ. alle soorten deugd voortbrengen Plat. Smp. 209e.

Chinese

原文音譯:genn£w 根那哦
詞類次數:動詞(97)
原文字根:成為 相當於: (חוּל‎ / חִיל‎) (יָלַד‎ / לֵדָה‎) (יָרוּם‎ / יָרַם‎ / רוּם‎ / רָם‎ / רָמַם‎)
字義溯源:生育,生下來,生來,生產,結果,生,懷,懷孕;源自(γένος)=親戚,族裔);而 (γένος)出自(γίνομαι)*=成為)。在97次使用中,馬太一章的家譜,一代生一代,就用了40次。另外,重生,從靈生,從神生,也用了十餘次。其他就是一般的生育
同源字:1) (ἀναγεννάω)生 2) (ἀρτιγέννητος)才生的 3) (γεννάω)生育 4) (γένημα / γέννημα)後裔 5) (γέννησις)誕生 6) (γεννητός)所生的 7) (παλιγγενεσία / παλινγενεσία)重生參讀 (ἀποκυέω)同義字
出現次數:總共(97);太(45);可(1);路(4);約(18);徒(7);羅(1);林前(1);加(3);提後(1);門(1);來(4);彼後(1);約壹(10)
譯字彙編
1) 生(56) 太1:2; 太1:2; 太1:2; 太1:3; 太1:3; 太1:3; 太1:4; 太1:4; 太1:4; 太1:5; 太1:5; 太1:5; 太1:6; 太1:6; 太1:7; 太1:7; 太1:7; 太1:8; 太1:8; 太1:8; 太1:9; 太1:9; 太1:9; 太1:10; 太1:10; 太1:10; 太1:11; 太1:12; 太1:12; 太1:13; 太1:13; 太1:13; 太1:14; 太1:14; 太1:14; 太1:15; 太1:15; 太1:15; 太1:16; 太2:1; 約3:3; 約3:4; 約3:5; 約9:34; 約16:21; 徒13:33; 徒22:3; 加4:24; 加4:29; 來1:5; 來5:5; 約壹5:1; 約壹5:1; 約壹5:4; 約壹5:18; 約壹5:18;
2) 生的(10) 太1:16; 約1:13; 約3:6; 約3:6; 約3:8; 約8:41; 加4:23; 約壹3:9; 約壹4:7; 約壹5:1;
3) 生來(6) 太19:12; 約9:19; 約9:20; 徒2:8; 徒22:28; 彼後2:12;
4) 生了(4) 路1:57; 約16:21; 徒7:29; 林前4:15;
5) 生下來(3) 徒7:20; 羅9:11; 來11:23;
6) 生出(1) 來11:12;
7) 所生(1) 門1:10;
8) 所生的(1) 約壹2:29;
9) 要⋯生(1) 路1:13;
10) 他是⋯生的(1) 約壹3:9;
11) 他⋯生了(1) 徒7:8;
12) 你們⋯生(1) 約3:7;
13) 那些是引起(1) 提後2:23;
14) 他⋯出生(1) 可14:21;
15) 生來是(1) 約9:32;
16) 出世(1) 太26:24;
17) 當生(1) 太2:4;
18) 懷的孕(1) 太1:20;
19) 要生的(1) 路1:35;
20) 懷(1) 路23:29;
21) 他生來(1) 約9:2;
22) 生出來(1) 約3:4;
23) 而生(1) 約18:37