Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐμός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐμός Medium diacritics: ἐμός Low diacritics: εμός Capitals: ΕΜΟΣ
Transliteration A: emós Transliteration B: emos Transliteration C: emos Beta Code: e)mo/s

English (LSJ)

ή, όν, possess. Pron. of 1st pers.: (ἐγώ, ἐμοῦ):—

   A mine; contr. with the Art., οὑμός, τοὐμόν, τοὐμοῦ, τὠμῷ, τἀμά, Trag. (not Com., τἀμὰ γὰρ διοίχεται is paratrag. in Ar.Ec.393), rarely in Prose, οὑμός Pl.Ep.354c; τἀμά Id.Plt.258b; οὑμός even in Il.8.360; and (acc. to some Gramm.) τὠμῷ 11.608, Od.4.71; τἠμῇ Il.9.654:—poet. ἀμός (q.v.):    I with a Subst.:    1 subjectively, mine, of me, ἐμὰ δάκρυα Il.1.42; χεῖρες ἐμαί ib.166; ἐμός τε πατὴρ καὶ σός Hes.Op.633: with the Art., τὸν ἐμὸν χόλον Il.4.42, etc.: in Poets sts. joined with gen., to strengthen the possessive notion, ἐμὸν αὐτοῦ mine own, 6.446, Od.2.45; δαὴρ . . ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος Il.3.180; θρῆνον ἐμὸν τὸν αὐτῆς A.Ag.1323; τἀμὰ δυστήνου κακά S.OC344, cf.El.252; τὸν ἐμὸν αὐτοῦ . . βίον Ar.Pl.33.    b mine, i.e. favourable to me, τεκμήρια ἐμά, οὐ τούτων Antipho 2.4.10.    2 objectively, relating to me, against me, ἐμὴ ἀγγελίη Il.19.336; τὸν ἐμὸν γάμον Od.2.97; τὴν ἐμὴν αἰδῶ respect for me, A.Pers.699 (troch.); τἀμὰ νουθετήματα warnings to me, S.El.343; τὠμῷ πόθῳ by love for me, Id.OT969; αἱ ἐμαὶ διαβολαί slanders against me, Th.6.90; δωρεὰ ἐμή a gift to me, X.Cyr.8.3.32; sts. with another gen. added, τὰς ἐμὰς Λαΐου διαφθοράς murder of L. by me, S.OT572; τοὐμὸν αἷμα πατρός his blood shed by me, ib.1400; τὰ ἐμὰ δῶρα Κύπριδος (Dind. for Κύπρις) her gifts to me, E.Hel.364 (anap.).    II without a Subst., mine, οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον my word, Il.1.526; τὸ μὲν ἐμόν [ἐστι] 'tis my counsel, Pi.I.8(7).42: in Trag. and Prose, it is my duty, my business, E.Ion1020, Pl.Lg. 664b.    2 ἐμοί my friends, Il.20.205; οἱ ἐμοί X.Cyr.3.2.28, etc.; ὁ ἐμὸς Ἡράκλειτος my dear Heraclitus, Arr.Epict.2.2.17.    3 τὰ ἐμά my property, Pl.Prt.310e, etc.; of children, S.El.538, OC922; τὸ τύπτειν καὶ ἐμὲ καὶ τὰ ἐμὰ ἀδίκως Pl.Grg.508e; of servants. PEdgar 4.6 (iii B.C.), etc.; but also τὰ ἐμά or τὸ ἐμόν, my part, my affairs, my interest, οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει things stand thus with me, Hdt.4.127; τὰ τούτου μᾶλλον ἢ τοὐμόν S.Aj.124; ἔρρει τἀμὰ παντελῶς X.Cyr.6.1.3; τὸ ἐμὸν εὖ πράττει Pl.R.463e, etc.; in full, τοὐμὸν μέρος S.Tr.1215: hence in Trag. and Att., my conduct (almost periphr. for ἐγώ), Id.El.1302, Tr.1068, Ar.Th.105; τὸ μὲν οὖν ἐμὸν οὐκ ἐμποδὼν ὑμῖν ἔσται Lys.8.19, cf. Pl.Grg.452c, etc.: abs., τό γε ἐμόν for my part, as far as concerns me, Hdt.1.108, Pl.Prt.338c, Sph.237b.    4 ἡ ἐ. (sc. γῆ) my country, Th.6.78; also (sc. γνώμη) my opinion, ἐὰν ἡ ἐ. νικᾷ Pl. R.397d; κατά γε τὴν ἐ. Ar.Ec.153, Pl.Plt.277a.

German (Pape)

[Seite 809] ἐμή, ἐμόν, mein, Hom. u. Folgde, mit dem Artikel οὑμός, τοὐμόν, Il. 8, 360 u. Tragg., wie in Prosa. Oft wird noch ein genit. hinzugesetzt, ἐμὸν αὐτοῦ, mein eigen, Od. 2, 45 Il. 3, 180; θρῆνον θέλω λέγειν ἐμὸν τὸν αὐτῆς Aesch. Ag. 1296; τἀμὰ δυστήνου κακά Soph. O. C. 344; in Prosa ἐμαυτοῦ, ἐμαυτῆς; – οὐκ ἐμὸν τόδε, das ist nicht meine Sache, Soph. O. C. 197; οὐ γάρ ἐστι τοιοῦτον τὸ ἐμόν Plat. Alc. I, 106 b; οὐκ ἐμὸν ἀνοίγειν Men. Stob. fl. 112, 2; εἰ τοὐμὸν ἀλγεῖς, mein Unglück, Soph. Trach. 1057; τὰ ἐμά, das Meinige, mein Eigenthum, Phil. 583. 654; οἱ ἐμοί, die Meinigen, die Verwandten, Ant. 48 u. öfter; – τὸ ἐμόν, u. häufiger τό γ' ἐμόν, was mich betrifft, meinerseits, z. B. ἐπεὶ τό γ' ἐμὸν οὐδὲν διαφέρει Plat. Prot. 338 c; τὸ δὲ δὴ ἐμόν τε καὶ τῆς ἐμῆς τέχνης σιγῶ, von mir u. meiner Kunst, Theaet. 161 e; τό γ' ἐμὸν οὐδὲν ἂν προθυμίας ἀπολείποι Rep. VII, 533 a, für ἐγὼ ἀπολείπω. Mit Auslassung von γνώμη, δόξα, κατά γε τὴν ἐμήν Plat. Polit. 277 a; ἐὰν ἥ γ' ἐμὴ νικᾷ Legg. IX, 862 a; auch ἡ ἐμή = mein Vaterland, Thuc. 6, 78. – Objectiv ist es zu fassen in ἐμὴ ἀγγελία, eine mich betreffende Botschaft, Il. 19, 336, vgl. Od. 2, 97; τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς, Ehrfurcht gegen mich, Aesch. Pers. 685; οὑμὸς πόθος, nach mir, Soph. O. C. 420; τἀμὰ νουθετήματα, Ermahnungen an mich, El. 343; εὔνοια ἐμή, gegen mich, Xen. Cyr. 3, 1, 28; δωρεὰ ἐμή, Geschenk an mich, 8, 3, 13; aber τὰ δ' ἐμὰ δῶρα = das Geschenk, das ich selbst war, Eur. Hel. 364; αἱ ἐμαὶ διαβολαί, gegen mich, Thuc. 6, 90, woran sich auch die Beispiele reihen, wo es für ἐμοί zu stehen scheint; ὁμογενὴς ἐμός Eur. I. T 918, vgl. σούς γε φύντας ἐκγόνους El. 673; vgl. Theocr. 2, 3; τοῖς ἐμοῖς εὔνοις Xen. apol. 27; τὸ ἐμόν, mein Vortheil, Nutzen, Eur. u. A.

Greek (Liddell-Scott)

ἐμός: ἐμή, όν, κτητικὴ ἀντωνυμία τοῦ πρώτου προσώπου· (ἐγώ, ἐμοῦ): - ἰδικός μου, Λατ. meus, Ὅμ.· συγκεράννυται μετὰ τοῦ ἄρθρου, ὡς, οὑμός, τοὐμόν, τοὐμοῦ, τὠμῷ, τἀμά, Τραγ. καὶ παρ’ Ἀριστοφ., ἀλλ’ οὐχὶ παρὰ τοῖς δοκίμοις Ἀττ. πεζολόγοις, οὑμὸς εὕρηται ἔτι καὶ ἐν Ἰλ. Θ. 360· καὶ (κατὰ τοὺς παλαιοὺς γραμματ.) τοὐμοῦ Λ. 608, Ὀδ. Δ. 71· τἠμῇ Ἰλ. Ι. 654· - ποιητ. ἀμὸς ὁσάκις ἡ παραλήγουσα ὤφειλε νὰ εἶναι μακρά, ἴδε ἀμός. Ι. μετὰ οὐσιαστ.: 1) ἐξ ὑποκειμ., ἰδικός μου, ἐξ ἐμοῦ, ἐμὸς υἱὸς ἢ υἱὸς ἐμός· μετὰ τοῦ ἄρθρ., ὁ ἐμὸς υἱὸς ἢ ὁ υἱὸς ὁ ἐμός· - παρὰ ποιηταῖς ἐνίοτε συνδυάζεται μετὰ γεν. πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐννοίας τῆς κτήσεως, ἐμὸν αὐτοῦ Ἰλ. Ζ. 446, Ὀδ. Β. 45· δαὴρ... ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος Ἰλ. Γ. 180· θρῆνον ἐμὸν τὸν αὐτῆς Αἰσχύλ. Ἀγ. 1323· τἀμὰ δυστήνου κακὰ Σοφ. Ο. Κ. 344, πρβλ. Ἠλ. 252· τὸν ἐμὸν αὐτοῦ... βίον Ἀριστοφ. Πλ. 33· - ἀλλ. ἡ χρῆσις αὕτη σχεδὸν δὲν εὑρίσκεται παρὰ τοῖς Ἀττικ. πεζογράφοις. β) ἰδικός μου, δηλ. εὔνους εἰς ἐμέ, τεκμήρια ἐμά, οὐ τούτου Ἀντιφῶν 120. 14. 2) ἐξ ἀντικειμένου, περὶ ἐμοῦ, ἐμὴν... λυγρὴν ἀγγελίην Ἰλ. Τ. 336, πρβλ. Ὀδ. Β. 97· τὴν ἐμὴν αἰδῶ, σέβας πρὸς ἐμέ, Αἰσχύλ. Πέρσ. 699· τἀμὰ νουθετήματα, τὰ πρὸς ἐμὲ ἀποτεινόμενα, Σοφ. Ἠλ. 343· τὠμῷ πόθῳ, ἐκ πόθου πρὸς ἐμέ, ὁ αὐτ. Ο. Τ. 969· αἱ ἐμαὶ διαβολαί, αἱ κατ’ ἐμοῦ διαβολαί, Θουκ. 6. 90· δωρεὰ ἐμή, ἡ πρὸς ἐμὲ δωρεά, Ξεν. Κύρ. 8. 3. 32· ἐνίοτε προστίθεται καὶ μία γενική, τὰς ἐμὰς Λαΐου διαφθοράς, τὸν ὑπ’ ἐμοῦ γενόμενον φόνον τοῦ Λ., Σοφ. Ο. Τ. 572· τοὐμὸν αἷμα... πατρός, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ χυθὲν αἷμα τοῦ πατρός μου, αὐτόθι 1400· τὰ ἐμὰ δῶρα Κύπριδος (οὕτως ὁ L. Dind. ἀντὶ τοῦ Κύπρις), τὰ πρὸς ἐμὲ δῶρα αὐτῆς, Εὐρ. Ἑλ. 364. ΙΙ. ἄνευ οὐσιαστ., ἐμός, ἰδικός μου, οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον, «παλισσύλλεκτον, εἰς τοὐπίσω ληπτόν· ἐξ οὗ ψευδές, ἢ μεταμελητὸν» (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 526· τὸ μὲν ἐμόν, τὸ μὲν ἐμοὶ δοκοῦν, Πίνδ. Ι. 7 (8). 84· παρ’ Ἀττ., εἶναι ἰδικόν μου ἔργον, «εἶναι ’δική μου δουλειά», σὸν λέγειν, τολμᾶν δ’ ἐμὸν Εὐρ. Ἴων 1020, Πλάτ. Νόμ. 664B. 2) ἐμοί, (οἱ) «οἱ ’δικοί» μου, οἱ συγγενεῖς μου, Λατ. mei, ὄψει δ’ οὔτ’ ἄρ πω σὺ ἐμοὺς ἴδες οὔτ’ ἄρ’ ἐγὼ σοὺς Ἰλ. Υ. 205· οἱ ἐμοὶ Ξεν., κλ. 3) τὸ ἐμόν, τὰ ἐμά, ἡ περιουσία μου, Ἀριστοφ., Πλάτ., κλ.· ἐπὶ τέκνων, Σοφ. Ἠλ. 538, Ο. Κ. 922· ἀλλ’ ὡσαύτως, τὰ ἐμὰ ἢ τὸ ἐμόν, τὸ μέρος μου, αἱ ὑποθέσεις μου, τὰ συμφέροντά μου· οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει, οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς πρὸς ἐμέ, Ἡρόδ. 4. 127· τὰ τούτου μᾶλλον ἢ τοὐμὸν Σοφ. Αἴ. 124· ἔρει τἀμὰ παντελῶς Ξεν. Κύρ. 6. 1, 3, πλῆρες· τοὐμὸν μέρος Σοφ. Τρ. 1215· - ἐντεῦθεν παρ’ Ἀττ. περιφρασ. ἀντὶ τοῦ ἐγὼ ἢ ἐμέ, ὁ αὐτ. Ἠλ. 1302, Τρ. 1068, Ἀριστοφ. Θεσμ. 105, Λυσίας 114. 7, κλ.· ἀπολ., τό γε ἐμόν, τὸ μὲν ἐμόν, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, Ἡρόδ. 1. 108, Πλάτ. Γοργ. 458D, Σοφ. 237B. 4) ἡ ἐμὴ (ἐξυπακουομ. τοῦ γῆ) Θουκ. 6. 78· ὡσαύτως (ἐξυπακ. γνώμη), ἐὰν ἡ ἐμὴ νικᾷ Πλάτ. Πολ. 397D· κατά γε τὴν ἐμὴν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 153, Πλάτ. Πολιτικ. 277A.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 mon, mien, qui m’appartient, qui me concerne : ὁ ἐμὸς υἱός ou ὁ υἱὸς ὁ ἐμός, ἐμὸς υἱός ou υἱὸς ἐμός ATT mon fils ; avec un gén. explicatif sorte d’appos. fréquente chez Hom. et les Trag. : ἐμὸν αὐτού IL ma propre (gloire) à moi-même ; τἀμὰ δυστήνου κακά SOPH mes malheurs, infortuné que je suis ! abs. τὸ ἐμόν, τὰ ἐμά, mon sort, mes biens, mes intérêts ; οἱ ἐμοί, les miens, mes parents ou mes amis ; τό γ’ ἐμόν, τὸ μὲν ἐμόν HDT pour moi, quant à moi ; ἡ ἐμή (s.e. γνώμη) PLAT mon avis ; ou (s.e. γῆ) THC ma patrie ; κατά γε τὴν ἐμήν (s.e. δόξαν) à mon avis;
2 qui s’adresse à moi : ἐμὴ ἀγγελίη IL avis qui me concerne ; δωρεά ἐμή XÉN présent pour moi ; ἐμαὶ διαβολαί THC accusations contre moi ; τἀμὰ νουθετήματα SOPH les représentations que tu m’adresses ; ἡ ἐμὴ αἰδώς ESCHL le respect pour moi.
Étymologie: th. ἐμε-.

English (Autenrieth)

ή, όν, no voc.: my, mine; rarely with art., Il. 11.608, Od. 4.71 ; οὑμός (= ὁ ἐμός), Il. 8.360; strengthened by gen. of αὐτός, ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, ‘my own,’ Od. 2.45; equiv. to obj. gen., ἐμὴ ἀγγελίη, ‘about me,’ Il. 19.336.

English (Slater)

ἐμός (ἐμόν, -ῶν; -ά, -ᾶς, -ᾷ, -άν, -ά, -ᾶν, -αῖς; -ον nom., acc., -ῶν.)
   1 my, our referring normally to both chorus and Pindar, but occasionally to the chorus alone Πα. 2. 29 e. g., and apparently to Pindar alone (P. 3.78), (P. 10.56), e. g. ματρομάτωρ ἐμὰ Στυμφαλίς, εὐανθὴς Μετώπα, πλάξιππον ἃ Θήβαν ἔτικτεν (O. 6.84) ἐμῶν δ' ὕμνων ἄεξεὐτερπὲς ἄνθος (O. 6.105) πόθι φρενὸς ἐμᾶς γέγραπται (O. 10.3) ὁ μέλλων χρόνος ἐμὸν καταίσχυνε βαθὺ χρέος (O. 10.8) ἀλλ' ἐπεύξασθαι μὲν ἐγὼν ἐθέλω Ματρί, τὰν κοῦραι παῤ ἐμὸν πρόθυρον σὺν Πανὶ μέλπονται θαμὰ σεμνὰν θεὸν ἐννύχιαι (ὅτι ἐγειτνία τῇ Πινδάρου οἰκήσει Μητρὸς θεῶν ἱερὸν καὶ Πανός, ὅπερ αὐτὸς ἱδρύσατο. Σ, but v. Fränkel, Hermes 1961, 392 on Kallistratos) (P. 3.78) τὸν δ' ἀμφέποντ αἰεὶ φρασὶν δαίμον ἀσκήσω κατ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν (P. 3.109) τὸ δ' ἐμὸν γαρύει ἀπὸ Σπάρτας ἐπήρατον κλέος (ἀπὸ τοῦ χοροῦ ἢ ἀπὸ τοῦ ποιητοῦ. Σ, but possibly both. cf. (O. 6.84) ) (P. 5.72) ἐμᾷ ποτανὸν ἀμφὶ μαχανᾷ (P. 8.34) Ἀλκμᾶνα στεφάνοισι βάλλω γείτων ὅτι μοι καὶ κτεάνων φύλαξ ἐμῶν ὑπάντασεν ἰόντι γᾶς ὀμφαλὸν παρ' ἀοίδιμον (reference unknown) (P. 8.58) Ἐφυραίων ὄπ' ἀμφὶ Πηνειὸν γλυκεῖαν προχεόντων ἐμὰν (P. 10.56) ἐμὰν ποιπνύων χάριν τόδ' ἔζευξεν ἅρμα Πιερίδων (P. 10.64) θυμέ, τίνα πρὸς ἀλλοδαπὰν ἄκραν ἐμὸν πλόον παραμείβεαι; (N. 3.27) κεῖνος ἀμφ' Ἀχέροντι ναιετάων ἐμὰν γλῶσσαν εὑρέτω κελαδῆτιν (N. 4.85) Αἰακὸν ἐμᾷ μὲν πολίαρχον εὐωνύμῳ πάτρᾳ (ἑᾷ Hermann: “quo sensu Aeacus Thebanorum πολίαρχος dici potuerit ignoramus.” Puech: cf. v. 61 ξεῖνός εἰμι) (N. 7.85) τὸ δ' ἐμὸν οὔ ποτε φάσει κέαρ (N. 7.102) ναὶ μὰ γὰρ ὅρκον, ἐμὰν δόξαν κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησ' ἀντιπάλων (κατὰ τὴν ἐμὴν δόκησιν. Σ.) (N. 11.24) μᾶτερ ἐμὰ, χρύσασπι Θήβα (I. 1.1) ταῦτα, Νικάσιππ, ἀπόνειμον, ὅταν ξεῖνον ἐμὸν ἠθαῖον ἔλθῃς i. e. to Thrasyboulos of Akragas (I. 2.48) τὸ δ' ἐμόν, οὐκ ἄτερ Αἰακιδᾶν, κέαρ ὕμνων γεύεται (I. 5.19) ματρὸς δὲ ματέρ' ἐμᾶς ἔτεκον ἔμπαν a chorus of Abderitans sing of their founding city Teos (Pae. 2.29) ἦλθον ἔταις ἀμαχανίαν ἀλέξων τεοῖσιν ἐμαῖς τε τιμαῖς (Pae. 6.11) ]ἐμὸν τ[ (Pae. 10.17) ]νας ἐμᾶς διψῶντα[ Παρθ. 2. . μελισσοτεύκτων κηρίων ἐμὰ γλυκερώτερος ὀμφά fr. 152. ὤνασσ' Ἀλάθεια, μὴ πταίσῃς ἐμὰν σύνθεσιν τραχεῖ ποτὶ ψεύδει fr. 205. 3. in direct speech, “ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς” (O. 6.16) “ἀρχαίαν κομίζων πατρὸς ἐμοῦ τιμάν” (P. 4.106) “εἴ ποτ' ἐμᾶν, ὦ Ζεῦ πάτερ, θυμῷ θέλων ἀρᾶν ἄκουσας” (I. 6.42) “τὸ μὲν ἐμόν, Πηλέι γέρας θεόμορον ὀπάσσαι γάμου Αἰακίδᾳ” (τοῦτο ἰσοδυναμεῖ τῷ κατὰ ἐμὲ ἢ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Σ.) (I. 8.38) “ἐμὰν ματέρα λιπόντες καὶ ὅλον οἶκον (Pae. 4.44)

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Grafía: frec. contraído c. art. οὑμός, ἡμή, τοὐμόν
A pron. pos. de 1a pers. en uso adj.
I uso atributivo
1 mi ἐμὰ δάκρυα Il.1.42, χεῖρες ἐμαί Il.1.166, cf. Stesich.40.23, ἐ. τε πατὴρ καὶ σός Hes.Op.633, ἐμὰ ῥήματα Simon.38.19
c. art. mi o mío τὸν ἐμὸν χόλον Il.4.42, πατὴρ οὑμός Il.8.360, ἡ ἐμὴ ψυχή Anacr.15.3, cf. S.OC 1340, χαίτα τᾶς ἐμᾶς ἀνεψιᾶς Ἁγησιχόρας Alcm.1.52, οὑμὸς πόσις E.Med.229, τῶν δὲ κτημάτων σοι τῶν ἐμῶν κίχρημι ὅ τι βούλει D.53.12, cf. Isoc.19.7, ὁ ἐμὸς λόγος Pl.Ep.354c, Aristid.Pro.131.10, cf. Eu.Io.8.37, c. gen. ref. al poseedor κλέος ... ἐμὸν αὐτοῦ mi propia gloria, Il.6.446, cf. Od.2.45, δαὴρ ... ἐ. ἔσκε κυνώπιδος era mi cuñado, de mí, cara de perra, Il.3.180, θρῆνον ... ἐμὸν τὸν αὐτῆς A.A.1323, τἀμὰ δυστήνου κακά mis males, de mí, desgraciado S.OC 344, τὸν ἐμὸν αὐτοῦ ... βίον Ar.Pl.33, τοὐμὸν αἷμα ... πατρός mi sangre, es decir, la de mi padre S.OT 1400, cf. A.R.3.151, formando parte de expr. adverb. τοὐμὸν μέρος por mi parte S.Tr.1215
c. n. ref. pers. οἱ ἐμοί los míos, e.e., mi(s) parientes ἐπόησα τὸ προσκύνημα τῶν ἐμῶν πάντων καὶ φίλων TD 20.6 (I d.C.)
c. valor afectivo mi querido ὁ ἐμὸς Ἡράκλειτος Arr.Epict.2.2.17, Μυΐσκος ἐμὸς ἡδύς SEG 32.847.57 (Tasos IV a.C.)
c. sent. de propiedad ἔπεμψα ὑμεῖν Βλάστον τὸν ἐμόν os he enviado a mi siervo Blasto, BGU 37.3 (I d.C.).
2 c. subst. abstr. o de acción, equiv. a un suj. u obj.:
a) equiv. al compl. dir. τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς dejando a un lado tu respeto hacia mí A.Pers.699, εἴ τι μὴ τὠμῷ πόθῳ κατέφθιθ' a menos que haya muerto de nostalgia por mí S.OT 969, cf. OC 419, αἱ ἐμαὶ διαβολαί las acusaciones contra mí Th.6.90, εὐνοία καὶ φιλία ἡ ἐμή X.Cyr.3.1.28, cf. I.AI 1.100, Eu.Luc.22.19;
b) equiv. al suj., c. gen. τὰς ἐμὰς οὐκ ἄν ποτ' εἶπεν Λαΐου διαφθοράς él nunca habría afirmado que la muerte de Layo fuera culpa mía S.OT 572;
c) equiv. al compl. indir. para mí, dirigido a mí τἀμὰ νουθετήματα las advertencias dirigidas a mí S.El.343;
d) equiv. a un compl. de relación en relación conmigo, hacia mí ἐμὴ ἀγγελίη una noticia referida a mí, Il.19.336, μίμνετ' ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον Penélope a los pretendientes Od.2.97.
II uso pred.
1 mío ἅπαντα ἠξίουν ἐμὰ εἶναι Lys.17.5, cf. Eu.Io.14.24
c. idea de beneficio de mi lado, favorable a mí τά τε τεκμήρια ἐμά, οὐ τούτων ὄντα ἐδήλωσα he demostrado que las evidencias están de mi parte, no de la suya Antipho 2.4.10.
2 c. inf. o pron. neutr. mi tarea, lo que me corresponde σὸν λέγειν, τολμᾶν δ' ἐμόν E.Io 1020, τὸ μετὰ τοῦτο τοίνυν ἐμὸν ἂν εἴη λέγειν Pl.Lg.664b, οὐκ ἔστιν ἐμὸν τοῦτο δοῦναι Eu.Matt.20.23, οὐκ ἐμὸν τοῦτο no es cosa mía eso Luc.IConf.10.
B en uso subst.
I c. referente abstr.
1 en neutr. τὸ ἐμόν
a) lo mío, lo que a mí respecta, mi opinión οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει esta es mi actitud Hdt.4.127, τοὐμὸν ἔσται τῇδ' S.El.1302, cf. Ar.Th.105, τό γ' ἐμὸν οὐδὲν κωλύει en lo que a mí respecta nada lo impide Pl.Grg.458d, cf. Plt.258b, τὸ μὲν οὖν ἐμὸν οὐκ ἐμποδῶν ὐμῖν ἔσται Lys.8.19, tb. sin art., como antecedente de un pron. relat. οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον ... ὅ τί κεν κεφαλῇ κατανεύσω pues lo mío no tiene vuelta atrás ... lo que yo afirme con la cabeza, Il.1.526;
b) lo mío, mi situación, mis asuntos τἀμὰ γὰρ διοίχεται mi vida ha terminado A.Fr.138, cf. Ar.Ec.393, οὐδὲν τὸ τούτου μᾶλλον ἢ τοὐμὸν σκοπῶν preocupándome de su situación no más que de la mía S.Ai.124, εἰ τοὐμὸν ἀλγεῖς μᾶλλον ἢ κείνης S.Tr.1068, ἔρρει τἀμὰ παντελῶς X.Cyr.6.1.3, τὸ ἐμὸν εὖ πράττει mis asuntos van bien Pl.R.463e, c. gen. ref. al poseedor καὶ τὸ σὸν σπεύδουσ' ἅμα καὶ τοὐμὸν αὐτῆς ἦλθον he venido para servir a la vez tu interés y el mío propio habla el coro de mujeres, S.El.252;
c) c. diversas partículas, en uso limitativo por lo que a mí respecta τὸ μὲν ἐμόν, Πηλέι γέρας θεόμορον ὀπάσσαι en lo que a mí respecta, dad a Peleo el don otorgado por los dioses Pi.I.8.38, χρὴ δὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι ἐπιτηδέως por mi parte es preciso obedecerte convenientemente Hdt.1.108, τό γ' ἐμὸν οὐδέν μοι διαφέρει Pl.Prt.338c, cf. Sph.237b.
2 fem. con omisión de ciertos subst. ἡ ἐμή (sc. γνώμη) mi opinión ἐὰν ἡ ἐμὴ ... νικᾷ Pl.R.397d
frec. en giros ὑπὲρ τῆς ἐμῆς (sc. χώρας uel πόλεως) κινδυνεύειν Th.6.78, κατὰ τὴν ἐμήν (sc. γνώμην) Ar.Ec.153, Pl.Plt.277a, Phlb.41b.
II c. referente concr., gener. en neutr. plu. τὰ ἐμά
1 lo mío, mis familiares εἰ πυθοίατο συλῶντα τἀμὰ καὶ τὰ τῶν θεῶν si se enterara de que has arrebatado lo que es mío y de los dioses ref. las hijas de Edipo, S.OC 922, en masc. εἴ τινα ἐγὼ νῦν τῶν ἐμῶν ἀποστέλλοιμι X.Cyr.3.2.28, cf. Aristid.Or.50.5, BGU 632.14 (II d.C.), tb. en fem. οὐ μετῆν αὐτοῖσι τήν γ' ἐμὴν κτανεῖν no tenían derecho a matar a la que era mía (mi hija), S.El.538
c. sent. de propiedad mis siervos πέμψον σὺν ἑνὶ τῶν ἐμῶν BGU 981.2.20 (I d.C.).
2 lo mío, mis bienes τὸ τύπτειν καὶ ἐμὲ καὶ τὰ ἐμά ἀδίκως Pl.Grg.508e, cf. Prt.310e, ὑμᾶς ὑπὸ τῶν ζητητῶν ἀπογραφῆναι τὰ ἐμὰ ἔχειν Lys.21.16, τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν Eu.Io.17.10, cf. Eu.Matt.20.15, ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει toma de lo mío, Eu.Io.16.14, ἐκ τῶν ἐμῶν a mis expensas, por cuenta mía, IPerinthos 104.3 (III d.C.), MAMA 8.413d.15 (II d.C.).
3 anafórico el mío ὄψει δ' οὔτ' ἄρ πω σὺ ἐμοὺς (τοκῆας) ἴδες οὔτ' ἄρ' ἐγὼ σούς de vista ni tú has conocido a los (padres) míos, ni yo a los tuyos, Il.20.205.

English (Strong)

from the oblique cases of ἐγώ (ἐμοί, ἐμοῦ, ἐμέ); my: of me, mine (own), my.

English (Thayer)

ἐμή, ἐμόν (from ἐμοῦ), possessive pronoun of the first person, mine;
a. that which I have; what I possess: ἡ χαρά ἡ ἐμή (see μένω, I:1b. ἆ.)); τῇ ἐμή χειρί, with my own hand (B. 117 (102) note), τό ἐμόν that which is mine, mine own, especially my money, τά ἐμά my goods, proceeding from me: οἱ ἐμοί λόγοι, Tr marginal reading brackets λόγοι); ὁ λόγοςἐμός, ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἡ ἐμή διδαχή, pertaining or relating to me; α. appointed for me: ὁ καιρόςἐμός, β. equivalent to a genitive of the object: ἡ ἐμή ἀνάμνησις, Winer s Grammar, § 22,7; (Kühner, § 454, Anm. 11; Krüger, § 47,7, 8). γ. ἐστιν ἐμόν it is mine, equivalent to, it rests with me: Buttmann, § 124,6.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐμός, -ή, -όν)- (κτητ. αντων. α' προσ.) δικός μου (α. «τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα», Ιλ.
β. «ἐμὸς ὁ Πλάτων»)
αρχ.
(με ουσ.)
1. (με γεν.) επιτείνεται η έννοια της κτήσης («πατρός τε μέγα κλέος ἠδ' ἐμὸν αὐτοῡ», Ιλ.)
2. ευνοϊκός για μένα
3. αυτός που με αφορά («ἐμήν... λυγρὴν ἀγγελίην», Ιλ.)
4. (χωρίς ουσ.) δικός μου («οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον» — ο λόγος μου, Ιλ.)
5. α) οἱ ἐμοί
οι δικοί μου, οι συγγενείς μου
β) ἡ ἐμή (γη)
i) η πατρίδα μου
ii) η γνώμη
γ) τὰ ἐμά
η περιουσία μου
δ) «τὸ γ' ἐμόν»
ὅσον αφορά σε μένα
ε) ἐμόν (ἐστι)
είναι δικό μου έργο.

Greek Monotonic

ἐμός: -ή, -όν, κτητ. αντων. του αʹ προσ. (ἐγώ, ἐμοῦ), δικός μου, Λατ. meus, σε Όμηρ. κ.λπ.· σε κράση με το Άρθρο, οὑμός, τοὐμόν, τοὐμοῦ, τὠμῷ, τἀμά·
1. για να ενισχύσει την έννοια του κτήτορα, ἐμὸν αὐτοῦ, δικό μου, προσωπικό μου ή είμαι ο ιδιοκτήτης, ο κτήτοράς του, σε Ομήρ. Ιλ.· τὸν ἐμὸν αὐτοῦ βίον, σε Αριστοφ.
2. ως αντικ., σε εμένα, σε ό,τι αφορά εμένα, ως προς εμένα, ἐμὴ ἀγγελίη, σε Όμηρ.· τὴν ἐμὴν αἰδῶ, σεβασμός σε εμένα, σε Αισχύλ.· αἱ ἐμαὶ διαβολαί, συκοφαντίες, δυσφημήσεις εναντίον μου, σε Θουκ.· τοὐμὸν αἷμαπατρός, το αίμα του χύθηκε εξαιτίας μου, σε Σοφ.
3. τὸ ἐμόν, τὰ ἐμά, η περιουσία μου, η ιδιοκτησία μου, σε Αριστοφ. κ.λπ.· επίσης, τὰ ἐμά ή τὸ ἐμόν, το μέρος μου, οι υποθέσεις μου, το συμφέρον μου, οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει, έτσι έχουν τα πράγματα με εμένα, σε Ηρόδ.· ἔρρει τἀμά, σε Ξεν.· απ' όπου περιφραστικά αντί ἐγώ ή ἐμέ, σε Σοφ.· ή απόλ., τό γε ἐμόν, τὸ μὲν ἐμόν, εκ μέρους μου, σε ό,τι με αφορά, σε Ηρόδ. κ.λπ.
4. ἡ ἐμή (ενν. γῆ), η χώρα μου, η πατρίδα μου, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐμός:
1) мой, принадлежащий мне: ἐ. αὐτοῦ Hom. мой собственный; οἱ ἐμοί Trag., Xen. etc. мои родные или друзья; τὸ ἐμόν и τὰ ἐμά Trag. etc. мое достояние, мое дело, мое положение, моя участь или моя обязанность; ἡ ἐμή (sc. γνώμη) Plat. мое мнение; ἡ ἐμή (sc. γῆ) Thuc. моя родина; τό γ᾽ или τὸ μὲν ἐμόν Her., Plat. что касается меня; κατὰ τὴν ἐμήν Arph., Plat. по моему мнению;
2) относящийся или обращенный ко мне: ἐμὴ ἀγγελίη Hom. весть обо мне; τἀμὰ νουθετήματα Soph. даваемые мне наставления; τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς Aesch. отбросив почтительный страх передо мной; ἡ ἐμὴ δωρεά Xen. преподнесенный мне дар; αἱ ἐμαὶ διαβολαί Thuc. возводимая на меня клевета.

Middle Liddell

ἐμός, ή, όν [ἐγώ, ἐμοῦ
1. possess. Pron. of first pers., mine, Lat. meus, Hom., etc.; by crasis with the Art., οὑμός, τοὐμόν, τοὐμοῦ, τὠμῷ, τἀμάto strengthen the possessive notion, ἐμὸν αὐτοῦ mine own, Il.; τὸν ἐμὸν αὐτοῦ βίον Ar.
2. objectively, to me, relating to me, against me, ἐμὴ ἀγγελίη Hom.; τὴν ἐμὴν αἰδῶ respect for me, Aesch.; αἱ ἐμαὶ διαβολαί slanders against me, Thuc.; τοὐμὸν αἷμα πατρός his blood shed by me, Soph.
3. τὸ ἐμόν, τὰ ἐμά my property, Ar., etc.:—but also, τὰ ἐμά or τὸ ἐμόν, my part, my affairs, my interest, οὕτω τὸ ἐμὸν ἔχει things stand thus with me, Hdt.; ἔρρει τἀμά Xen.;—hence periphr. for ἐγώ or ἐμέ, Soph.; or absol., τό γε ἐμόν, τὸ μὲν ἐμόν, for my part, as far as concerns me, Hdt., etc.
4. ἡ ἐμὴ (sub. γῆ) my country, Thuc.

Chinese

原文音譯:™mÒj 誒摩士
詞類次數:代名詞(78)
原文字根:我的
字義溯源:我的,屬我,我自己的;源自(ἐγώ)*=我)
出現次數:總共(66);太(2);可(2);路(3);約(34);羅(1);林前(7);林後(4);加(2);腓(2);西(1);帖後(1);提後(1);門(2);彼後(1);約叄(1);啓(2)
譯字彙編
1) 我(30) 太20:23; 路15:31; 路22:19; 約5:30; 約7:6; 約7:8; 約8:16; 約8:31; 約8:37; 約8:51; 約8:56; 約10:26; 約10:27; 約14:15; 約14:27; 約15:9; 羅10:1; 林前11:24; 林前11:25; 林前16:21; 林後2:2; 加1:13; 腓1:26; 腓3:9; 西4:18; 帖後3:17; 門1:12; 門1:19; 彼後1:15; 啓22:12;
2) 我的(30) 太18:20; 可8:38; 路9:26; 約4:34; 約5:30; 約5:47; 約6:38; 約7:16; 約7:16; 約8:43; 約8:43; 約12:26; 約14:24; 約15:11; 約15:12; 約16:15; 約17:10; 約17:10; 約17:13; 約18:36; 約18:36; 林前1:15; 林前7:40; 林前9:3; 林前11:25; 林後1:23; 林後2:3; 林後8:23; 約叄1:4; 啓2:20;
3) 屬我的(2) 約10:14; 約10:14;
4) 以我(1) 提後1:8;
5) 我親(1) 加6:11;
6) 的(1) 約17:24;
7) 由我(1) 可10:40