Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόκειμαι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: πρόκειμαι Medium diacritics: πρόκειμαι Low diacritics: πρόκειμαι Capitals: ΠΡΟΚΕΙΜΑΙ
Transliteration A: prókeimai Transliteration B: prokeimai Transliteration C: prokeimai Beta Code: pro/keimai

English (LSJ)

used as Pass. of προτίθημι,

   A to be set before one, ὀνείαθ' ἑτοῖμα προκείμενα the meats laid ready, Il.9.91, al.; π. δαίς, δεῖπνον, Hdt.1.211, 5.105; τὰ π. ἀγαθά Id.9.82; ἄρτοι προκείμενοι shew-bread, LXX Ex.39.18 (36); τράπεζα π. ib.38.9 (37.10).    2 lie exposed, ὁρέω παιδίον προκείμενον Hdt.1.111; of a tuft of wool, S.Tr.702; ἄτιμος ὧδε πρόκειμαι, says Ajax of himself, Id.Aj.427 (lyr.), cf. E.Tr. 1179; νομίζετε τὸν παῖδα τουτονὶ ἱκετηρίαν ὑμῖν προκεῖσθαι D.43.83; esp. lie dead, A.Th.964 (lyr.), S.Aj.1059; προκείμενον νέκυν laid out for burial, E.Alc.1012, cf. S.Ant.1101, Ar.Ec.537, Av.474, Antipho 6.34, Luc.Luct.12; opp. ἐξενεχθείς, Lys.Fr.23 (also, to be buried first, IGRom.4.735 (Eumenia), MAMA4.357 (ibid., iii A.D.)): metaph., πρὸς ὕβριν π. to be exposed to... D.S.33.15 (dub.l.).    3 to be set before competitors, as the prize of a contest, τοῖσι . . προὔκειτο μέγας τρίπος Hes.Sc.312: hence,    b metaph., to be set before one, proposed, γνῶμαι τρεῖς προεκέατο three opinions were set forth, Hdt.3.83, cf. 7.16.α'; τοσούτων πέρι σκέψις πρόκειτα Pl.R.533e, cf. Phdr.237c; π. τῷ συμβουλεύοντι σκοπὸς τὸ συμφέρον is proposed as a mark, Arist. Rh.1362a17; ἡ προκειμένη ξυμμαγία the alliance which naturally offers, Th.1.35; freq. of contests, πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ π. Pl.Phdr.247b, cf.La.182a; καταγέλαστον... ὃ πάλαι πρόκειται, τοῦτο πάλιν προτιθέναι Id.Euthd.279d; to be extant, προοίμια π. Id.Lg.722e; freq. in part., ὁ προκείμενος ἄεθλος the task set, Hdt.1.126, 4.10, cf. A.Pr. 259,755; ἀγῶνος μεγίστου π. Hdt.9.60; ἆθλα π. Lys.1.47, X.Cyr.2.3.2, etc.; τὸν π. πόνον E.Alc.1149; ἔχειν ἔργον π. Pl.R.407a; τὰ προκείμενα, opp. μέλλοντα, S.Ant.1334, cf. E.Rh.984; so ξυμφορᾶς προκειμένης Id.Alc.551; τὸ π. ἐν τῷ λόγῳ or τὸ π., the question under discussion, Pl.Grg.457d, La.184c, etc.; τὸ π. πρῆγμα the matter in hand, Hdt. 1.207: impers., περὶ σωτηρίας προκειμένου when the question is concerning safety, Ar.Ec.401; πρόκειται ἡμῖν ζητεῖν Luc.Par.54, cf. D.H. Rh.7.5.    4 to be set forth, settled, prescribed, appointed, ἔργων ὧν νόμοι πρόκεινται S.OT865 (lyr.); π. σημήϊα Hdt.2.38; αἱ προκείμεναι ἡμέραι the prescribed days, ib.87; ὀγδώκοντα ἔτεα ξόης πλήρωμα ἀνδρὶ προκεῖσθαι Id.3.22; ἀναγκαίη π. Id.1.11; τὸ θανεῖν . . πᾶσι πρόκειται prob. in IG12(1).146 (Rhodes); of laws, νόμους ὑπερβαίνουσα τοὺς π. S.Ant.481; of punishments, στέρεσθαι κρατὸς ἦν προκείμενον A.Pers. 371; φόνον π. δημόλευστον S.Ant.36; πολλῶν [ἁμαρτημάτων] θανάτου ζημίαι π. Th.3.45.    5 to be first stated, οὐ πρόκειται τοῦ λόγου τὸ τί ἐστιν Arist.Top.142b24.    II lie before, lie in front of, c. gen., Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς projecting further than, Hdt.2.12, cf. 4.99; ( codd.) προὔκειτο μαστῶν περονίς where was set a brooch before her breasts, S.Tr.925; πρὸ τῶν ἀνθρώπων π. τὰ παραφράγματα Pl.R.514b; Ἐφέσου τεὰ τόξα πρόκειται Call.Dian.258; οἱ προκείμενοι τῶν στοῶν πύργοι Plb.1.48.2: abs., of a cape, island, etc., ἐν τῇ θαλάττῃ π. χωρίον X.An.6.4.3; τὰ προκείμενα τῆς χώρας ὄρη Id.Mem. 3.5.27; παρὰ ἤπειρον νῆσος π. Id.Ath.2.13, etc.    2 bulge, project, ἡ γαστὴρ πρόκειται Hp.Mul.1.3.    III precede, γράμμα π. an initial letter, AP11.426; ἐν τοῖς π. in the preceding pages, A.D.Synt. 138.4; ὡς πρόκειται ib.32.17, freq. in Pap., POxy.271.15 (i A. D.), etc.; προκείμενον a preceding word, A.D.Pron.39.25, al.; χρόνος ὁ προκείμενος date as above, PTeb.397.34 (ii A. D.); τοῦ π. ἔτους in the aforesaid year, PAmh.50.11 (ii B.C.); ἡ π. βοτάνη above-mentioned, PMag.Par.1.779, cf. Gal.12.455 (but οἱ π. θεοί represented on this monument, OGI663.2 (Egypt, i A. D.)).    2 τὸ π. αὐτοῦ μόριον from which it is derived (ὥς from ὅς), A.D.Adv.171.8.

German (Pape)

[Seite 729] (s. κεῖμαι), vorliegen, vor einem andern Gegenstande liegen; Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς, Her. 2, 12; ἐν τῇ θαλάττῃ, sich ins Meer erstrecken, Xen. An. 6, 3, 3; οἱ προκείμενοι τῶν στοῶν πύργοι, Pol. 1, 48, 2, u. oft; übh. vor Augen liegen, da-, bereitliegen, wie bei Hom. oft ὀνείατα προκείμενα, die vorgesetzten Speisen; πρόκεισαι, du liegst hingestreckt da, Aesch. Spt. 948; vgl. ἡμεῖς ἂν προὐκείμεθ' αἰσχίστῳ μόρῳ, Soph. Ai. 1038; dah. von den Todten, κτίσον δὲ τῷ προκειμένῳ τάφον, Ant. 1088; so Ar. Av. 474 Eccl. 537; auch ᾡ χρυσήλατος προὔκειτο μαστῶν περονίς, worin befestigt war, Soph. Tr. 921; παιδίον προκείμενον, vor aller Augen hingestellt, Her. 1, 111; u. übertr., γνῶμαι τρεῖς προεκέατο, drei Meinungen lagen vor, 3, 83. 7, 16; ἀγῶνος μεγίστου προκειμένου, 9, 60; τὰ προκείμενα ἀγαθά, die vorliegenden Güter, 9, 82; σημήϊα, vorgezeichnete, festgesetzte Kennzeichen, 2, 38; ἡμέραι, festgesetzte, bestimmte Tage, 2, 87; u. wie es hier eigtl. als perf. pass. dem προτίθημι entspricht, auch von Belohnungen und Kampfpreisen, die ausgesetzt sind, Hes. Sc. 312; ἆθλα, Plat. Rep. X, 608 c; ἀγὼν ψυχῆς πέρι πρόκειται, Eur. Or. 845; vgl. Plat. Phaedr. 247 b; Xen. Cyr. 2, 3, 2; vgl. noch Aesch. οὐδ' ἐστὶν ἄθλου τέρμα σοι προκείμενον; Prom. 257, wie μόχθων, 757, πᾶσι στέρεσθαι κρατὸς ἦν προκεί μενον, war als Strafe verhängt, Pers. 363; vgl. φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει, Soph. Ant. 36; νόμοι πρόκεινται, O. R. 865; Ant. 477; aber τὰ νῦν δ' ἄτιμος ὧδε πρόκειμαι schließt sich an die ersten Beispiele, beschimpft bin ich so hingestellt, Ai. 422; εἴ τι πράσσει ν τῶν προκειμένων θέλεις, Eur. Rhes. 984; πρόκειται περὶ σωτηρίας, es liegt die Berathung vor über die Rettung, Ar. Eccl. 401; ἐπειδὴ σοὶ καὶ ἐμοὶ ὁ λόγος πρόκειται, Plat. Phaedr. 237 c; οἷς τοσούτων πέρι ὅσων ἡμῖν σκέψις πρόκειται, Rep. VII, 533 e; oft bei Folgdn τὸ προκείμενον, das, was vorliegt, der Gegenstand, von dem die Rede ist.

Greek (Liddell-Scott)

πρόκειμαι: (περὶ τοῦ Ἰων. τύπου προκέεσθαι ἴδε ἐν λ. κεῖμαι)· μέλλ. -κείσομαι. Ἐν χρήσει ὡς παθ. τοῦ προτίθημι, κεῖμαι, εἶμαι τεθειμένος ἐνώπιόν τινος, ἐπ’ ὀνείαθ’ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον Ἰλ. Ι. 91, Ὀδ. Α. 149, κτλ.· πρ. δαίς, δεῖπνον Ἡρόδ. 1. 211., 5. 105· τὰ πρ. ἀγαθὰ ὁ αὐτ. 9. 82. 2) κεῖμαι ἐκτεθειμένος, ὁρέω παιδίον προκείμενον ὁ αὐτ. 1. 111, πρβλ. Δημ. 1078. 26· ἐκ γῆς, ὅθεν προὔκειτο Σοφ. Τρ. 702· ἄτιμος ὧδε πρόκειμαι, λέγει ὁ Αἴας περὶ ἑαυτοῦ, ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 427, πρβλ. Εὐρ. Τρῳ. 1179· ― μάλιστα, κεῖμαι νεκρός, ἐκτάδην, Αἰσχύλ. Θήβ. 965, Σοφ. Αἴ. 1059· ὁ προκείμενος, τὸ πτῶμα τὸ κείμενον καὶ ἕτοιμον πρὸς ταφήν, Σοφ. Ἀντ. 1101, Εὐρ. Ἄλκ. 1012, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 537, πρβλ. Ὄρν. 474, Ἀντιφῶν 145. 20, Λουκ. περὶ πένθους 12· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἐξενεχθείς, Λυσ. Ἀποσπ. 11· ― μεταφορ., πρὸς ὕβριν πρ., εἶμαι ἐκτεθειμένος εἰς..., Διοδ. Ἐκλογ. 596. 67. 3) εἶμαι ἐκτεθειμένος ἐνώπιον πάντων ὡς βραβεῖον ἀγῶνος, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 312· ― ἐντεῦθεν, β) μεταφορ., τίθεμαι ἐνώπιον πάντων, προτίθεμαι, προβάλλομαι, Λατ. in medio roni, γνῶμαι τρεῖς προεκέατο, τρεῖς γνῶμαι εἶχον προταθῆ, Πλάτ. Πολ. 533Ε, πρβλ. Φαῖδρ. 237C· πρόκειται τῷ συμβουλεύοντι σκοπὸς τὸ συμφέρον Ἀριστ. τέλους Ρητορ. 1. 6, 1· ― συχνάκις ἐπὶ κόπων καὶ ἀγώνων, πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται Πλάτων. Φαῖδρ. 247Β, πρβλ. Λάχ. 182Α· καταγέλαστον..., ὃ πάλαι πρόκειται, τοῦτο πάλιν προτιθέναι ὁ αὐτ. ἐν Εὐθυδ. 279D· σῴζομαι, ὑπάρχω, προοίμια πρ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 722D· ― συχν. ἐν τῇ μετοχ., ἄεθλος προκείμενος, ἀγών, ἔργον προταθέν, Ἡρόδ. 1. 126., 4. 10, πρβλ. Αἰσχύλ. Πρ. 257, 755· ἀγῶνος μεγίστου πρ. Ἡρόδ. 9. 60· ἄθλα πρ. Λυσ. 96. 7, Ξεν. Κύρ. 2. 3, 2, κτλ.· τὸ πρ. πόνον Εὐρ. Ἄλκ. 1149· ἔργον ἔχειν πρ. Πλάτ. Πολ. 407Α· τὰ προκείμενα, ἀντίθετον τῷ μέλλοντα ταῦτα, Σοφ. Ἀντ. 1334, Εὐρ. Ρῆσ. 984· οὕτω, ξυμφορᾶς προκειμένης ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκ. 551· τὸ πρ. ἐν τῷ λόγῳ ἢ τὸ πρ., τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, Πλάτ. Γοργ. 457D, Λάχ. 184C, κτλ.· οὕτω, τὸ πρ. πρῆγμα, τὸ ἐν χερσὶ πρᾶγμα, ἡ ὑπόθεσις, Ἡρόδ. 1. 207· ― ἀπροσ., περὶ σωτηρίας προκειμένου, ὅταν τὸ ζήτημα εἶναι περὶ σωτηρίας, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 401· πρόκειται ἡμῖν ζητεῖν Λουκ. Παράσ. 54, πρβλ. Διον. Ἁλ. Τέχνη Ρητ. 7. 5. 4) κεῖμαι ἐκ τῶν προτέρων, νόμοι πρόκεινται Σοφ. Ο. Τ. 865· πρ. σημήια, σημεῖα ὡρισμένα ἐκ τῶν προτέρων, προσυμπεφωνημένα, Ἡρόδ. 2. 38· αἱ προκείμεναι ἡμέραι, αἱ ἐκ τῶν προτέρων ὁρισθεῖσαι ἡμέραι, ὁ αὐτ. 2. 87· οὕτως, ἐνιαυτοὶ πρόκεινται ἐς ὀγδώκοντα, εἶναι ὡρισμένοι μέχρις 80, Ἡρόδ. 3. 22· πρ. ἀνάγκη ὁ αὐτ. 1. 11· ― ἐπὶ νόμων, νόμους ὑπερβαίνουσι τοὺς πρ. Σοφ. Ἀντ. 481· ἐπὶ ποινῶν, στέρεσθαι κρατὸς ἦν προκείμενον Αἰσχύλ. Πέρσ. 371· φόνος πρ. δημόλευστος Σοφ. Ἀντ. 36· πολλῶν [ἁμαρτημάτων] θανάτου ζημία πρ. Θουκ. 3. 45· τὸ θανεῖν... πᾶσι πρόκειται Ἑλλ. Ἐπιγρ. 198. 5) πρῶτος ἔχω ῥηθῇ, Ἀριστ. Τοπ. 6. 5, 1. ΙΙ. κεῖμαι ἔμπροσθεν, κεῖμαι ἐνώπιόν τινος, μετὰ γεν., Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς Ἡρόδ. 2. 12, πρβλ. 4. 99· ᾖ (ἢ οὖ) χρυσήλατος προὔκειτο μαστῶν περονίς, ἔνθα ὑπεράνω τῶν μαστῶν ὑπῆρχε χρυσήλατος μικρὰ περόνη (κοινῶς ᾧ ὅπερ βεβαίως προῆλθεν ἐκ τῆς προηγουμένης λέξεως πέπλον: οὕτω δὲ θὰ ἐσήμαινεν: ὃς περονίδα εἶχε μαστῶν προκειμένην), Σοφ. Τρ. 925· πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρ. τὰ παραφράγματα Πλάτ. Πολ. 514Β· ― ἀπολ., ἐπὶ ἀκρωτηρίου, νήσου κτλ., ἐν τῇ θαλάττῃ πρ. χωρίον Ξεν. Ἀν. 6. 4, 3· τὰ προκείμενα τῆς χώρας ὄρη Ἀπομν. 3. 5, 27· παρὰ ἤπειρον νῆσος πρ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀθην. 2. 13, κτλ. ΙΙΙ. προηγοῦμαι, γράμμα τὸ προκείμενον, τὸ ἀρκτικὸν γράμμα, Ἀνθ. Π. 11. 426· ἐν τοῖς πρ., ἐν ταῖς προηγηθείσαις σελίσιν, Ἀπολλ. π. Συντάξ. 138, πρβλ. 32, κτλ.

French (Bailly abrégé)

I. être couché ou placé devant :
1 être déposé en face de : ὀνείατα προκείμενα IL, OD mets placés devant des convives ; δαὶς προκειμένη HDT, δεῖπνον προκείμενον HDT repas servi;
2 être situé ou s’étendre en avant : Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς HDT l’Égypte s’avançant dans la mer plus loin que les pays adjacents (l’Arabie et la Libye) ; particul. servir de rempart, de défense : πρόκειται τῆς χώρας ὄρη XÉN des montagnes défendent les approches du pays;
3 s’étendre en avant, au loin : ἐν τῇ θαλάττῃ προκείμενον χωρίον XÉN territoire qui s’avance dans la mer ; simpl. s’étendre, s’allonger : παρὰ ἤπειρον νῆσος προκειμένη XÉN île qui s’étend le long du continent;
II. être exposé aux regards, d’où :
1 être, se trouver : πρόκεισθαι ἐν μέσῳ LUC être au milieu d’une chambre ; en mauv. part être jeté sur la voie publique, être abandonné : παιδίον προκείμενον HDT petit enfant exposé, abandonné ; ἄτιμος πρόκειμαι SOPH me voici jeté là comme un objet de rebut;
2 être proposé (propr. placé devant les yeux) comme but, comme modèle, comme récompense, etc. : ἄεθλος προκείμενος HDT tâche proposée ; πρόκειται ζητεῖν LUC on se propose de rechercher;
3 être posé sous les yeux de tous ; être établi, fixé : πρόκεινται νόμοι SOPH des lois sont établies ; θανάτου ζημία πρόκειται THC il y a peine de mort (lorsque, etc.) ; προκείμεναι ἡμέραι HDT jours fixés;
4 p. ext. se présenter, se produire : γνῶμαι τρεῖς προεκέατο HDT trois avis se produisaient.
Étymologie: πρό, κεῖμαι.

English (Autenrieth)

lie before, only part.

English (Strong)

from πρό and κεῖμαι; to lie before the view, i.e. (figuratively) to be present (to the mind), to stand forth (as an example or reward): be first, set before (forth).

English (Thayer)

(πρό (which see d. α.) and κεῖμαι): from Homer down;
1. properly, to lie or be placed before (a person or thing), or in front (often so in Greek writings).
2. to be set before, i. e., a. to be placed before the eyes, to lie in sight; to stand forth: with a predicate nominative, δεῖγμα, as an example, καλόν ὑπόδειγμα σοι πρόκειται, Josephus, b. j. 6,2, 1).
b. equivalent to to be appointed, destined: προκειμενη ἐλπίς t';, the hope open to us, offered, given, προκειμενος ἀγών, προκειμενος χαρά, the destined joy (see ἀντί, 2b.), ibid. 2 (the phrase τά ἆθλα προκεῖσθαι occurs often in secular writings from Herodotus down; cf. Bleek, Br. an die to be there, be present, be at hand (so that it can become actual or available): 2 Corinthians 8:12.

Greek Monolingual

ΝΜΑ κεῑμαι
1. κείμαι, έχω τεθεί μπροστά από κάποιον ή κάτι
2. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) το προκείμενων)
α) (σχετικά με λόγο) το θέμα που βρίσκεται υπό συζήτηση («ελάτε στο προκείμενο»)
β) (λειτ.) ψαλμικός στίχος που προτάσσεται από έναν ψαλμό και ψάλλεται ως εφύμνιο με καθέναν από τους στίχους του
3. φρ. α) «εσπέρας [ή ημέρας] προκείμενο(ν)» — στίχος από τους ψαλμούς ορισμένος για κάθε μέρα της εβδομάδας ή εορτή, ο οποίος ψάλλεται στον εσπερινό αμέσως μετά την είσοδο
θ) «προκείμενο(ν) του αποστόλου» — στίχος από τους ψαλμούς που διαβάζεται αμέσως πριν από το κείμενο του αποστόλου
γ) «το προκείμενο(ν) πράγμα» και «το προκείμενο ζήτημα» το ζήτημα ή η υπόθεση για τα οποία γίνεται λόγος
νεοελλ.
1. είμαι υπό συζήτηση, είμαι υπό εκτέλεση, υπό διεξαγωγή (α. «ενώπιόν σας πρόκειται μια σοβαρότατη υπόθεση
β. «ο προκείμενος αγώνας είναι σκληρός»)
3. (το αρσ. μτχ. ως επίθ.) ο προκείμενος
α) αυτός που βρίσκεται μπροστά
β) αυτός που ενδιαφέρει τώρα αμέσως
4. (το θηλ. μτχ. ως ουσ.) η προκειμένη
(λογ.) καθεμιά από τις δύο κρίσεις του συλλογισμού, από τις οποίες συνάγεται το συμπέρασμα
5. (ως τριτοπρόσ.) πρόκειται και επρόκειτο
μέλλει να... και έμελλε να..., θα συμβεί και θα συνέβαινε (α. «αύριο πρόκειται να γίνει στη βουλή η συζήτηση του φορολογικού νομοσχεδίου» β. «χθες επρόκειτο να έλθει στη χώρα μας ο πρόεδρος...»)
6. φρ. α) «εν προκειμένω» — στο θέμα που συζητάμε, που εκτίθεται αυτή τη στιγμή
β) «επί του προκειμένου» — ως προς το θέμα που μάς απασχολεί
γ) «προκειμένου να» — διότι, εάν ή εφόσον μέλλει, ή είναι να συμβεί κάτι (α. «προκειμένου να έχω αρνητικές συνέπειες, δεν θα το κάνω» β. «προκειμένου να μετακομίσω, πούλησα αρκετά έπιπλα»
νεοελλ.-αρχ.
1. (ως τριτοπρόσ.) πρόκειται
τίθεται ζήτημα, γίνεται λόγος (α. «πρόκειται για την ασφάλεια της χώρας» β. «πρόκειται για καθαρή τρέλα» γ. «πρόκειται ἡμῑν ζητεῑν», Λουκ.)
2. φρ. «ὁ προκείμενος νέκυς» και νεοελλ. «ο προκείμενος νεκρός» — ο πριν από την ταφή εκτεθειμένος νεκρός
μσν.-αρχ.
(σχετικά με φαγητά) παρατίθεμαι («πλήθη... ἰχθύων, τῶν ἡγουμένων ἔμπροσθεν προκείμενα συνήθως», Πρόδρ.)
αρχ.
1. κείμαι, κατάκειμαιἄτιμος ὧδε πρόκειμαι», Σοφ.)
2. κείμαι νεκρός
3. θάβομαι προηγουμένως
4. παρουσιάζομαι μπροστά σε κάποιον, υφίσταμαι ως αντικείμενο τών ενεργειών ή της προσοχής κάποιου («πρόκειται τῷ συμβουλεύοντι σκοπὸς τὸ συμφέρον», Αριστ.)
5. (συν. για κάτι δυσάρεστο) έχω παρουσιαστεί, έχω μπει στη μέση και υφίσταμαιπόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται», Πλάτ.)
6. σώζομαι, επιζώ («πάσης μούσης προοίμια θαυμαστῶς ἐσπουδασμένα πρό-, κειται», Πλάτ.)
7. έχω καθοριστεί ή συμφωνηθεί εκ τών προτέρων («αἱ προκείμεναι ἡμέραι» — οι προκαθορισμένες ημέρες)
8. (για νόμο ή ποινή) έχω τεθεί εκ τών προτέρων, ισχύω (α. «νόμους ὑπερβαίνουσα τοὺς προκειμένους», Σοφ.
β. «πολλῶν ἁμαρτημάτων θανάτου ζημίαι πρόκεινται», Θουκ.)
9. έχω λεχθεί πρώτος («οὐ πρόκειται τοῦ λόγου τὸ τί ἐστιν», Αριστοτ.)
10. (για όρος, ακρωτήριο, νησί) υπάρχει μπροστά από κάτι («τὰ προκείμενα τῆς χώρας ὄρη», Ξεν.)
11. προηγούμαι (α. «προκείμενόν [τι]» — μια προηγούμενη λέξη, Απολλ. Δύσκ.
β. «γράμμα προκείμενον» — αρχικό γράμμα, Απολλ. Δύσκ.)
12. έχω μνημονευθεί πρωτύτερα (α. «χρόνος ὁ προκείμενος», πάπ.
β. «τοῦ προκειμένου ἔτους» — του προμνημονευθέντος, πάπ.)
13. (το ουδ. μτχ. ως ουσ.) τὰ προκείμενα
τα παρόντα, σε αντιδιαστολή με τα μέλλοντα
14. μτφ. α) είμαι εκτεθειμένος σε κάτι («πρὸς ὕβριν πρόκειμαι», Διόδ.)
β) προβάλλομαι, προτείνομαι («γνῶμαι τρεῑς προκέατο [προύκειντο]» — τρεις γνώμες έχουν προταθεί, Ηρόδ.)
16. φρ. α) «ἡ προκειμένη συμμαχία» — η εκ τών πραγμάτων προσφερόμενη συμμαχία
β) «πρόκειμαί τινος» — παράγω, δημιουργώ.

Greek Monotonic

πρόκειμαι: Ιων. απαρ. -κέεσθαι, μέλ. -κείσομαι· χρησιμ. ως Παθ. του προτίθημι,
I. 1. βρίσκομαι μπροστά από κάποιον, λέγεται για δείπνο, σε Όμηρ., Ηρόδ.
2. κείμαι εκτεθειμένος, λέγεται για παιδί, σε Ηρόδ.· βρίσκομαι νεκρός, σε Αισχύλ., Σοφ.· ὁ προκείμενος, το πτώμα που κείτεται έτοιμο για ταφή, σε Σοφ. κ.λπ.
3. είμαι εκτεθειμένος ενώπιον όλων, είμαι προς διεκδίκηση από όλους ως βραβείο ενός αγώνα, σε Ησίοδ.· μεταφ., τίθεμαι ενώπιον όλων, προτίθεμαι, προβάλλομαι, Λατ. in medio poni, γνῶμαι τρεῖς προεκέατο, τρεις γνώμες είχαν προταθεί, είχαν προβληθεί, σε Ηρόδ. κ.λπ.· λέγεται για μόχθους, αγώνες, πόνος τε καὶ ἀγὼν πρόκειται, σε Πλάτ.· με μτχ., ἄεθλος προκείμενος, το έργο που προτάθηκε, σε Ηρόδ. κ.λπ.· τὰ προκείμενα, αντίθ. προς τα μέλλοντα, σε Σοφ.· τὸ προκείμενον πρῆγμα, υπόθεση που βρίσκεται στα χέρια μας, σε Ηρόδ.
4. κείμαι εκ των προτέρων, είμαι ορισμένος από πριν, αἱ προκείμεναι ἡμέραι, οι ορισμένες μέρες, στον ίδ.· ομοίως, ἐνιαυτοὶ πρόκεινται ἐς ὀγδώκοντα, είναι ορισμένοι, καθορισμένοι, στον ίδ.· ομοίως, λέγεται για νόμους, νόμοι οἱ προκείμενοι, σε Σοφ.· λέγεται για ποινές, σε Θουκ.
II. βρίσκομαι μπροστά από, κείμαι ενώπιον, με γεν., Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς, σε Ηρόδ.· τὰ προκείμενα τῆς χώρας ὄρη, σε Ξεν.
III. προηγούμαι, γράμμα πρόκειται, αρχικό γράμμα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πρόκειμαι:
1) лежать впереди (παιδίον προκείμενον Her.): ὁ προκείμενος Soph., Arph. лежащий (без погребения) мертвец, непогребенное тело; οὐδ᾽ ἔστιν ἄθλου τέρμα σοι προκείμενον; Aesch. разве нет впереди конца твоей (тяжелой) борьбе?; πρόκεινται δεῖγμα NT они служат примером;
2) быть расположенным впереди, выступать вперед, выдаваться (οἱ προκείμενοι τῶν στοῶν πύργοι Polyb.): π. ἐς θάλασσαν Her. и ἐν τῇ θαλάττῃ Xen. вдаваться в море; π. τῆς ἐχομένης γῆς Her. выступать (в море) дальше смежной земли; τὸ γράμμα προκείμενον Anth. начальная буква, инициал;
3) быть предложенным или поданным (ὀνείατα προκείμενα Hom.): π. ἐν μέσῳ Luc. находиться в середине;
4) быть выдвинутым, быть (уже) высказанным (γνῶμαι τρεῖς προεκέατο Her.);
5) (о наградах в состязаниях) быть выставленным, быть назначенным (προκείμενα ἆθλα Plat., Plut.);
6) предстоять (σοὶ καὶ ἐμοὶ ὁ λόγος πρόκειται Plat.; ἡ νῦν ἡμῖν προκειμένη σκέψις Arst.): ποιέειν ἢ παθέειν προκέεται ἀγών Her. речь идет о том (досл. предстоит борьба за то), действовать ли самим или подвергнуться насилию; τὸ προκείμενον (ἐν τῷ λόγῳ) Plat. подлежащий обсуждению вопрос;
7) быть в наличии (ἡ προκειμένη ἐλπίς NT): μέλλοντα ταῦτα τῶν προκειμένων τι χρὴ πράσσειν Soph. это - дела будущие; надо что-то предпринять относительно настоящего;
8) быть установленным (νόμοι προκείμενοι Soph.): τὰς προκειμένας ἡμέρας Her. на установленное (определенное) число дней; τὰ προκείμενα σημήϊα Her. установленные знаки, т. е. особые приметы; πρόκειται φόνος Soph. или θανάτου ζημία Her. установлена (грозит) смертная казнь;
9) лог. предшествовать, быть предпосланным: πρόκειται τοῦ λόγου τὸ τί ἐστιν Arst. (в определении) на первом месте находится сущность определяемого.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρό-κειμαι, imperf. προυκείμην en προεκείμην; voor iets liggen, vandaar voor iedereen zichtbaar zijn, aanwezig zijn voor... liggen, voor... staan, met gen.:; τὴν Αἴγυπτον προκειμένην τῆς ἐχομένης γῆς Egypte dat voor het aangrenzende land ligt Hdt. 2.12.1; προὔκειτο μαστῶν περονίς een gesp lag voor op haar boezem Soph. Tr. 925; πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρόκειται τὰ παραφράγματα voor de mensen zijn de schermen geplaatst Plat. Resp. 514b; abs..; ἐπ ’ ὀνείαθ ’ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον zij strekten de handen uit naar de gereedstaande spijzen die voor hen stonden Il. 9.91; ἔστι δ ’ ἐν τῇ θαλάττῃ προκείμενον χωρίον er ligt een vooruitspringend stuk land in de zee Xen. An. 6.4.3; overdr.. πάσης μούσης προοίμια θαυμαστῶς ἐσπουδασμένα πρόκειται aan alle soorten muziek gaan prachtig gecomponeerde preludes vooraf Plat. Lg. 722e. in het zicht liggen, uitgestald zijn, ten toon liggen:; τὰ προκείμενα ἀγαθά de uitgestalde pracht en praal Hdt. 9.82.2; ὁρέω παιδίον προκείμενον ik zie een kindje verlaten liggen Hdt. 1.111.3; ptc. subst.. κτίσον δὲ τῷ προκειμένῳ τάφον richt een graf in voor de opgebaarde dode Soph. Ant. 1101; ἄτιμος ὧδε πρόκειμαι zonder eer lig ik hier te koop Soph. Ai. 427; σὺ δ ’ οὐκ ἔφραζες σῆς προκείμενον νέκυν γυναικός je hebt niet verteld dat het lichaam van je vrouw opgebaard lag Eur. Alc. 1012. voorliggen, klaar liggen, voorhanden zijn:; ἀγῶνος μεγίστου προκειμένου ἐλευθέρην εἶναι ἢ δεδουλωμένην τὴν Ἑλλάδα nu de belangrijkste strijd voorligt, die beslist of Griekenland in vrijheid of in slavernij zal leven Hdt. 9.60.1; τοσαύτης συμφορᾶς προκειμένης nu er zich een zo groot ongeluk zich voordoet Eur. Alc. 551; οἷα τὰ ἆθλα πρόκειται τῶν τοιούτων ἁμαρτημάτων wat de prijs is die op dergelijke vergrijpen staat Lys. 1.47; ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται de uiterste strijd staat de ziel te wachten Plat. Phaedr. 247b; τὰ τῶν νικωμένων πάντα τοῖς νικῶσιν ἀεὶ ἆθλα πρόκειται alle bezit van de overwonnenen ligt steeds als prijs voor de overwinnaar klaar Xen. Cyr. 2.3.2; περὶ τοῦ προκειμένου πρήγματος over de zaak in kwestie Hdt. 1.207.3; σοὶ καὶ ἐμοὶ ὁ λόγος πρόκειται πότερα... ἤ voor jou en mij ligt de vraag, of... of Plat. Phaedr. 237c; ptc. subst. τὸ προκείμενον onderwerp:; τὸ προκείμενον ἐν τῷ λόγῳ het onderwerp van bespreking Plat. Grg. 457d; ptc. subst..; τὰ προκείμενα de huidige taken Soph. Ant. 1334; onpers. πρόκειται het gaat erom, met περί + gen.: περὶ σωτηρίας προκειμένου nu het een kwestie is van onze redding Aristoph. Eccl. 401; πρόκειται δὲ ἡμῖν περὶ παρασίτου ζητεῖν onze taak is een onderzoek doen over de parasiet Luc. 33.54. vastgesteld zijn:. πρόκεινται νόμοι de wetten liggen vast Soph. OT 865; θανάτου ζημία πρόκειται er staat de doodstraf op Thuc. 3.45.1.

Middle Liddell

ionic inf. -κέεσθαι fut. -κείσομαι [used as Pass. of προτίθημι
I. to be set before one, of meats, Hom., Hdt.
2. to lie exposed, of a child, Hdt.:— to lie dead, Aesch., Soph.; ὁ προκείμενος the corpse laid out for burial, Soph., etc.
3. to be set before all, as the prize of a contest, Hes.:—metaph. to be set before all, be set forth, proposed, Lat. in medio poni, γνῶμαι τρεῖς προεκέατο three opinions were set forth, proposed, Hdt., etc.:—of contests, struggles, πόνος τε καὶ ἀγὼν πρόκειται Plat.:—in partic., ἄεθλος προκείμενος a task proposed, Hdt., etc.; τὰ προκείμενα, opp. to μέλλοντα, Soph.; τὸ προκείμενον πρῆγμα the matter in hand, Hdt.
4. to be set forth beforehand, to be prescribed, αἱ προκείμεναι ἡμέραι the prescribed days, Hdt.; so, ἐνιαυτοὶ πρόκεινται ἐς ὀγδώκοντα are set, fixed at, Hdt.; of laws, νόμοι οἱ προκείμενοι Soph.; of penalties, Thuc.
II. to lie before, lie in front of, c. gen., Αἴγυπτος προκειμένη τῆς ἐχομένης γῆς Hdt.; τὰ προκείμενα τῆς χώρας ὄρη Xen.
III. to precede, γράμμα πρ. an initial letter, Anth.

Chinese

原文音譯:prÒkeimai 普羅-咳買
詞類次數:動詞(5)
原文字根:前-臥 相當於: (לִפְנֵי‎ / לִפְנָי‎ / פָּנֶה‎)
字義溯源:擺在前面,擺在前頭,宣布,在場;由(πρό)*=前)與(κεῖμαι)*=躺)組成
出現次數:總共(5);林後(1);來(3);猶(1)
譯字彙編
1) 擺在⋯前面的(1) 來12:2;
2) 擺在⋯前頭的(1) 來12:1;
3) 擺在前面(1) 猶1:7;
4) 擺在前頭的(1) 來6:18;
5) 擺在前頭(1) 林後8:12