Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἁπλόος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἁπλόος Medium diacritics: ἁπλόος Low diacritics: απλόος Capitals: ΑΠΛΟΟΣ
Transliteration A: haplóos Transliteration B: haploos Transliteration C: aploos Beta Code: a(plo/os

English (LSJ)

η, ον, contr. ἁπλοῦς, ῆ, οῦν, opp. διπλόος

   A twofold, and so,    I single, ἁπλῆ γὰρ οἶμος εἰς Ἁιδου φέρει A.Fr.239, cf. X. Cyr.1.3.4 (Comp.); ἁπλῷ τείχει περιτειχίζειν Th.3.18; δὶς τόσ' ἐξ ἁπλῶν κακά S.Aj.277; ὅπως ἂν ἡ χάρις ἐξ ἁπλῆς διπλῆ φανῇ Id.Tr. 619; ἁπλᾶς δὲ λύπας ἐξὸν οὐκ οἴσω διπλᾶς E.IT688.    b ἁπλαῖ (sc. κρηπῖδες), αἱ, single-soled shoes, Stratt.24, D.54.34.    II simple, plain, straightforward, κελεύθοις ἁπλόαις ζωᾶς Pi.N.8.36; ἁ. ὁ μῦθος A.Ch.554; ἁ. λόγῳ Id.Pr.610,al.; ὡς ἁ. λόγῳ ib.46, Ar.Ach.1151; ἁ. λόγος the matter is simple, E.Hel.979; ἁ. διήγησις simple narrative (without dialogue), Pl.R.392d; οὐκ ἐς ἁπλοῦν φέρει leads to no simple issue, S.OT519; ἁπλᾶ γε καὶ σαφῆ λέγω μαθεῖν Alex.240.7; οὐδὲν ἔχω ἁπλούστερον λέγειν X.Cyr.3.1.32; of single-membered periods, Demetr.Eloc.17, etc.; of habits, ἁπλούστατος βίος Plb.9.10.5; νόμοι λίαν ἁ. καὶ βαρβαρικοί Arist.Pol.1268b39; ἁπλοῦν ἦν . . ἀποθανεῖν a plain course, Men.14.    b of persons, or their words, thoughts, and acts, simple, open, frank, ἁπλᾶ γάρ ἐστι τῆς ἀληθείας ἔπη A.Fr.176; ἁ. καὶ γενναῖος Pl.R.361b, etc.; ἁ. τρόποι E.IA927; opp. δόλος, Ar.Pl.1158; πρὸς τοὺς φίλους ὡς ἁπλούστατον εἶναι X. Mem.4.2.16.    c simple-minded, ὁ κριτὴς ὑπόκειται εἶναι ἁ. Arist. Rh.1357a12, cf. HA608b4 (Comp.), Rh.1367a37; in bad sense, simple, silly, Isoc.2.46; λίαν γὰρ ἁπλοῦν τὸ νομίζειν . . Arist.Mete.339b34.    III simple, opp. compound or mixed, Pl.R.547e, etc.; opp. μεμιγμένος, κεκραμένος, Arist.Metaph.989b17, Sens.447a18; ἁ. χρώματα Id.Col.791a1; ἁ. ὀνόματα, opp. διπλᾶ, Id.Po.1457a31; also of nouns, without the article, A.D.Synt.98.17, al.; of the positive adjective, Plu.2.412e, etc.    b ἁ. βιβλία rolls containing a single author, Id.Ant.58.    c of precious metals, unalloyed, pure, SIG901.9 (Delph., iv A. D.), PCair.67041.    d ἁ. ἐπίδεσμος, a kind of bandage, Hp.Off.7, etc.    2 absolute, sheer, ἀκρασία Arist.EN1149a2; συμφορά Lys.24.8, etc.    3 simple, unqualified (cf. ἁπλῶς 11.3), οὐ πάνυ μοι δοκεῖ . . οὕτως ἁπλοῦν εἶναι ὥστε . . Pl.Prt.331b, cf. Smp.206a, Tht.188d, al.    4 general, opp. ἀκριβής, Arist.Metaph.1025b7 (Comp.), cf. 1030a16.    IV Adv. ἁπλῶς, v. sub voc.    V Comp. and Sup. ἁπλούστερος, ἁπλούστατος, v. supr.; irreg. Sup. ἁπλότατος AP6.185 (Zos.). (Cf. δι-πλόος; ἁ- = sṃ; -πλόος perh. identical with πλοῦς 'voyage', cf. Serb. jedan put '(one journey, hence) once'; transition from 'once' to 'simple' as in Lett. vienkarss 'simple' (cf. Lith. vienkart 'once').)

German (Pape)

[Seite 293] όη, όον, zsgzg. ἁπλοῦς, ῆ, οῦν, einfach; τὸ βλάβος ἁπλοῦν ἀποτίνειν Plat. Legg. IX, 879 b; πεζῷ μὲν ἁπλοῦν, ἱππεῖ δὲ διπλοῦν Xen. Cyr. 4, 5, 41; Ggstz ποικίλος Plat. Theaet. 146 d; πολυειδές Phaedr. 270 d. Bes. μῦθος, Eur. Rhes. 84; διήγησις Plat. Rep. III, 392 b; λόγος, z. B. Ar. Ach. 1117; Xen. An. 5, 8, 18, eine einfache Rede ohne Umschweif; von Menschen, einfach, schlicht, offen, Xen. Cyr. 3, 1. 32; καὶ ἀληθής Plat. Legg. V, 738 e; καὶ γενναῖος Rep. II, 361 b; κατὰ τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ἁπλοῦν, ταὐτὸν γάρ ἐστιν Crat. 405 c; ἁπλᾶ καὶ σαφῆ λέγειν Alexis Ath. X, 449 e; Ggstz πονηρός, vom Auge, Matth. 6, 22. So stehen ἁπλοῖ τρόποι dem δόλος entgegen, Ar. Pl. 1158; Sp. auch einfältig, dumm; vom Wege, gerade, kurz, Plat. Phaed. 108 a; Xen. Cyr. 1, 3, 4; von Behauptungen, ausgemacht, allgemein gültig, εἰ ἦν ἁπλοῦν – τὸ μανίαν κακὸν εἶναι Plat. Phaedr. 244 a; vgl. Conv. 260 a. Comp., ἁπλούστερος, ἁπλούστατος, Xen. Mem. 4, 2, 16 u. ib. 40; ion. ἁπλοώτερος.

Greek (Liddell-Scott)

ἁπλόος: -η, -ον, συνηρ. ἁπλοῦς, ῆ, οῦν, ὡς τὸ Λατ. simplex, ἀντίθ. τῷ διπλόος, duplex, ὅθεν, Ι. ἁπλοῦς, εἷς μόνος, ἁπλῆν οἶμόν φησιν εἰς Ἅιδου φέρειν Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 236, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 1. 3, 4· ἁπλῷ τείχει περιτειχίζειν Θουκ. 3. 18· οὐκ ἐς ἁπλοῦν, οὐχὶ μόνον κατὰ ἕνα τρόπον, Σοφ. Ο. Τ. 519· δὶς τόσ’ ἐξ ἁπλῶν κατὰ ὁ αὐτ. Αἴ. 677· ὅπως ἂν ἡ χάρις… ἐξ ἁπλῆς διπλῆ φανῇ ὁ αὐτ. Τρ. 619· ἁπλᾶς δὲ λύπας ἐξόν, οὐκ οἴσω διπλᾶς Εὐρ. Ι. Τ. 688. β) ἁπλαῖ (δηλ. κρηπῖδες), αἱ, ὑποδήματα μονόπελμα, Στράττις ἐν «Λημνομέδα» 4, Ἁρποκρ. ἐν λέξ. ἁπλᾶς, Δημ. 1267. 23. ΙΙ. ἁπλοῦς, φυσικός, εἰλικρινής, παρρησίαν ἔχων, κελεύθοις ἁπλόαις ζωᾶς Πινδ. Ν. 8. 61· ἁπλοῦςμῦθος Αἰσχύλ. Χο. 554· ἁπλῷ λόγῳ ὁ αὐτ. Πρ. 610, κ. ἀλλ.· ὡς ἁπλῷ λόγῳ αὐτόθι 46, Ἀριστοφ. Ἀχ. 1153· ἁπλοῦς λόγος, ἁπλῆ διήγησις Εὐρ. Ἑλ. 979, Πλάτ. Πολ. 392D· ἁπλᾶ γε καὶ σαφῆ λέγω μαθεῖν Ἄλεξ. ἐν «Ὕπνῳ» 1. 7· οὐδὲν ἔχω ἁπλούστερον λέγειν Ξεν. Κύρ. 3. 1, 32· ἐπὶ ὕφους, Δημήτρ. Φαλ. 17. κτλ. περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ζῆν, περὶ τῶν ἕξεων τοῦ βίου, ἁπλουστάτοις χρώμενοι βίοις Πολύβ. 9. 10, 5· νόμοι λίαν ἁπλοὶ καὶ βαρβαρικοὶ Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 8, 19: ― ἁπλοῦν γὰρ ἦν τὸν μὴ δυνάμενον ζῆν ἀλύπως, ἀποθανεῖν, εὔκολον πρᾶγμα, Μένανδ. ἐν «Ἁλιεῦσιν» 5. β) ἐπὶ προσώπων ἢ τῶν λόγων αὐτῶν, σκέψεων καὶ πράξεων αὐτῶν, ἁπλοῦς, εἰλικρινὴς, σαφής, ἁπλᾶ γάρ ἐστι τῆς ἀληθείας ἔπη Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 173· ἁπλ. καὶ γεναῖος Πλάτ. Πολ. 361Β, κτλ. ἁπλοῖ τρόποι Εὐρ. Ι. Α. 921 κτλ. ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ δόλος Ἀριστοφ. Πλ. 1158· πρβλ. Ρουγκ. Τίμ. ἐν λ. διπλόος. γ) ἁπλοῦς, δίκαιος, ὁ κριτής ὑπόκειται εἶναι ἁπλοῦς Ἀριστ. Ῥητ. 1. 2, 13· ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ κακοῦργος, ὁ αὐτ. Ἱ. Ζ. 9. 1, 5, πρβλ. Ῥητ. 1. 9, 29: - ὡσαύτως ἐπὶ κακῆς σημασίας, ἁπλοϊκός, εὐήθης, μωρός, Ἰσοκρ. 23Ε· λὶαν γὰρ ἁπλοῦν τὸ νομίζειν…, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 3, 9: πρβλ. ἁπλῶς ΙΙ. 1. 8. ΙΙΙ. ἁπλοῦς, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ μικτός, Πλάτ. Πολ. 547Ε, κτλ. ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ μεμιγμένος, κεκραμένος, Ἀριστ. Μεταφ. 4. 5, 14 κ. ἀλλ., ἁπλᾶ χρώματα ὁ αὐτ. περὶ Χρωμάτ. 1. 1· ἁπλᾶ ὀνόματα, ἀντιθέτ. πρὸς τὰ διπλᾶ, ὁ αὐτ. Ποιητ. 21. 1, πρβλ. Ῥητ. 3. 3. 1, κτλ. 2) ἁπλῆ δημοκρατία, ἀπόλυτος, καθαρά, ἀκραιφνής, Πλάτ. Πολιτ. 302D· ἀκρασία Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 5, 5· συμφορά Λυσ. 168, 43, κτλ. 3) ἁπλοῦς, ἀπολύτως ἀληθὴς (πρβλ. ἁπλῶς ΙΙ. 3)· οὐ πάνυ μοι δοκεῖ… οὕτως ἁπλοῦν εἶναι ὥστε… Πλάτ. Πρωτ. 331C· πρβλ. Συμπ. 206Α, Θεαίτ. 188D, κ. ἀλλ. 4) ὡσαύτως, γενικός, ἀντιθέτως τῷ ἀκριβής, Ἀριστ. Μεταφ. 5. 1, 1., 6. 4, 11, κ. ἀλλ. IV. Ἐπίρρ. ἁπλῶς, ἴδε ἐν λέξ. V. συγκρ. καὶ ὑπερθ. ἁπλούστερος, ἁπλούστατος Πλάτ. Φαῖδρ. 230Α, κτλ. πρβλ. Λοβ. Φρύν. 145· ἁπλότατος Ἀνθ. Π. 6. 185· (Τὸ ἁ-πλόος εἶναι συγγενὲς τῷ α ἀθροιστ., ἅμα, ἅπαξ, ἅπερ ἴδε, ὥς καὶ τὸ Λατ. simplex εἶναι συγγενὲς τῷ simul: πρβλ. διπλόος duplex).

French (Bailly abrégé)

-οῦς, όη-ῆ, όον-οῦν;
I. simple;
II. fig. 1 sans détours, franc, sincère ; en mauv. part simple, naïf;
2 non artificiel, naturel;
3 simple, non composé ou, p. opp. au Cp. et au Sp., positif;
Cp. ἁπλούστερος, Sp. ἁπλούστατος.
Étymologie: ἁ- cop. -πλοος de διπλόος.

English (Slater)

ἁπλόος
   1 simple, plain ἀλλὰ κελεύθοις ἁπλόαις ζωᾶς ἐφαπτοίμαν (N. 8.36)

Spanish (DGE)

-η, -ον

• Alolema(s): contr. -πλοῦς, -ῆ, -οῦν; tb. ἁπλός An.Ox.2.331, a veces c. ἀ-

• Morfología: [voc. ἁπλόε ZPE 8.184.10 (Antisth.Paph.), cret. ac. plu. fem. ἁπλόονς ICr.4.72.1.48 (V a.C.)]
A I1op. ‘dos’, ‘doble’ o ‘múltiple’ único, un solo, simple δὶς τόσ' ἐξ ἁπλῶν κακά S.Ai.277, cf. Tr.619, E.IT 688, ἁ. τεῖχος un muro solo, único Th.3.18, 7.11, cf. 42, ἁ. ἰχθύδιον (tomó) un solo pescadito Hp.Epid.7.3, ἁπλαῖ (κρηπῖδες) calzado de una sola suela Stratt.24, D.54.34, ἁ. ἐπίδεσμος vendaje de una sola vuelta Hp.Off.7
como otro n. de la mónada ἁπλοῦν Theol.Arith.6
ἁπλῷ λόγῳ en una palabra Hp.Fract.31, Art.62
de doc. ofic. ἁπλοῦν ἀντίγραφον ejemplar único, CRIA 107.10, cf. CIIud.752 (Tiatira), PLond.975.17
en def. ἁ. ... ὁ πέλων εἶς An.Ox.2.331
subst. τὸ ἁπλοῦν una parte por op. τὸ διπλοῦν ‘el doble’, X.Cyr.4.5.41, cf. τὰνς ἁπλόονς τ[ι] μάνς op. τὰ τρίτα ICr.4.72.1.48 (V a.C.), 4.80.10 (V a.C.), cf. PPetaus 17.5 (II d.C.).
2 op. ‘mezclado’ simple, puro, sin mezcla νοῦς Arist.de An.405a16 (= Anaxag.A 55), op. κεκραμένον Arist.Metaph.989b17
de colores puros, simples χρώματα Arist.Col.792a3
de metales sin aleación, SEG 12.226.9 (Delfos IV d.C.), PCair.Zen.41
op. ‘complejo’ ἁπλῆν γὰρ οἶμον εἰς ᾍδου φέρειν A.Fr.409
op. ‘multiforme’ o ‘internamente dividido’ simple, no compuesto ὁτουοῦν φύσεως op. πολυειδές Pl.Phdr.270d, ἁ. διήγησις narración simple (que no incluye diálogo), Pl.R.392d, ἁ. βιβλία volúmenes que contienen un solo autor Plu.Ant.58
en gram. ἁπλοῦν nombre simple op. διπλοῦν ‘compuesto’, Arist.Po.1457a31, ἁπλοῦν μὲν οἷον Μέμνων, σύνθετον δὲ [οἷο] ν Ἀγαμέμνων gram. en PAnt.68.1.9 (IV d.C.), de verb., D.T.638.15, de pron., D.T.641.1
de períodos de un miembro Demetr.Eloc.17
de la materia, Meth.Arbitr.12
de la naturaleza divina de Cristo Origenes Io.1.20.
II 1del pelo liso, lacio Gr.Naz.M.37.1081A.
2 lineal, plano de medidas ἁπλόαι πήχεις POxy.2145.6 (II d.C.), op. καμαρωτικοί POxy.921re. (III d.C.), πεδίον Apoc.Bar.10 (p.91.18).
III fig.
1 op. ‘complicado’ o ‘complejo’ simple, natural, sencillo, llano, recto, sincero
a) en rel. c. el carácter, de pers. c. dat. u otras constr. ἁπλοῖ τοῖς τρόποις Archil.121.2, ἁ. τῇ ψυχῇ SIG 1042.12 (IV a.C.), ἁ. τῇ καρδίᾳ Ep.Barn.19.2, πρὸς τοὺς φίλους ὡς ἁπλούστατος εἶναι X.Mem.4.2.16
abs. ἁπλοῦν καὶ γενναῖον Pl.R.361b, cf. T.Isach.4.2, ἁπλόος ἴσθι Ps.Phoc.50, cf. ZPE 8.184.10 (Antisth.Paph.)
del carácter ἁ. τρόποι E.IA 927, cf. Ath.Al.M.25.557A, ἐπιθυμίαι Pl.R.431c, διάνοια 1Ep.Clem.23.1
de la vida humana κελεύθοις ἁπλόαις ζωᾶς Pi.N.8.36
en lit. jud. crist. del ojo recto, íntegro, Eu.Matt.6.22, Eu.Luc.11.34
de animales simple, sencillo, manso ἡμερώτερόν τε καὶ ἁπλούστερον ζῷον Pl.Phdr.230a;
b) del género de vida, alimentos natural, sencillo, simple, elemental βίος Plb.9.10.5, τι Plu.2.123b;
c) de abstr. sencillo, elemental, no complicado, fácil ῥυθμός Carm.Pop.5b.2, πρᾶγμα Is.4.5, τὰ δίκαια Is.11.32, οὐκ εἰς ἁπλοῦν ... ἡ ζημία ... φέρει ἀλλ' ἐς μέγιστον la funesta consecuencia (de esto) no es pequeña, sino muy grande S.OT 519, οὕτως ἁπλοῦν εἶναι ὥστε ... Pl.Prt.331b;
d) llega a tener un sent. casi peyor. elemental, rudimentario, rudo de pers. ἁπλοῦς δ' ἡγοῦνται τοὺς νοῦν οὐκ ἔχοντας Isoc.2.46, cf. 12.246, ἁ. οἱ νήπιοι Clem.Al.Paed.1.7.53, ἀγροίκους καὶ ἁπλουστάτους Corn.Pa. en Eus.HE 6.43.8
de abstr. νόμοι λίαν ἁ. καὶ βαρβαρικοί Arist.Pol.1268b39, λίαν γὰρ ἁπλοῦν τὸ νομίζειν Arist.Mete.339b34.
2 de palabras, expresiones simple, sencillo, sin doblez, claro ἑρμηνεία ἁπλῆ καὶ σεμνή Diog.Apoll.B 1, μῦθος A.Ch.554, ἁπλᾶ γάρ ἐστι τῆς ἀληθείας ἔπη A.Fr.288, ὁ λόγος E.Hel.979, ἁπλᾶ γε καὶ σαφῆ λέγω μαθεῖν Alex.240.7, οὐδὲν ἔχω ... ἁπλούστερον λέγειν X.Cyr.3.1.32, tb. de pers. en igual cont. ὁ κριτὴς ὑποκεῖται εἶναι ἁ. Arist.Rh.1357a12, cf. HA 608b1, 4
τὸ ἁπλοῦν sencillez, claridad, verdad como falsa etim. del n. tesalio de Apolo Ἄπλουν Pl.Cra.405c.
3 puro, absoluto, total de abstr. συμφορά Lys.24.8, ἀκρασία Arist.EN 1149a2
general op. ἀκριβής Arist.Metaph.1025b7.
B adv. -ῶς, cf. ἁπλωστί
I c. verb.
1 solamente, de una sola forma, únicamente μένει ἁ. ἐν τῇ αὑτοῦ μορφῇ Pl.R.381c, ἁ. λέγεσθαι op. πολλαχῶς Arist.Top.158b10
en una palabra Hp.Ep.2, E.Rh.851, X.Cyr.1.6.33, Mem.1.3.2.
2 sencillamente, lisa y llanamente, sin rodeos ἀλλ' ἁπλῶς φράσον A.Supp.464, ἁ. τι φράζουσα A.Ch.121 (cód.), cf. εἰπεῖν Isoc.4.154, λαλεῖν Anaxil.22.23, ἁ. λεγόμενα op. συμπλεκόμενα Arist.Metaph.1014a19, cf. Dion.Ar.DN 1.7 (M.3.597A), ὅσ' ἔστιν ἀγαθὰ ... ἁπλῶς simplemente todas las cosas buenas Ar.Ach.873
abiertamente, francamente πολιτεύεσθαι Isoc.3.52, ἀποκρίνομαι X.HG 4.1.37
de buena fe ἡσυχίαν ... ἄγετε D.18.308.
3 con facilidad φέρειν E.IA 899.
4 con simpleza, tontamente ἔχειν Isoc.4.16, cf. Plu.2.72a
simplistamente λίαν ἁ. ἐπραγματεύθησαν Arist.Metaph.987a21, cf. GA 756b17.
5 generalmente, en términos generales τὸν δ' ἀκριβῶς ἐπιστάμενον λέγειν ἁ. οὐκ ἂν δυνάμενον εἰπεῖν Isoc.4.11, op. σαφέστερον Arist.Pol.1341b39, ὡς ἁ. εἰπεῖν Arist.Pol.1285a31, ἁ. δηλῶσαι Hell.Oxy.16.4.
II c. subst. y adj.
1 puramente, naturalmente de alimentos no cocinados, Iul.Or.9.192b.
2 absolutamente, totalmente c. adj. ἀδύνατον Th.3.45, βαρύ Arist.Cael.311a17, 27
c. subst. de manera absoluta τὴν ἁ. δίκην la justicia absoluta op. τοὐπιεικές S.Fr.770, κακία Arist.EN 1138a33, cf. Dion.Ar.DN M.3.817D, op. κατά τι ‘relativamente’, Arist.Top.115b12, τὸ ἁ. καλόν, τὸ ἁ. ἀγαθόν el bien absoluto Arist.EN 1136b22, 1134b4, op. ὁτιοῦν ‘en particular’, Arist.Pol.1301a29.
3 de una sola forma ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί en un sentido valientes, pero en conjunto cobardes, Lyr.Eleg.Adesp.16.

• Etimología: De *sm̥-, cf. ἅμα, y *pel ‘doblar’, cf. lat. simplex y gr. διπλοῦς. Tal vez sea la misma raíz de gr. πλέκω.

Greek Monolingual

ἄπλοος, -ον κ. ἄπλους, -ουν (Α)
1. (για πλοία) αυτός που είναι ακατάλληλος για πλουν
2. (για τη θάλασσα) αυτή στην οποία δεν μπορεί να πλεύσει κανείς.

Greek Monotonic

ἁπλόος: -η, -ον, συνηρ. ἁπλοῦς, -ῆ, -οῦν (από ἅμα, όπως το Λατ. simplex από simul, αντίθ. προς το διπλόος, Λατ. duplex, ο διπλός).
I. μονός, σε Σοφ., Θουκ.
II. απλός, φυσικός, άδολος, εύληπτος, ειλικρινής, σε Τραγ., Πλάτ. κ.λπ.· με αρνητική σημασία, απλοϊκός, ευήθης, ανόητος, σε Ισοκρ.
III. 1. απλός, αντίθ. προς το μεικτός, σε Πλάτ.· ἁπλῆ δημοκρατία, αμιγής, άκρατη δημοκρατία, στον ίδ.
2. απλός, απολύτως αληθής, στον ίδ.
IV. επίρρ., ἁπλῶς, βλ. αυτ. V. Συγκρ. και υπερθ. ἁπλούστερος, ἁπλούστατος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἁπλόος: стяж. ἁπλοῦς 3 (compar. ἁπλούστερος, superl. ἁπλούστατος - редко ἁπλότατος)
1) простой, одиночный, в один ряд (τεῖχος Thuc.);
2) простой, незначительный (οὐκ εἰς ἁπλοῦν φέρειν, ἀλλ᾽ ἐς μέγιστον Soph.);
3) один, единственный (λύπη Eur.);
4) простой, незатейливый, безыскусственный (μῦθος Aesch.; λόγος Eur., Arph.; διήγησις Plat.);
5) простой, прямой (κέλευθος Pind.; οἶμος Plat.);
6) простой, открытый, честный (ἔπη Aesch.; τρόποι Eur., Arph.; πόλεμος Plut.);
7) простой, грубый, примитивный (ἁπλουστάτοις χρῆσθαι βίοις Polyb.; νόμοι ἁπλοῖ καὶ βαρβαρικοί Arst.);
8) простоватый, простодушный (κριτής Arst.; ἁπλοὺς ἡγοῦνται τοὺς νοῦν οὐκ ἔχοντας Isocr.);
9) простой, не составной, не сложный (σώματα, χρώματα, ὀνόματα Arst.);
10) чистый, настоящий, подлинный (συμφορα Lys.; δημοκρατία Arst.);
11) общий, приблизительный: αἰτία: ἢ ἀκριβέστεραι ἢ ἁπλούστεραι Arst. более или менее точно определенные причины.

Frisk Etymological English

ἁπλοῦς
Grammatical information: adj.
Meaning: single, simple (A.; but see ἁπλοΐς below).
Other forms: hapax ἁπλός An. Ox. 2, 231
Compounds: διπλόος, διπλοῦς, also διπλός zweifach, doppelt, duplus (seit Hom.).
Derivatives: ἁπλοΐς f. (χλαῖνα, Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Opposite διπλόος, διπλοῦς twofold, double (Il.); late διπλός (Opp.). Connection of ἁπλός with Lat. simplus, Lat. du-plus, Germ. e.g. Goth. twei-fl (acc.) doubt, Zweifel is improbable as Gr. -πλος is late and rare. One supposes a root *pel- fold for the *-plo-forms, but ἁπλόος is still unexplained. (Kretschmer Glotta 12, 218 thought of sec. influence of -πλόϜος sailing, to πλέω. Cf. διπλάσιος.

Middle Liddell

[from ἅμα as Lat. simplex from simul, opp. to διπλόος, duplex, twofold.]
I. single, Soph., Thuc.
II. simple, natural, plain, sincere, frank, Trag., Plat., etc.: in bad sense, simple, Isocr.
III. simple, opp. to compound, Plat.; ἁπλῆ δημοκρατία sheer democracy, Plat.
2. simple, absolutely true, Plat.
IV. adv. ἁπλῶς, v. sub voc.
V. comp. and Sup. ἁπλούστερος, ἁπλούστατος, Plat.

Frisk Etymology German

ἁπλόος: {haplóos}
Forms: ἁπλοῦς, auch ἁπλός (vgl. Brugmann IF 38, 128ff.)
Meaning: einfach, simplex (alt und häufig; fehlt zufällig bei Homer; vgl. die Ableitung ἁπλοΐς unten).
Composita : Gegensatz διπλόος, διπλοῦς, auch διπλός zweifach, doppelt, duplus (seit Hom.).
Derivative: Ableitungen: ἁπλοΐς f. (χλαῖνα, Hom., AP) mit dem Deminutivum ἁπλοΐδιον (Pap.); ἁπλοϊκός einfach, schlicht (hell. u. spät). — Abstraktbildung ἁπλότης f. Einfachheit, Schlichtheit (X., Arist. usw.). — Denominative Verba 1. ἁπλόω entfalten, ausbreiten (spät) mit den vereinzelt belegten, ebenfalls späten ἅπλωσις und ἅπλωμα, ebenso wie ἁπλωτικός; 2. ἁπλοΐζομαι einfach, ehrlich handeln (X., D. C. u. a.).
Etymology : ἁπλός, mit lat. simplus formal identisch, kann damit urverwandt sein und ein idg. *sm̥-pl-o-s (vgl. εἷς) fortsetzen. Dasselbe Hinterglied erscheint, außer in διπλός, lat. du-plus, auch im Germanischen, z. B. got. twei-fl (Akk.) Zweifel. (Nicht hierher dagegen mit Hahn Lang. 18, 90ff. heth. šanna-piliš leer, allein, das aus dem Adverb šanna-pi vereinzelt abgeleitet ist). Es handelt sich entweder um ein Wurzelnomen Falte (wobei das Ganze ein Bahuvrihikompositum wäre) oder um ein Verb falten; in diesem Falle haben wir es mit einer Zusammenbildung zu tun (vgl. δίφρος). S. WP. 2, 55f. s. pel- falten. — Die Form ἁπλόος ist noch nicht befriedigend erklärt. Kretschmer Glotta 12, 218 erwägt volksetymologischen Anschluß an -πλόϝος fahrend, zu πλέω. Anders Brugmann IF 38, 128ff. (Kritik bei Kretschmer a. a. O.) und Persson Beitr. 750. Vgl. διπλάσιος.
Page 1,121-122

Chinese

原文音譯:¡ploàj 哈普魯士
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:不 混合 相當於: (בְּרָכָה‎) (תָּם‎)
字義溯源:疊在一起,單純,真實的,完好的,簡單的,瞭亮;或由(α / ἄλφα)= (ἅμα)=同時*)與(πλέκω)=編結,編織*)組成。這字與(πονηρός)=有害的,惡毒的)相對比
同源字:1) (ἁπλότης)單一 2) (ἁπλόος / ἁπλοῦς)疊在一起 3) (ἁπλῶς)慷慨地
出現次數:總共(2);太(1);路(1)
譯字彙編
1) 瞭亮(2) 太6:22; 路11:34