Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμύνω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμύνω Medium diacritics: ἀμύνω Low diacritics: αμύνω Capitals: ΑΜΥΝΩ
Transliteration A: amýnō Transliteration B: amynō Transliteration C: amyno Beta Code: a)mu/nw

English (LSJ)

[ῡ], Ep. impf. A ἄμῡνον Il.15.731: fut. ἀμῠνῶ, Ion. -ῠνέω Hdt. 9.60, 3pl. -εῦσι ib.6: aor. 1 ἤμῡνα, Ep. ἄμυνα [ᾰμ] Il.17.615: aor. 2, v. ἀμυνάθω:—Med., Ep. impf. ἀμυνόμην ib.13.514: fut. ἀμυνοῦμαι: aor. 1 ἠμυνάμην: aor. 2, v. ἀμυνάθω:—Pass. rare (v. infr. c):—keep off, ward off, Hom., mostly in Il.—Construction: 1 c.acc. of the person or thing to be kept off, c. dat. pers. for or from whom danger averted, Δαναοῖσιν λοιγὸν ἄμυνον ward off ruin from the Danai, Il. 1.456, cf. 341, Od.8.525:—dat. freq. omitted, ὃς λοιγὸν ἀμύνει Il.5.603; ἄ. τὸν βάρβαρον Pl.Lg.692e, cf.AB79. b. c. dat. only, defend, aid, succour, ἀ. ὤρεσσι, σοῖσιν ἔτῃσι, Il.5.486, 6.262, cf. Od.11.500, Hdt.8.87, 9.6, etc.; τοιαῦτ' ἀμύνεθ' Ἡρακλεῖ such aid ye give to H., E.HF219; ἀ. τῇ πόλει, τῷ δήμῳ, Ar.Eq.577,790; τῷ νόμῳ E.Or.523, Th.3.67:—with inf. added, τοῖς μὲν οὐκ ἠμύνατε σωθῆναι so that they might be saved, Th.6.80. 2 c. acc. et gen., Τρῶας ἄμυνε νεῶν he kept the Trojans off from the ships, Il.15.731, cf.4.11, 12.402. b. c. gen. only, ἀ. νηῶν defend the ships, ib.13.109. 3 abs., succour, χεῖρες ἀμύνειν hands to aid, ib.814; ἀμύνειν εἰσὶ καὶ ἄλλοι ib.312; ὦ ξυνδικασταί . . ἀμύνατε help! Ar.V.197; τὰ ἀμυνεῦντα means of defence, Hdt.3.155: c. dat. modi, δθένει ἀ. defend with might, Il.13.678. 4 with Preps., once in Hom. with περί, ἀμυνέμεναι περὶ Πατρόκλοιο (cf. B.1.3) ib.17.182; in Prose, ἀ. ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος Pl.Lg.692d; ἀ. πρὸ πάντων Plb.6.6.8. II less freq. like B. 11, requite, repay, ἔργ' ἀμύνουσιν κακά S.Ph.602; ἀμύνειν . . τοῖσδε τοῖς λόγοις τάδε Id.OC 1128. B Med., keep or ward off from oneself, guard or defend oneself against, freq. with collat. notion of requital, revenge: 1 c. acc. rei, ἀμύνετο νηλεὲς ἦμαρ Il.13.514; ἀμύνεσθαι μόρον A.Ag.1381; τὸ δυστυχὲς γὰρ ηὑγένει' ἀμύνεται E.Heracl.303, cf. S.Fr.1004. b. c.acc. pers., ἀ. τὴν Δαρείου στρατιήν Hdt.3.158; ἐκεῖνον ἠμύναντο S.Fr. 589. 2 that from which danger is warded off in gen., as in Act.1.2, ἀμυνόμενοι σφῶν αὐτῶν Il.12.155; νηῶν ἠμύνοντο ib.179. 3 with Preps., ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης ib.243; περὶ τῶν οἰκείων Th.2.39; ὑπέρ τινος X.Cyn.9.9. 4 abs., defend oneself, act in self-defence, ἀμύνεσθαι φίλον ἔστω Il.16.556; ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται Hdt.1.80, cf. 4.174,al.; ἀλλ' ἀμύνου Ar.Eq.244; τοῦ ἄρξαντος καὶ οὐ τοῦ ἀμυνομένου Antipho44.8; οὐδ' ἀμυνόμενος ἀλλ' ὑπάρχων Isoc.16.44, cf. Pl.Grg. 456e; κακῶς πάσχοντα ἀ. ἀντιδρῶντα κακῶς Pl.Cri.49d; ἂν ᾖ χαρίεις, ἀ. εὖ δρῶν Arist.EN1162b10. II after Hom., ἀ. τινά avenge oneself on an enemy: hence, requite, repay, Ar.Nu.1428, etc.: freq. c. dat. instr., ἔργοις πεπονθὼς ῥήμασίν σ' ἀμύνομαι S.OC873; ἀ. τινὰ σιδήρῳ Antipho 4.2.2; τοῖς ὁμοίοις, ἀρετῇ, Th.1.42, 4.63; ὠμότητα ὠμότητι D.S.14.53; ἀ. τινὰς ὑπέρ τινος to punish for a thing, Th.5.69; good sense, Simon.229; ἀ. ὁμοίως εὖ παθόντα, ὥσπερ κακῶς Socr. ap. Arist.Rh.1398a25: abs., retaliate, c. dat. instr., ταῖς ναυσίν Th.1.142; ἀ. ὧν ἔπαθον 1.96. C very rarely Pass., ἀμύνονται ἆται are warded off, Pi.P.11.54; ἀμυνέσθω let him be driven away, Pl.Lg.845c.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ἀμύνω: [ῡ:]: Ἐπ. παρατ. ἄμῡνον Ἰλ. Ο. 731· μέλλ. ἀμῠνῶ, Ἰων. -ῠνέω Ἡρόδ. 9. 60, πληθ. γ΄ -εῦσι ὁ αὐτὸς 9. 6: ἀόρ. α΄ ἤμυνα, Ἐπικ. ἄμυνα [ᾰ] Ἰλ. Ρ. 615: διὰ τὸν ἀόρ. β΄ ἴδε ἐν λ. ἠμυνάθω: - Μέσ., Ἐπ. παρατ. ἀμυνόμην Ἰλ. Ν. 514: μέλλ. ἀμυνοῦμαι: ἀόρ. α΄ ἠμυνάμην: ἀόρ. β΄ (ἴδε ἐν λ. ἀμυνάθω): - Παθ. σπάν. (ἴδε κατωτέρω C). (Ἐκ √ ΜΥΝ παράγονται καὶ τὰ ἄμυνα, ἀμύντωρ (μετὰ προθεματικοῦ α), μύνη (πρόφασις)· Λατ. munio moenia (καὶ πιθ. murus), munus, im-munis, com-munis, muni-ceps, κτλ.). Προφυλάττω ἀπό τινος, ἀπείργω, ἀπωθῶ, Ὅμ. τὸ πλεῖστον ἐν τῇ Ἰλ. - Συντάσσ. παρ’ Ὁμ.. 1) μετ’ αἰτ. τοῦ προσώπου ἢ πράγματος, τὸ ὁποῖον πρέπει τις νὰ ἀποκρούσῃ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει τις νὰ φυλαχθῇ· μετὰ δοτ. προσώπου διὰ τὸ ὁποῖον ἢ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ κίνδυνος ἀποκρούεται, Δαναοῖσιν λοιγὸν ἀμύνειν, ἀπωθεῖν, ἀποκρούειν τὸν ὄλεθρον ἀπὸ τῶν Δαναῶν, Ἰλ. Α. 456, πρβλ. 341, Ὀδ. Θ. 525: - ἡ δοτ. συχν. παραλείπεται, ὡς ὃς λοιγὸν ἀμύνει Ἰλ. Ε. 603· (οὕτω καὶ παρὰ Πλάτ., π.χ. ἐν Νόμ. 692Ε, ἀμύνειν τὸν βάρβαρον, πρβλ. Α. Β. 79). β) συχνάκις ἡ αἰτ. παραλείπεται (ἂν καὶ εὐκόλως δύναται νὰ ὑπονοήσῃ τις τὴν λέξιν λοιγὸν ἤ τι παρόμοιον), καὶ τότε τὸ ῥῆμα δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ: ὑπερασπίζω, μάχομαι ὑπέρ τινος, βοηθῶ τινι, ἐπικουρῶ· ἀμ. ὤρεσσι, σοῖσιν ἔτῃσι Ἰλ. Ε. 486, Ζ 262, κτλ., πρβλ. Ὀδ. Λ. 500· οὕτω παρ’ Ἡροδ. 8. 87., 9. 6, καὶ Ἀττ., τοιαῦτ’ ἀμύνεθ’ Ἡρακλεῖ, τοιαύτην ἐπικουρίαν παρέχετε εἰς τὸν Ἡρ., Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 219· ἀμ. τῇ πόλει, τῷ δήμῳ, κτλ., Ἀριστ. Ἱππ. 577. 790: - μετ’ ἀπαρ. προστιθεμένου· τοῖς μεν οὐκ ἠμύνατε σωθῆναι, οὕτως ὥστε νὰ σωθῶσι, Θουκ. 6. 80. 2) μ. γεν. ἐκείνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ κίνδυνος ἀποκρούεται, Τρῶας ἄμυνε νεῶν, ἀπεμάκρυνεν αὐτοὺς ἐκ τῶν νεῶν, τοὺς ἀπέκρουσεν, Ἰλ. Ο. 731, πρβλ. Δ. 11, Μ. 402· (τὸ Δαναῶν ἀπὸ λοιγὸν ἀμῦναι Ἰλ. Π. 75, Ὀδ. Ρ. 538, συνήθως γράφεται ἄπο, ὡς ἐὰν ἡ πρόθ. ἀνῆκεν εἰς τὸ Δαναῶν· ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ῥῆμα ἐν Ἰλ. Α. 67, ἡμῖν ἀπὸ λοιγὸν ἀμῦναι, καὶ κάλλιον οὕτω νὰ ἐκλαμβάνηται ἁπανταχοῦ, ἴδε Spilzn. Ἰλ. ἔνθ’ ἀνωτ.). β) καὶ ἐνταῦθα ἡ αἰτιατ. δύναται νὰ παραλειφθῇ, ὡς ἀμ. νηῶν, ὑπερασπίζω τὰ πλοῖα, Ἰλ. Ν. 109. 3) ἀπολ., ἀποκρούω προσβολάς, ἐπιθέσεις, ἑπομένως βοηθῶ, ὑπερασπίζω, χεῖρες ἀμύνειν, χεῖρες πρὸς ἄμυναν, ὑπεράσπισιν, Ἰλ. Ν. 814· ἀμύνειν εἰσὶ καὶ ἄλλοι αὐτόθι 312· οὕτως: ὦ ξυνδικασταί ..., ἀμύνατε, βοηθήσατε! Ἀριστοφ. Σφ. 197· τὰ ἀμύνοντα, μέσα ὑπερασπίσεως, Ἡρόδ. 3. 155. 4) ἅπαξ μετὰ τῆς περί, ἀμυνέμεναι περὶ Πατρόκλοιο (ὡς τὸ μέσ. 1. 3) Ἰλ. Ρ. 182· οὕτως ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ ἀμ. ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος Πλάτ. 692D. ἀμ. πρὸ πάντων Πολύβ. 6. 6. 8. 5) τελευταῖον μ. δοτ. ὀργαν. σθένει ἀμ., μετὰ σθένους, Ἰλ. Ν. 678. ΙΙ. σπανίως ὡς τὸ μέσ. ΙΙ. = ἀνταποδίδω, ἔργ’ ἀμύνουσι κακὰ Σοφ. Φ. 602· ἀμύνειν ... τοῖς λόγοις τάδε, ἀνταποδίδω διὰ λόγων, ὁ αὐτ. Ο. Κ. 1128. Β. Μέσ., ἀποκρούω τινὰ ἀπ’ ἐμαυτοῦ, φυλάττω ἐμαυτὸν ἀπό τινος, ὑπερασπίζω ἐμαυτὸν ἐναντίον τινός· συχν. μετὰ τῆς παραλλήλου ἐννοίας τῆς ἀνταποδόσεως ἢ ἐκδικήσεως. 1) τὸ πλεῖστον μετ’ αἰτ. πράγμ. ἀμύνετο νηλεὲς ἦμαρ Ἰλ. Ν. 514· ἀμύνεσθαι μόρον Αἰσχ. Ἀγ. 1381· τὸ δυστυχὲς γὰρ ηὑγένει’ ἀμύνεται Εὐρ. Ἠρακλ. 303, κτλ. β) μετ’ αἰτ. προσ., ἀμ. τὴν Δαρείου στρατιὴν Ἡρόδ. 3. 158· ἐκεῖνον ἠμύναντο Σοφ. Ἀποσπ. 514, πρβλ. 278. 2) τὸ πρόσωπονπρᾶγμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀποκρούεται ὁ κίνδυνος ἐκφέρεται κατὰ γενικήν, ὡς ἐν τῷ ἐνεργ. (Ι. 2), ἀμυνόμενοι σφῶν αὐτῶν Ἰλ. Μ. 155· νηῶν ἠμύνοντο αὐτόθι 1. 9: οὕτω καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, τῶν παρ’ ἡμῶν ἀμ. Πλάτ. Νόμ. 637C. 3) μετὰ τῆς περί, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης Ἰλ. Μ. 243· περὶ τῶν οἰκείων Θουκ. 2. 39· ὡσαύτως, ὑπέρ τινος Ξεν. Κυν. 9. 9· πρβλ. ἀνωτ. Ι. 4. 4) ἀπολ., ὑπερασπίζω ἐμαυτόν, ἐνεργῶ ἐν ἀμύνῃ. Αἴαντε, νῦν σφῶϊν ἀμύνεσθαι φίλον ἔστω Ἰλ. Π. 556· ἤν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται Ἡρόδ. 1. 80. πρβλ. 4. 174, καὶ ἀλλ., ἀλλ’ ἀμύνου Ἀριστοφ. Ἱππ. 244· τοῦ ἄρξαντος καὶ οὐ τοῦ ἀμυνομένου Ἀντιφῶν 128. 45· οὐδ’ ἀμυνομένος ἀλλ’ ὑπάρχων Ἰσοκρ. 356Α, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 456Ε· κακῶς πάσχοντα ἀμ. ἀντιδρῶντα κακῶς Πλάτ. Κρίτων 49D· ἐὰν ᾖ χαρίεις ἀμ. εὖ δρῶν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 8. 13, 2, πρβλ. Ρητ. 2. 23, 8. ΙΙ. μεθ’ Ὅμηρ., ἀμύνεσθαί τινα, κοινῶς σημαίνει ἐκδικοῦμαι ἐνατίον ἐχθροῦ, ἑπομ. ὡς τὸ ἀμείβομαι, ἀνταποδίδω, ἀποτίνω, τιμωρῶ, Ἀριστοφ. Νεφ. 1428, Θουκ., Πλάτ., κτλ.: συχν. μετὰ δοτ. ὀργαν., ἔργοις πεπονθὼς ῥήμασίν σ’ ἀμύνομαι Σοφ. Ο. Κ. 873· οὕτως ἀμ. τινὰ σιδήρῳ Ἀντιφῶν 126. 9· τοῖς ὁμοίοις, ταῖς ναυσίν, ἀρετῇ Θουκ. 1. 42. 142., 4. 63: ὡσαύτως, ἀμύνεσθαί τινά τινος ἢ ὑπέρ τινος, τιμωρῶ τινα διά τι πρᾶγμα, Θουκ. 1. 96., 5. 69: πρβλ. ἀνταμύνομαι. Γ. Σπανιώτατα παθητικῶς ἀμύνονται ἆται, ἀποκρούονται Πινδ. Π. 11. 84· ἀμυνέσθω, ἂς τιμωρηθῇ, Πλάτ. Νόμ. 845C.

French (Bailly abrégé)

f. ἀμυνῶ, ao. ἤμυνα, pf. inus.
écarter, tenir à l’écart :
1 avec un seul rég., objet écarté à l’acc. : ἀ. νηλεὲς ἦμαρ IL écarter le jour impitoyable, càd le jour de la mort ; objet protégé au dat. ou au gén. : αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί IL car les dieux eux-mêmes te défendent toujours ; ἀμύνειν νηυσί IL, νηῶν IL défendre des vaisseaux ; ou avec le gén. précédé d’une prép. : ἀ. ἀπό τινος IL écarter de qqn le danger ; ἀ. περί τινος IL combattre pour qqn;
2 avec deux rég. (acc. de l’objet repoussé, gén. ou dat. de l’objet protégé) : Τρῶας ἀ. νεῶν IL repousser les Troyens loin de la flotte ; Δαναοῖσιν λοιγὸν ἀ. IL écarter la ruine des Grecs;
3 abs. χεῖρες ἀμύνειν IL bras pour se défendre ; τὰ ἀμύνοντα HDT les moyens de défense;
4 avec un dat. d’instrument : στένει ἀμύνειν IL litt. secourir (les Grecs) avec sa force;
Moy. ἀμύνομαι (f. ἀμυνοῦμαι, ao. ἠμυνάμην) écarter de soi, repousser :
1 avec un seul rég., objet écarté à l’acc. : ἀμύνεσθαι πολεμίους XÉN, στρατιήν HDT repousser l’ennemi, une armée ; après Homère, ἀμύνεσθαί τινα signifie d’ord. se venger de qqn, le châtier, lui rendre la pareille ; objet protégé au gén. : ἀμύνεσθαί νηῶν IL défendre les vaisseaux ; avec une prép. ἀ. περί τινος IL combattre pour qqn ou pour qch;
2 avec deux rég. ἀμύνεσθαί τινά τινι SOPH se venger de qqn au moyen de qch ; ἀμύνεσθαί τινά τινος THC ou τινα ὑπέρ τινος THC punir qqn pour qch, se venger de qqn pour qch;
3 abs. se défendre soi-même;
4 avec un dat. d’instrum. ἀ. ὅπλοις XÉN, ταῖς ναυσίν THC se défendre avec ses armes, au moyen de la flotte.
Étymologie: ἀ- prosth. R. Μυ, protéger.

English (Autenrieth)

inf. ἀμῦνέμεν, -έμεναι, aor. ἤμῦνε, ἄμῦνε, opt. ἀμύναι, inf. ἀμῦναι, imp. ἄμῦνον, mid. ipf. ἀμύνετο, ἠμύνοντο, aor. opt. ἀμῦναίμην: I. act., ward off, defend; abs., τινί, Il. 5.486; freq. τινί τι (dat. of interest, though we sayfrom’), less often τινός τι, Il. 4.11; also merely τί, and τινός, ἀπό or περί τινος, of the person or thing defended, Il. 13.109, Od. 2.59, Il. 17.182.—II. mid., ward off from oneself, defend oneself or what is one's own, with the same constructions as the act.; εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, ‘to fight in defence of our country,’ Il. 12.243.

English (Slater)

ᾰμῡνω (ἀμύνων; -ειν: impf. ἄμυνεν: med. ἀμύνεται: pass. ἀμύνονται)
   1 ward off, repulse τι (ἀπό τινος, πρό τινος) καὶ γὰρ αὐτὰ ὀρούσαισ' ἀπὸ στρωμνᾶς ὅμως μυνεν ὕβριν κνωδάλων (N. 1.50) ἐν πολέμῳ κείνα θεὸς ἔντυεν αὐτοῦ θυμὸν αἰχματὰν ἀμύνειν λοιγὸν Ἐνυαλίου (N. 9.37) γαστρὶ δὲ πᾶς τις ἀμύνων λιμὸν αἰανῆ τέταται (I. 1.49) ὅστις ἐν ταύτᾳ νεφέλᾳ χάλαζαν αἵματος πρὸ φίλας πάτρας ἀμύνεταιλοιγὸν ἀμύνωνἐναντίῳ στρατῷ (λοιγὸν ἀμφιβαλὼν coni. A. W. Mair.) (I. 7.27) pass., φθονεροὶ δ' ἀμύνονται ἄτᾳ (byz.: ἀμύνοντ' ἄτᾳ, ἄτα codd.: ἆται Hermann: ἄτᾳ expungens <ἀλλ> supp. Boeckh: <τᾶν> Thiersch: med. aut pass. interpr. Σ, edd.: τῇ ἑαυτῶν ἄτῃ καὶ βασκανίᾳ ἀμύνονται καὶ βλάπτονται. Σ.: “Die Neider werden durch Schaden ferngehalten.” Thummer) (P. 11.54)

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ῡ- en aor. y pres., -ῠ- en los demás tiempos]
• Morfología: [ind. ép. ἀμυνέμεν Od.2.60, fut. jón. ἀμυνέω Hdt.9.60, -εῦσι Hdt.9.6]
I c. ac. de cosa o pers. alejar algo nocivo de alguien
1 rechazar, apartar en v. act. c. ac. de cosa δούλιον ἦμαρ Il.6.463, λοιγόν Il.5.603, Pi.N.9.37, τὴν ἐπιοῦσαν δουλείαν Pl.Lg.693a, τειχέων προσαμβάσεις E.Ph.744, χειμῶνα Pl.Prt.321a, τὰ ἐκ τῶν ἐναντίων τεχνάσματα Aen.Tact.37.8, ἀλεγεινὰ πάθη Orph.L.291
c. ac. de pers. δήϊον ἄνδρα Il.22.84, ἄνδρας μνηστῆρας Od.24.380, τὸν βάρβαρον Pl.Lg.692e, πολεμίους Pl.Phdr.260b, τοὺς ἐπιόντας Arist.Pol.1267a25
v. med. alejar de sí, rechazar c. ac. de cosa νηλεὲς ἦμαρ Il.13.514, τοῦτον (ἔρωτα) Gorg.B 11.19, μόρον A.A.1381, τὸ δυστυχές E.Heracl.302, θάνατον Pl.Lg.869b, τὰς ἐπιβουλάς Isoc.12.114, cf. S.Fr.1004
c. ac. de pers. στίχας ἀνδρῶν Il.17.510, τὴν Δαρείου στρατιήν Hdt.3.158, ἐκεῖνον S.Fr.589, πολεμίους E.Supp.529, αὐτούς Pl.Lg.692d, ἐχθρούς LXX Sap.11.3
raro en v. pas. ser apartado φθονεροὶ δ' ἀμύνονται Pi.P.11.54, cf. Th.1.40, Pl.Lg.845c.
2 sólo v. act. alejar, apartar c. ac. de pers. y gen. de cosa Τρῶας ἄ. νεῶν Il.15.731
c. ac. de cosa y gen. de pers. αὐτοῦ κῆρας Il.4.11, θυμοῦ βέλη ... ψυχᾶς ἀ. S.OT 894, πατρίδος δουληΐην Anacr.75.2, φόνον δ' ἤμυνεν ... παιδός Nonn.D.28.212
c. ac. y prep. de gen. ἀρὴν ἀπὸ οἴκου Od.2.59, ὑπὲρ σφετέρης πόλιος ... λοιγὸν ἀ. Hes.Sc.240, ἀπὸ μητρὸς λώβην A.R.1.816.
3 sólo v. act. librar a alguien de algo, c. ac. de cosa y dat. de pers. Δαναοῖσιν ἀεικέα λοιγόν Il.1.456, cf. 341, Cratin.171, νηλεὲς ἦμαρ Αἴανθ' Il.11.588, cf. Od.8.525, βατράχοισιν ἀ. αἰπὺν ὄλεθρον Batr.279, τῷδ' ἀ. φόνον E.Or.624
fig. γαστρὶ ... ἀ. λιμόν Pi.I.1.49, σώματι θάνατον E.HF 194, βρῶμα ... ἀ. δὲ τοῖς νεμομένοις τὴν ἐκ τῶν ἄλλων ἀπορίαν I.AI 3.31.
II ir en ayuda de alguien
1 act. sólo c. dat. de pers. asistir, ayudar σοῖσιν ἔτῃσι Il.6.262, Ἀργείοισιν Od.11.500, cf. Il.11.674, Democr.B 255, Hdt.9.6, Ar.Eq.577, E.HF 219, Antipho 4.4.1, A.R.3.694, Opp.C.2.154
c. dat. de pers. y giro de prep. c. ac. prestar ayuda contra Ἄργείοις πρὸς Καδμείους Pl.Mx.239b, Κούρησιν ἐπὶ τοὺς Αἰτωλούς Paus.10.31.3, cf. 7.2.9
fig. c. dat. ἄ. ... ἐμῇ δυσπραξίᾳ E.IA 903, σοῖς κακοῖς E.Or.419, τῇ μουσικῇ Plu.2.674f
c. dat. e inf. τοῖς μὲν οὐκ ἠμύνατε σωθῆναι no les ayudasteis a salvarse Th.6.80.
2 act. y med. abs.: en v. act. ayudar, socorrer, auxiliar χεῖρες ἀμύνειν εἰσὶ καὶ ἡμῖν Il.13.814, cf. 312, ἀμύνειν ... ὑπισχνεῖτο Stesich.1.14A., ξυνδικασταὶ ... ἀμύνατε Ar.V.197, τὰ ἀμυνεῦντα Hdt.3.155, cf. Alcm.1.65, S.OC 429, Th.1.50, Artem.4.45, Nic.Al.371, 388
c. dat. instrum. asistir con σθένει Il.13.678
c. ἐπί + ac. hacer la defensa contra ἐπὶ τὰς προσβολὰς τῶν μηχανῶν ἀμύνωσιν Onas.42.5
en v. med. defenderse ἀμύνεσθαι φίλον ἔστω Il.16.556, ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται Hdt.1.80, οἱ ἀμυνόμενοι Th.3.102, X.HG 7.5.10, cf. Th.1.142, Isoc.16.44, Pl.Grg.456e, Lg.637c, 692e, Cri.49d.
3 act. y med., c. gen.: en v. act. luchar por, proteger νεῶν Il.13.109, οὐ παιδός Il.16.522, c. prep. de gen. περὶ Πατρόκλοιο Il.17.182, ἑτάρου περὶ τεθνειῶτος Batr.234, ὑπὲρ τῶνδε E.HF 578, ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος Pl.Lg.692d, πρὸ πάντων Plb.6.6.8
en v. med. luchar (por algo propio) ἀ. νεῶν defender las propias naves, Il.12.179, σφῶν αὐτῶν Il.12.155, c. prep. de gen. περὶ πάτρης Il.12.243, περὶ τῶν οἰκείων Th.2.39, περὶ τοῦ σώματος Lys.3.18, πρὸ φίλας πάτρας Pi.I.7.27, ὑπὲρ τῆς ἑαυτῶν ἐλευθερίας D.23.139, cf. X.Cyn.9.9, Plu.2.869b, Q.S.7.510.
4 act., c. ac. de cosa ayudar, beneficiar νηδύν Nic.Th.868.
III gener. en v. med. corresponder a alguien con algo
1 devolver el mal o la afrenta, vengarse de c. ac. de pers. τοὺς πατέρας Ar.Nu.1428, Ἥρη ... ἀ. παρακοίτην Nonn.D.8.125
c. ac. de pers. y dat. instrum. ἔργοις πεπονθὼς ῥήμασίν σ' ἀμύνομαι S.OC 873, σιδήρῳ ... ἠμυνάμην αὐτόν Antipho 4.2.2, cf. D.S.14.53, Arr.Epict.4.1.167, Heraclit.All.40
c. ac. de pers. y gen. de cosa καὶ ἀμύναιντό σε ὦν ἔδρασας αὐτούς Luc.DMort.13.6
c. ac. de pers. y prep. de gen. ἄνδρας ἅμα ἐχθροὺς ... ὑπὲρ πολλῶν ἀδικημάτων ἀ. Th.5.69, cf. Isoc.5.125, Plu.2.768d, τοὺς Ἕλληνας ἀμύνασθαι περὶ ὦν ... διειργάσατο D.S.4.28, ἠμύνατο τοὺς Εὐβοέας διὰ τῆς ποιήσεως Ὅμηρος D.Chr.2.12
sólo c. gen. de cosa ἀμύνεσθαι ὦν ἔπαθον Th.1.96, cf. Antipho 4.4.6, Paus.2.26.6
abs. vengarse ἐμφανῶς ἠμύνατο S.Tr.278, cf. Sol.Lg.19b
v. act. vengarse de ἔργα ... κακὰ S.Ph.602.
2 devolver el favor, agradecer abs. Simon.106, ἀλλ' ἐὰν ᾖ χαρίεις, ἀμύνεται εὖ δρῶν Arist.EN 1162b10
c. ac. de pers. y dat. instrum. τοῖς ὁμοίοις ἡμᾶς Th.1.42, cf. 4.63
v. act. ἀμύνω τοῖσδε τοῖς λόγοις τάδε S.OC 1128.
• Etimología: De una raíz *H3emH3-/H3meH3 ‘obrar con energía’. En grado P/ø cf. ai. amiti ‘jurar’, gr. ὀμόσω, aaa. emiz ‘violento’; en grado ø/P gr. μῶται, μῶρος, lat. moueo, gr. ἀμεύσασθαι; en gr. ø/ø gr. ὄμνυμι, ἀμύνω.

English (Thayer)

(ἀμφιβάλλω) to throw around, equivalent to περιβάλλω, of a garment (Homer, Odyssey 14,342); to cast to and fro now to one side now to the other: a net, G L T Tr WH (according to T Tr WH used absolutely; cf. οἱ ἀμφιβολεῖς, Habakkuk 1:17.)

Greek Monolingual

ἀμύνω (Α)
βλ. αμύνομαι.

Greek Monotonic

ἀμύνω: [ῡ], Επικ. παρατ. ἄμῡνον, μέλ. ἀμῠνῶ, Ιων. -ῠνέω· αόρ. αʹ ἤμῡνα, Επικ. ἄμυνα [ᾰ]· αντί αόρ. βʹ, βλ. ἀμυνάθω — Μέσ. Επικ. παρατ. ἀμυνόμην, μέλ. ἀμυνοῦμαι, αόρ. αʹ ἠμυνάμην (από τη √ΜΥΝ με το α ως πρόθεμα, πρβλ. Λατ. munio, moenia
Α. I. αποκρούω, απωθώ, σε Όμηρ.
1. με αιτ. προσ. ή πράγμ., αυτό που πρέπει να αποκρουστεί, με δοτ. προσ., για ποιον ή από ποιον αποκρούεται ο κίνδυνος, Δαναοῖσιν λοιγὸν ἄμυνον, αποκρούει την καταστροφή από τους Δαναούς, σε Ομήρ. Ιλ.· η δοτ. συχνά παραλείπεται, ὃς λοιγὸν ἀμύνει, στο ίδ.
2. με δοτ. προσ., υπερασπίζομαι, βοηθώ, συντρέχω, συνδράμω, σε Όμηρ. κ.λπ.
3. με γεν., από ποιον αποκρούεται ο κίνδυνος, Τρῶας ἄμυνε νεῶν, απώθησε τους Τρώες από τα πλοία, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
4. απόλ., αποκρούω επιθέσεις, βοηθώ, στο ίδ.· τὰ ἀμύνοντα, τροποι, μέσα άμυνας, σε Ηρόδ.
II. σπανίως με αιτ., όπως Μέσ. II, ανταποδίδω, ξεπληρώνω, σε Σοφ. Β. Μέσ., αποκρούω για τον εαυτό μου, φυλάσσομαι εναντίον κάποιου·
1. με αιτ., σε Ομήρ. Ιλ.
2. με γεν., για εκείνο από το οποίο αποκρούεται ο κίνδυνος, μάχομαι για ή προς υπεράσπισή του, στο ίδ.· ομοίως, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, στο ίδ.· ὑπέρ τινος, σε Ξεν.
II. απόλ., υπερασπίζω τον εαυτό μου, σε Ομήρ. Ιλ.
III. ἀμύνεσθαί τινα, επίσης εκδικούμαι εναντίον εχθρού, ανταποδίδω, τιμωρώ, σε Σοφ., Θουκ. κ.λπ.· επίσης, ἀμύνεσθαί τινά τινος ή ὑπέρ τινος, τιμωρώ για κάτι, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμύνω: (ῡ; тж. med.; fut. ἀμῠνῶ - ион. ἀμυνέω, med. ἀμυνεῦμαι; aor. ἤμῡνα - эп.-дор. ἄμῠνα с ᾱ и ᾰ)
1) отражать, отбивать, отгонять, давать отпор, отвращать (τινά τινος, νηλεὲς ἦμαρ Hom.; μόρον Aesch.; στρατιήν Her.; πολεμίους Plat.; βαρβάρους Dem.): ἀ. τινί τι Hom. ограждать кого-л. от чего-л.;
2) защищать, оборонять: ἀ. и ἀμύνεσθαί τινι Hom., Eur., Thuc., Arph., реже τινος Hom. стоять на защите кого(чего)-л., оборонять кого(что)-л.; χεῖρες ἀ. Hom. руки для обороны, т. е. обороноспособность; τὰ ἀμύνοντα Her. средства обороны; ἀμῦναί τινι σωθῆναι Thuc. помочь кому-л. спастись; ἀμύνεσθαι ταῖς ναυσίν Thuc. обороняться с помощью флота; ἀμύνατε! Arph. заступитесь! помогите!; οἱ ἀδικοῦντες ἀμυνόμενοι Plat. совершающие несправедливые поступки с целью самозащиты; ἡ πόλις ἔρημος τῶν ἀμυνουμένων Xen. город, оставшийся без защитников;
3) биться, сражаться (ἀ. и ἀμύνεσθαι περί и ὑπέρ τινος Hom., Xen., Plat.; ἀ. πρό τινος Polyb.);
4) преимущ. med. отплачивать, воздавать (ἀμύνεσθαί τινά τινος и ὑπέρ τινος Thuc.): ἀμύνω τοῖσδε τοῖς λόγοις τάδε Soph. я плачу за это этими (признательными) словами; ἀ. τι Soph. карать за что-л.; τοῖς ὁμοίοις ἀμύνεσθαί τινα Thuc. воздавать кому-л. равным за равное; ἀμύνεσθαί τινα ὧν ἔδρασε Luc. отомстить кому-л. за то, что он сделал; ἀμυνέσθω ἄνευ τραυμάτων Plat. пусть он подвергнется наказанию, но без причинения увечий.

Frisk Etymological English

(υ)
Grammatical information: v.
Meaning: ward off, defend, help (Il.)
Other forms: Pret. ἠμύναθον (imperf. or aor.?, s. Schwyzer 703 m. A. 6).
Derivatives: ἀμύντωρ defender (Il.), also PN; ἀμυντῆρες brow-tines of stag's antlers (Arist.); - ἄμυνα defence etc. (Theopomp. Com.; retrograde formation, s. Schwyzer 475 : 5, Chantr. Form. 101.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Like κλίνω, πλύνω from *ἀμυν-yω. If the nasal is a formant (Schwyzer 694), we have ἀμυ-, which has been seen in ἀμεύσασθαι (s. v.; so from *move away?). S. also μύνη.

Middle Liddell

[From Root !μυν, with α prefixed, cf. Lat. munio, moenia.]
I. to keep off, ward off, Hom.:
1. c. acc. of the person or thing to be kept off, c. dat. of pers. for or from whom the danger is kept off, Δαναοῖσιν λοιγὸν ἀμύνειν to ward off ruin from the Danai, Il.:— the dat. is often omitted, λοιγὸν ἀμύνει Il.
2. c. dat. pers. to defend, assist, aid, succour, Hom., etc.
3. c. gen. from whom danger is kept off, Τρῶας ἄμυνε νεῶν he kept the Trojans off from the ships, Il., etc.
4. absol. to repel assaults, to aid, Il.; τὰ ἀμύνοντα means of defence, Hdt.
II. rarely c. acc., like Mid. 11, to requite, repay, Soph.
B. Mid. to ward off from oneself, defend oneself against:
1. c. acc., Il.
2. c. gen. of that from which danger is warded off, to fight for or in defence of, Il.: so, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης Il.; ὑπέρ τινος Xen.
II. absol. to defend oneself, Il.
III. ἀμύνεσθαί τινα also to avenge oneself on an enemy, to requite, repay, punish, Soph., Thuc., etc.; also, ἀμύνεσθαί τινά τινος or ὑπέρ τινος to punish for a thing, Thuc.

Frisk Etymology German

ἀμύνω: {amúnō}
Forms: erweiterte Präteritalform ἠμύναθον (Imperf. oder Aor.?, s. Schwyzer 703 m. A. 6 m. Lit.).
Grammar: v.
Meaning: abwehren, helfen, med. sich verteidigen, sich rächen,
Derivative: Ableitungen: ἀμύντωρ Abwehrer, Helfer, Rächer (Hom., Simon., E. usw.), auch PN; ἀμυντῆρες die nach vorn gekehrten Spitzen der anwachsenden Hirschhörner (Arist.); ἀμυντήριος zur Abwehr geeignet (Pl., hell. und spät), wahrscheinlich direkt vom Verb gebildet ebenso wie das Nomen instr. ἀμυντήριον (Pl., hell. und spät); ἀμυντικός ib. (Pl., Arist. usw.). — ἀμυντρόν (A. ap. Phot. ohne Erklärung). — ἀμύντης Verteidiger (Phot., Hdn.), auch PN, vgl. κηραμύντης (Lyk.); ἀμυνίας ib. (Ar. Eq. 570, wohl mit Anspielung auf den PN). — ἄμυνα Abwehr, Vergeltung, Rache (Theop. Kom., hell. und spät; Rückbildung, s. Schwyzer 475 : 5, Chantraine Formation 101; das Kompositum χειμάμυνα = χλαῖνα παχεῖα (A. Fr. und S. Fr.) ist als Zusammenbildung zu beurteilen.
Etymology : Wie κλίνω, πλύνω ist ἀμύνω eigentlich ein Nasalpräsens (Schwyzer 694); zugrunde liegt also ein Element ἀμυ-, das man in ἀμεύσασθαι (s. d.) wiederzufinden glaubt (urspr. Bedeutung somit *wegschieben).
Page 1,97