παρίστημι

From LSJ

ἐγὼ δ' ἀνάγκῃ προύμαθον στέργειν κακά → I have been slowly schooled by necessity to endure misery

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: παρίστημι Medium diacritics: παρίστημι Low diacritics: παρίστημι Capitals: ΠΑΡΙΣΤΗΜΙ
Transliteration A: parístēmi Transliteration B: paristēmi Transliteration C: paristimi Beta Code: pari/sthmi

English (LSJ)

A causal in pres., impf., fut., and aor.1; later pf. παρέστᾰκα in same sense, PTeb.5.196 (ii B.C.), Plb.3.94.7, S.E. M.7.273, etc.
I cause to stand, place beside, π. τοὺς ἱππεῖς ἐφ' ἑκάτερον τὸ κέρας Plb.3.72.9, cf. 3.113.8; παραστήσας τὰ ὅπλα having brought his Arm. into view, D.18.175; π. τινὰ φυλάττειν set one near a thing to guard it, v.l. in Id.49.35; π. σορὸν σορῷ Anatolian Studies p.204 (Termessus).
II set before the mind, present, ὑπόθεσιν… οὐ χὶ τὴν οὖσαν παριστάντες ὑμῖν D.3.1; τοῦτο π. τοὺς θεοὺς ὑμῖν that they may put this into your minds, Id.18.1; τὸ δεινὸν π. τοῖς ἀκούουσιν Id.21.72; π. ἐλπίδας, ὁτιοῦν τῶν δεινοτάτων, Id.19.333, 21.15; arouse, inspire, οὐ γὰρ ἡ πληγὴ παρέστησε τὴν ὀργὴν ἀλλ' ἡ ἀτιμία ib.72; π. φόβον καὶ ἀπορίαν ταῖς πόλεσι Plb.3.94.7; π. ὁ κίνδυνος διαλογισμόν, μὴ.. Aeschin.2.159: so τοῦτο π. ὑμῖν γνῶναι prompt you to that decision, D.18.8; π. τινὶ θαρρεῖν give one confidence, v.l. in Aeschin.1.174; π. τινί c. inf., put it into his head to... Paus.9.14.6; also π. τινὶ ὅτι or ὡς... X. Oec.13.1, Pl.R. 600c.
2 dispose a person, πρὸς μελαγχολίας Phld. Ir.p.28 W., cf. Mus.p.73 K.; also Ἀθηναίους ἄλλα παρέστησεν ὡς ἥρωα τιμᾶν Θησέα Plu. Thes.35:—also in Pass., V. B. V. 1.
3 of a Poet, represent, describe, τὸν Νέστορα παρέστησε [ὁ ποιητὴς] πείθοντα Phld. Hom. p.65 O., cf. Ath.3.110f, 4.133b; δι' ἐτυμολογίας Corn. ND1:—Pass., παριστάσθω ὅτιlet it be stated that... S.E. M.7.310.
4 furnish, supply, deliver, PCair.Zen.790.10 (iii B.C.), PTeb.5.196 (ii B.C.), Abh. Berl.Akad>.1925(5).31 (Cyrene).
5 make good, prove, show, τι πολλοῖς τεκμηρίοις Lys.12.51, cf. Act.Ap.24.13; καθάπερ προϊόντες -στήσομεν Phld. Ir.p.85 W., cf. Mus.p.37 K.
6 c. acc. pers., present, offer, ἑαυτοὺς τῷ θεῷ, ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, Ep.Rom.6.13,16.
b commend, βρῶμα ἡμᾶς οὐ παραστήσει τῷ θεῷ 1 Ep.Cor.8.8.
7 render, [ἡ πίσσα] τὸν οἶνον ἔὔποτον παρίστησι ταχέως Plu.2.676c.
8 in later Greek, as in Med. (V. C. 1), produce in court, etc., BGU759.22 (ii A.D.), etc.:—Pass., Sammelb.4512.82 (ii B.C.), etc.
III set side by side, compare, [πόλεις] μικρὰς μεγάλαις Isoc. 12.40.—The use of these act. tenses occurs in Pl.l.c., but first becomes common in Oratt.
B Pass., with aor. 2, pf. and plpf. Act., intr.:
I stand by, beside, or near, θέων δέ οἱ ἄγχι παρέστη Il.15.442, cf. 483; ἀμφίπολος δ' ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη Od.1.335, cf. 8.218, 18.183; ἑξείης πάντεσσι παρίστασαι, of a beggar, 17.450; οὐδ' ἄρα οἵ τις ἀνουτητί γε παρέστη Il.22.371; ζωγράφῳ παρεστηκυῖα, of a painter's model, X.Mem.3.11.2: freq. in part. παραστάς with a Verb, εἶπε παραστάς Il.12.60; οὖτα π. 20.472; παρασταθείς, v.l. for κατασταθείς, E.Or.365.
2 stand by, i.e. help, defend, τινι Il.10.279, etc.; Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν 21.231, cf. 15.255; Ὀδυσῆϊ π. ἠδ' ἐπαρήγει 23.783, cf. Hes. Th.439, Hdt.1.87, etc.; π. τινὶ χερσί S.Aj.1384; βοηθοὶ π. X.Cyr.5.3.19; οὐ παρέστη οὐδ' ἐβοήθησεν D.45.64.
II more freq. in past tenses, to have come, δεῦρο παρέστης Il.3.405; to be at hand, νῆες δ' ἐκ Λήμνοιο παρέστασαν 7.467, etc.
2 of events, to be near, be at hand, ἀλλά τοι ἤδη ἄγχι παρέστηκεν θάνατος 16.853; κακὴ Διὸς αἶσα παρέστη ἡμῖν Od.9.52, cf. 16.280: in fut. Med., σοὶ…παραστήσεσθαι ἔμελλεν μοῖρ' ὀλοή 24.28; ἐάν του καιρὸς ἢ χρεία παραστῇ D. 21.101, cf. 73: freq. in pf., παρέστηχ' ὡς ἔοικ' ἀγὼν μέγας E. Hec.229, cf. Med.331; in part., τὸ χρῶμα τὸ παρεστηκός Ar. Eq.399; ὁ νῦν παρεστηκὼς ἡμῖν λόγος Pl. Lg.962d: in Att. form παρεστώς, παρεστῶσα, ός, τῆς παρεστώσης νόσου> S. Ph.734; τοῦ π. θέρους ib.1340; τὰς παρεστώσας τύχας E. Or.[1024]; τὰ παρεστῶτα present circumstances, τὰ λῷστα, κράτιστα τῶν π., A. Ag.1053, Pr.218; πρὸς τὸ παρεστός Ar. Eq.564; πρὸς τὸ παριστάμενον X. Eq.Mag.9.1.
III come to the side of another, come over to his opinion, παραστῆναι ἐς τῶν Περσέων τὴν γνώμην Hdt.6.99: abs., come to terms, surrender, submit, Id.3.13,5.65, 6.140; οἱ πολέμιοι παραστήσονται Id.3.155; τῷ πολέμῳ παραστῆναι D. 22.15, cf. EM653.2.
IV happen to one, τῷ δὴ λέγουσι.. θῶμα μέγιστον παραστῆναι Hdt.1.23; τὸ φρονεῖν ἀλλοῖα παρίσταται Emp. 108; esp. come into one's head, occur to one, τὼς νόος ἀνθρώποισι παριστᾶται Parm.16.2; δόξα μοι παρεστάθη ναοὺς ἱκέσθαι S. OT911; δόξα π. τινὶ ὥστεPl.Phd. 66b; σοὶ τοῦτο παρέστηκεν, ὡς… Id.Phdr. 233c; π. θαῦμα, γνώμη, And.2.2, 24 (s.v.l.); ἔκπληξις παρέστη Th.8.96: impers., παρίσταταί μοι it occurs to me; τῷ οὐ παραστήσεται… τεθνάναι βούλεσθαι to whom it will not occur to wish for death, Hdt.7.46: followed by ὡς, Th. 4.61,95, Lys. 12.62, etc.: c. inf., Id.7.17; οὐχὶ παρίσταταί μοι ταὐτὰ γιγνώσκειν D.3.1: c. acc. et inf., Lys.21.12, Pl.Phd. 58e; part., τὸ παριστάμενον that which comes into one's head, a thought, Luc. Cont. 13; ἐκ τοῦ π. λέγειν speak offhand, Plu.Dem.9, cf. Gal. 14.295.
V to be disposed, πρὸς τὰς πράξεις Phld.Mus.p.71 K.; εἰρηνικῶς παρεστώτων Id.Hom. p.45 O.
2 collect oneself, παραστῆναι πρὸς τὸν κίνδυνον D.S. 17.43; τῷ θυμῷ παραστάς ib.99; π. πρὸς τὴν ἀπολογίαν Plu. Alc. 19; παρεστηκότες ταῖς γνώμαις Arr.Fr. 161 J.
3 metaph., οἶνος παρίσταται the wine improves, becomes fit for drinking, opp. ἐξίσταται, Thphr. CP6.14.10, cf. Dsc.5.8.
b of a crop, to be ripe, ὅταν ὁ πρώϊμος σπόρος παραστῇ OGI56.68 (Egypt, iii B. C.); so prob. ἡ γῆ παρέστηκεν PLille 8.5 (iii B. C.).
VI παρεστηκέναι φρενῶν to be beside oneself, lose one's wits, Plb.18.53.6; π. ταῖς διανοίαις Id.14.5.7, etc.; ἐπὶ τοσοῦτον π. Id.22.8.13; cf. παρεξίστημι ΙΙ.
2 to be passionately devoted to, ἵπποισι παρεστεῶτες Hp.Ep.17.
VII abs., παρεστηκός, = παρόν, since it was in their power, since the opportunity offered, Th.4.133.
C Some tenses of Med., pres. and impf. sts., fut. and aor. I almost always (for exceptions, v. supr. B. 11.2, III, iv), are used in causal sense:
I set by one's side, bring forward, produce, π. ἱερεῖα X.An.6.1.22; especially in a court of justice, τοὺς παῖδας παραστησάμενοι Lys.20.35; παιδία παραστήσεται (of a culprit) D.21.99; ταῦτα παραστησάμενος ib.187; μάρτυρας παρίστανται Is.4.13, etc.; παραστήσασθαί τινα produce him as witness, Id.9.9, D.34.28, etc.; π. τινὰ εἰς κρίσιν Pl.R. 555b.
2 commend, τινί τινα J.AJ 15.7.3.
II bring to one's side, bring over by force, bring to terms, ἀέκοντας παραστήσασθαι Hdt. 8.80; π. βία S.OC916; π. πολιορκίᾳ Th.1.98; πολιορκοῦντας π. ὁμολογίᾳ ib.29: abs., π. τινά, π. πόλιν, Hdt.3.45, Th.1.124, etc.; τοὺς οἰκοῦντας τὴν Ἀττικὴν π. εἰς φορὰν δασμοῦ Pl.Lg. 706b.
2 generally, dispose for one's own views or purposes, τινὰ παραστήσασθαι οὕτως ὥστε… so to dispose a person that... Hdt.4.136; ἑαυτοὺς πρὸς τὴν μάχην Plb.3.109.9; dispose, induce a person, πρὸς τὸ κοινωνεῖν Id.29.3.5: c. acc. et inf., Chio Ep.3.

German (Pape)

[Seite 523] (s. ἵστημι), danebenstellen, auf die Seite, τοὺς ἱππέας διελὼν ἐφ' ἑκάτερα παρέστησε τοῖς κέρασι, Pol. 3, 72, 9; δελφῖνά μοι παράστησον, Luc. D. mar. 6, 2; a. Sp., wie N.T.; παραστήσαντά τινα τῶν οἰκετῶν φυλάττειν τὰ ξύλα, Dem. 49, 35; auch ὅπλα, 18, 175, geben; auch danebenstellen und vergleichen, Isocr. 12, 40; – vor Gericht stellen, N.T. – Dazu gehört bei Sp. das perf. παρέστακα, z. B. φόβον καὶ ἀπορίαν παρεστακώς, Pol. 3, 94, 7; öfter S. Emp. – Häufiger im med. u. den intrans. tempp. des act., sich danebenstellen, danebenstehen, anwesend sein, τινί, Il. 7, 467 u. sonst; Hom. oft ἄγχι παραστάς, gewöhnlich den Vers schließend; bes. von den Dienern, dem Gefolge, das einem Vornehmern ehrend zur Seite steht, ἀμφίπολος δ' ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη, Od. 1, 335. 8, 218. 18, 183 u. sonst; παρίσταται, Aesch. Spt. 469; παρεστώς, Eum. 65 u. öfter, wie Soph. u. in Prosa überall. – Auch zum Schutz zur Seite stehen, beistehen, mit ἀμύνειν verbunden, Il. 15, 225. 21, 231; Soph. Ai. 92. 117; so Xen. Cyr. 5, 3, 19 u. Folgde. – Von. Ereignissen und Schicksalen, nahe sein, bevorstehen, ἀλλά τοι ἤδη ἄγχι παρέστηκεν θάνατος, schon steht dir der Tod nahe bevor, Il. 16, 853, vgl. Od. 24, 28; κακὴ Διὸς αἶσα παρέστη ἡμῖν, 9, 52. 16, 280. – Τὰ παρεστῶτα, die gegenwärtigen Dinge, Umstände, Aesch. Prom. 236 Ag. 1023 Soph. Phil. 724 u. öfter; παρέστηχ' ὡς ἔοικ' ἀγὼν μέγας, Eur. Hec. 229; τὰς παρεστώσας τύχας, Or. 1024; Ar. Equ. 399; ὁ νῦν παρεστηκὼς ἡμῖν λόγος, Plat. Legg. XII, 962 d, wie τῇ νυνὶ παρεστώσῃ ξυμφορᾷ, Crito 43 b. – Im aor. liegt auch die Bewegung, hinzutreten, τινί, zu Einem, sowohl um ihm beizustehen, als im feindlichen Sinne, um ihn anzugreifen, Il. 20, 472. 22, 371. 375 u. sonst; auch Einen antreten, um zu betteln, Od. 17, 450, δεῦρο, herzukommen, Il. 3, 405; vgl. noch Soph. Ai. 48 Trach. 745; auch auf Jemandes Seite treten, zu seiner Meinung übergehen, παραστῆναι εἰς γνώμην τινός, Her. 6, 99. Dah. absolut, sich unterwerfen, sich ergeben, Her. 3, 13. 6, 65. 140; παραστῆναι τῷ πολέμῳ, dem Kriege unterliegen, Dem. – Von geistigen Eindrücken, Vorstellungen, Ansichten, machen, daß sie vor dem Geiste stehen, darlegen, zeigen, beweisen, ὡς ἀμφότερα τεκμηρίοις παραστήσω, Lys. 12, 51; τὸ δεινὸν παραστῆσαι τοῖς ἀκούουσι, Dem. 21, 72; Sp., wie Ath. III, 110 f IV, 133 b u. öfter; Plut. mit folgdm accus. c. inf., Thes. 35; vgl. noch Plat. Rep. X, 600 b; δόξαν παρέστησε πᾶσι τὴν ἀληθῆ, Ep. VII, 335 d; u. ähnlich in den intrans. tempp., γνώμη τινὶ παρειστήκει, Andoc. 1, 54, wie δόξα, Lys. 2, 22; u. pass., δόξα μοι παρεστάθη ναοὺς ἱκέσθαι δαιμόνων, Soph. O. R. 911; vgl. Plat. Phaed. 66 b. – Auch erregen, veranlassen, von Leidenschaften, machen, daß sie bei Einem vorhanden sind, ἡ πληγὴ παρέστησε τὴν ὀργήν, Dem. 21, 72; ψήφισμα δέος καὶ φόβον παριστάν, 23, 103; ἐλπίδας u. ä. öfter, wie Pol. θάρσος, 3, 111, 7 u. sonst; παρίστατο πᾶσιν ὀργὴ καὶ δέος, Plut. Timol. 9; vgl. Xen. Mem. 3, 7, 5. – Imperson. παρίσταταί μοι, es kommt mir bei, fällt mir ein, Plat. Phaed. 58 e; εἰ δ' ἄρα σοι τοῦτο παρέστηκεν ὡς οὐχ οἷόν τε, Phaedr. 233 c; u. oft bei dem inf., wie Dem. 3, 1; so wohl Thuc. 4, 133, παρεστηκός, da es ihnen einfiel, Schol. aber ἐξεγένετο αὐτοῖς. – Ἐκ τοῦ παρισταμένου λέγειν, sagen, was Einem gerade einfällt, Plut. Dem. 9; auch τὸ παριστάμενον ἐλευθέρως λέγειν, Luc. Contempl. 13. – Aber ψυχῇ, θυμῷ παραστῆναι, z. B. πρὸς τὸν κίνδυνον, ist = gefaßt sein, Festigkeit oder Muth gewonnen haben, D. Sic. 17, 43. 99; vgl. damit Pol. 11, 12, 2, εἰς τοιαύτην ὁρμὴν καὶ προθυμίαν παρέστη τὸ πλῆθος, u. 10, 11, 8, dagegen παρεστηκέναι τῶν φρενῶν ist = von Sinnen gekommen sein, 18, 36, 6, vgl. παρεστὼς τῇ διανοίᾳ, 14, 5, 7 u. öfter. – Das med. auch in trans. Bedeutung, neben sich stellen, auf seine Seite bringen, sich unterwerfen. παρίστασαι βίᾳ, Soph. O. C. 920; unterjochen, erobern, Her. 3, 45. 155. 8, 80; mit folgendem ὥςτε, 4, 136; Thuc. 1, 124; Ὄλυνθον παραστήσεται, Dem. 1, 18; zwingen wozu, τοὺς οἰκοῦντας παρεστήσατο εἰς χαλεπήν τινα φορὰν δασ μοῦ, Plat. Legg. IV, 706 a; auch in Güte für sich gewinnen, τοὺς νικῶντας παραστήσεσθαι ἤλπισαν, Andoc. 3, 27; Plut. Lys. 14; nach Strab. X, 484 heißen bei den Kretern παρασταθέντες οἱ ἁρπασθέντες παῖδες; – neben sich hinstellen, Xen. An. 6, 4, 22; dah. neben sich auftreten lassen, vgl. παρέρχομαι, παιδία παραστήσεται καὶ τούτοις αὑτὸν ἐξαιτήσεται, Dem. 21, 99; vgl. παραστήσασθαί τινα μάρτυρα πρὸς τοὺς πολλούς, Luc. Nigr. 6; u. so oft bei den Rednern. Auch ἵνα παραστησώμεθ' αὐτὸν εἰς κρίσιν, Plat. Rep. VIII, 555 b; und wie das act. von geistigen Eindrücken, ταύτην αὐτῷ παρεστήσαντο τὴν ἔννοιαν, Pol. 24, 8, 4; auch = bewegen wozu, βουλόμενος παραστήσασθαι τοὺς ἀκούοντας εἰς τὸ μᾶλλον αὐτῷ συναγανακτεῖν, 2, 59, 5, wie παρεστήσατο τὸν νεανίσκον πρὸς τὸ κοινωνεῖν τῴ Πέρσῃ, 29, 2, 5.

French (Bailly abrégé)

f. παραστήσω, ao. παρέστησα, ao.2 παρέστηκα, au plur. avec sync. pf. παρέσταμεν, παρέστατε;
I. tr. (à tous les temps de l'Act., excepté l'ao.2);
1 établir auprès;
2 mettre à la disposition de : ἀνθρώπους Ἀρτεμίδι LUC offrir des victimes humaines à Artémis, propr. les placer près de l'autel d'Artémis ; particul. placer auprès comme appui, comme soutien ; soutenir, étayer : τι τεκμηρίοις LYS appuyer qch de preuves;
3 mettre en regard, comparer;
4 amener devant, mettre sous les yeux, faire voir, montrer : τί τινι qch à qqn;
5 amener ; fig. mettre dans l'esprit ; inspirer, acc. ou inf.;
6 faire déposer un liquide, d'où le rendre agréable;
II. intr. (à l'ao.2 παρέστην, au pf. παρέστηκα et au pqp. παρειστήκειν) les sens se confondent avec ceux du Moy. intr. : v. ci-dessous;
Moy. παρίσταμαι;
A. tr. (aux temps suiv. : prés. παρίσταμαι, f. παραστήσομαι, ao. παρεστησάμην);
1 présenter en son nom, offrir pour son compte : ἱερεῖα XÉN des sacrifices ; παρίστασθαι μάρτυρας IS ou simpl. παρίστασθαι IS produire des témoins en sa faveur;
2 mettre de son côté ; soumettre, subjuguer, acc.;
3 mettre dans l'esprit de qqn ; mettre dans telle ou telle disposition, disposer : τινα ὥστε, qqn à;
B. intr. (à l'ao.2, au pf. et au pqp. Act. ; au prés. et à l'impf. Moy.);
I. se placer à côté, d'où
1 s'avancer auprès, s'approcher de, τινι;
2 se tenir à côté pour aider et protéger ; assister, aider, τινι ; avec idée d'hostilité marcher contre, marcher pour attaquer;
3 à l'ao.2 Act. passer du côté de : παραστῆναι εἰς γνώμην τινός HDT se soumettre à l'avis de qqn ; en gén. se soumettre, se livrer ; avec un nom de chose pour suj. approcher, avancer ; en parl. d'événements être proche, imminent ; p. suite, à l'ao. et au pf. être présent ; fig. παρ. τί τινι qch vient à l'esprit de qqn, il vient à l'esprit de qqn de, avec l'inf. ; τὸ παριστάμενον LUC ou τὸ παραστάν LUC ce qui vient à l'esprit de qqn, idée (subite), pensée : ἐκ τοῦ παρισταμένου λέγειν PLUT parler d'improvisation;
II. tenir bon, être de sang-froid.
Étymologie: παρά, ἵστημι.

Russian (Dvoretsky)

παρίστημι: (fut. παραστήσω, aor. 1 παρέστησα, aor. 2 παρέστην, pf. παρέστηκα - Polyb. παρέστακα)
1 устанавливать возле, ставить рядом, расставлять (τινα φυλάττειν τι Dem.; ἱππέας τοῖς κέρασι Polyb.): παραστησάμενος ἱερεῖα Xen. поставив (возле алтаря) своих жертвенных животных;
2 (только aor. 2, pf. и ppf.) становиться рядом, подходить (ἄγχι π. Hom.): εἶπε παραστάς Hom. подойдя, он сказал; παραστῆναι εἰς τὴν γνώμην τινός Her. примкнуть к чьему-л. мнению; εἷς τις τῶν παρεστηκότων NT один из стоявших рядом;
3 становиться на защиту, быть в помощь, помогать (Her., Trag., Dem.; Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν Hom.);
4 (тж. π. ἑαυτόν NT) приходить, приближаться, являться (νῆες παρέστασαν Hom.; παραστῆναι Καίσαρι NT): τοὔνεκα δὴ νῦν δεῦρο παρέστης; Hom. так ты для этого сюда явилась?; παρίσταταί τινι αἴσιμον ἦμαρ Hom. пришел (настал или близок) роковой для кого-л. день; ὁ νῦν παρεστηκὼς ἡμῖν λόγος Plat. вот это наше рассуждение; τοῦ παρεστῶτος θέρους Soph. этим летом; τὰ παρεστῶτα Aesch. нынешние обстоятельства; πρὸς τὸ παρεστός Arph. в настоящее время, теперь;
5 представлять, выставлять (κτήνη NT): π. ἀνθρώπους Ἀρτέμιδι Luc. приносить Артемиде человеческие жертвы; παραστήσασθαι (μάρτυρας) Isocr., Dem. выставить от себя свидетелей; ταῦτα ἐγὼ πολλοῖς τεκμηρίοις παραστήσω Lys. в пользу этого я представлю много доказательств; παραστήσασθαί τινα εἰς κρίσιν Plat. поставить кого-л. перед судом;
6 передавать, отдавать (τινί τινα NT);
7 med. заставлять, принуждать (τινα ἀέκοντα Her.; τινα βίᾳ Soph.); ταραστήσασθαί τινα εἰς χαλεπὴν φορὰν δασμοῦ Plat. заставить кого-л. платить тяжелую дань;
8 тж. med.-pass. подчиняться, покоряться, сдаваться (οἱ πολέμιοι παραστήσονται Her.): παραστῆναι τῷ πολέμῳ Dem. проиграть войну;
9 med. принуждать к сдаче, одолевать, покорять (τινα Her.; πόλιν Thuc.);
10 med. склонять, побуждать, убеждать (τινα Dem., Thuc.);
11 приключаться, случаться (τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι θῶμα μέγιστον παραστῆναι Her.);
12 внушать (ἐλπίδας Dem.; θάρσος Polyb.);
13 med. (о мысли) возникать, приходить в голову (τινι Plat.): δόξα μοι παρεστάθη Soph. у меня явилась мысль; παρίσταταί μοι Plat. мне представляется (кажется); ἐκ τοῦ παρισταμένου λέγειν Plut. говорить экспромтом; τὸ παριστάμενον ἐλευθέρως λέγειν Luc. свободно высказывать все, что ни придет в голову; τὸ μάλιστα παραστὰν εἶναί μοι δίκαιον Luc. то, что кажется мне теперь наиболее правильным;
14 med. собираться (с духом), готовиться (πρὸς τὸν κίνδυνον Diod.; εἰς τοιαύτην ὁρμήν Polyb.; πρὸς τὴν ἀπολογίαν Plut.);
15 med. сбиваться: παρεστηκέναι τῶν φρενῶν Polyb. сойти с ума; παρεστὼς τῇ διανοίᾳ Polyb. сумасшедший;
16 сопоставлять, сравнивать (τινί τι Isocr.);
17 делать пригодным, улучшать (τὸν οἶνον Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

παρίστημι: Α. μεταβατικὸν ἐνεργείας ἐν τῷ ἐνεστ., παρατ., μέλλ. καὶ ἀορ. α΄: μεταγεν. δέ τις πρκμ. παρέστακα εὕρηται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, Πολύβ. 3. 94, 7, πρβλ. Veich Gr. Verbs ἐν λ. ἵστημι. Ι. κάμνω τι νὰ σταθῇ, στήνω ἢ τοποθετῶ πλῃσίον, τοὺς ἱππέας διελθὼν ἐφ᾿ ἑκάτερον παρέστησε τὸ κέρας Πολύβ. 3. 72, 9, πρβλ. 113. 8· παραστήσας τὰ ὅπλα, παρουσιάσας, στήσας ἐνώπιον τὰ ὅπλα, Δημ. 286. 20· παραστήσαντά τινα τῶν οἰκετῶν φυλάττειν, τοποθετήσαντά τινα τῶν οἰκετῶν πλησίον ὅπως φυλάττῃ, διάφ. γραφ. παρὰ τῷ αὐτῷ 1194. 19. ΙΙ. παρουσιάζω ἐνώπιον τοῦ νοῦ, παρουσιάζω, παρέχω, ὑπόθεσιν ... οὐχὶ τὴν οὖσαν παριστάντες ὁ αὐτ. 28. 9· τοῦτο παραστῆσαι τοὺς θεοὺς ὑμῖν, τοῦτο νὰ βάλωσιν εἰς τὴν καρδίαν σας, τοῦτο νὰ ἐμπνεύσωσιν ὑμῖν, ὁ αὐτ. 226. 3· τὸ δεινὸν π. τοῖς ἀκούουσιν ὁ αὐτ. 538. 3· π. ἐλπίδας, δέος, αἰσχύνην ὁ αὐτ. 448. 9., 519. 20, κλ.· οὐ γὰρ ἡ πληγὴ παρέστησε τὴν ὀργὴν ἀλλ᾿ ἡ ἀτιμία ὁ αὐτ. 537· 24· π. ὁ κίνδυνος διαλογισμόν, μὴ .. Αἰσχίν. 49. 32· οὕτω, π. τινὶ γνῶναι, παρέχω εἴς τινα εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσῃ, ὁ αὐτ. 228. 4· π. τινὶ θαρρεῖν, παρέχω, ἐμποιῶ θάρρος, πεποίθησιν, ὁ αὐτ. 24. 39· π. τινὶ ποιεῖν, ἐμβάλλω εἰς τὸν νοῦν τινος νά…, Παυσ. 9. 14, 6· ὡσαύτως, π. τινὶ ὅτι ἢ ὡς ... Ξεν. Οἰκ. 13. 1, Πλάτ. Πολ. 600D· - ἐπὶ ποιητοῦ, παριστάνω, περιγράφω, Ἀθήν. 110F, 113Β. 2) κάμνω δῆλον, φανερόν, ἀποδεικνύω, τι πολλοῖς τεκμηρίοις Λυσ. 125. 1, πρβλ. Πράξ. Ἀποστ. κδ΄, 13. ΙΙΙ. θέτω τὸ ἓν πλησίον τοῦ ἄλλου, ἐπομένως συγκρίνω, παραβάλλω, Ἰσοκρ. 240Ε. IV. π. οἶνον, ἴδε κατωτ. Β. V. 2. - Ἡ χρῆσις τῶν ἐνεργ. τούτων χρόνων ἀπαντᾷ παρὰ Πλάτ., ἀλλὰ γίνονται κοινοὶ πρῶτον παρὰ τοῖς Ρήτορσι. Β. Παθ., μετ᾿ ἀορ. β΄, πρκμ. καὶ ὑπερσ. ἐνεργ., ἀμεταβ. Ι. ἵσταμαι, πλησίον ἢ παραπλεύρως, θεῶν δὲ οἱ ἄγχι παρέστη Ἰλ. Ο. 442, πρβλ. 483, κτλ.· ἐπὶ θεραπόντων, ἀμφίπολος δ᾿ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη Ὀδ. Α. 335, πρβλ. Θ. 218., Σ. 183· ἐπὶ ἐπαίτου, Ρ. 450· ἐπὶ μαχητῶν, Ἰλ. Χ 371, κλ.· - συχν. ἐν τῇ μετοχ. παραστάς, μετὰ ἐπιρρήμ., ὡς τὸ παρασταδόν, εἶπε παραστὰς Μ. 60· οὖτα π. Υ. 472· οὕτω, παρασταθείς, ὅπερ εἶναι ἐν χρήσει σχεδὸν ὡς τὸ παρὼν (ὅρα πάρειμι ἐν τέλ.) Εὐρ. Ὀρ. 365. 2) ἵσταμαι πλησίον, δηλ. βοηθῶ ἢ ὑπερασπίζω, τινι Ἰλ. Κ. 279, κλ.· Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν Φ. 231, πρβλ. Ο. 255· Ὀδυσῆι π. ἠδ᾿ ἐπαρήγει Ψ. 783· οὕτω Ἠσ. Θ. 439, Ἡρόδ. 1. 87, Τραγ., κτλ.· π. - τινὶ χερσὶ Σοφ. Αἴ. 1384· βοηθοὶ π. Ξενοφ. Κύρ. 5. 3, 19· οὐ παρέστη οὐδ᾿ ἐβοήθησε Δημ. 1120. 26. ΙΙ. κατ᾿ ἐξοχὴν ἐν τοῖς παρῳχημ. χρόνοις, ἔχω ἐλθεῖ, Λατ. adsum, δεῦρο παρέστης Ἰλ. Γ. 405 νῆες δ᾿ ἐκ Λήμνοιο παρέστασαν, παρεγένοντο, Η, 467, κτλ. 2) ἐπὶ πολλῶν καὶ ποικίλων περιστάσεων, πάρειμι, προσεγγίζω, ἀλλά τοι ἤδη ἄγχι παρέστηκεν θάνατος Π. 853· κακὴ Διὸς αἶσα παρέστη ἡμῖν Ὀδ. Ι. 52, πρβλ. Π. 280· οὕτως ἐν τῷ μέσ. μέλλ., σοὶ ... παραστήσεσθαι ἔμελλεν μοῖρ᾿ ὀλοὴ Ω. 28· ἐάν του καιρὸς ἢ χρεία παραστῇ Δημ. 547. 16, πρβλ. 537. 7· - συχν. ἐν τῷ πρκμ., παρέστηχ᾿ ὡς ἔοικ᾿ ἀγὼν μέγας Εὐρ. Ἐκ. 229, πρβλ. Μήδ. 331· καὶ ἐν τῇ μετοχ., Λατ. praesens, τὸ χρῶμα τὸ παρεστηκὸς Ἀριστοφάν. Ἱππ. 399· ὁ νῦν π. ἡμῖν χρόνος Πλάτ. Νόμ. 962D· οὕτως ἐν τῷ Ἀττ. τύπῳ, παρεστώς, -ῶσα, -ὼς (οὐχὶ -ός), τῆς παρεστώσης νόσου Σοφ. Φιλ. 734· τοῦ π. θέρους αὐτόθι 1340· τὰς παρεστώσας τύχας Εὐρ. Ὀρ. 1024· τὰ παρεστῶτα, αἱ παροῦσαι περιστάσεις, τὰ παρόντα πράγματα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1053, Πρ 216· πρὸς τὸ παρεστὸς Ἀριστοφ. Ἰππ. 564· τὸ παριστάμενον Ξεν. Ἱππαρχικ. Μαγ 9, 1. ΙΙΙ. ἔρχομαι πρὸς τὸ μέρος τινός, μεταβαίνω εἰς τὴν μερίδα του, συμμερίζομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, παραστῆναι εἰς γνώμην τινὸς Ἡρόδ. 6. 99· ἀπολ., ἔρχομαι εἰς συμφωνίαν, ὑποτάσσομαι, παραδίδομαι, ὁ αὐτ. 3. 13., 5. 65., 6. 140· οἱ πολέμιοι παραστήσονται 3. 155· ὡσαύτως, παραστῆναι τῷ πολέμῳ, ὑποχωρῆσαι, Δημ. 597 ἐν τέλ., πρβλ. Ἐτυμολ. Μέγ. 653· 2· ἴδε κατωτ. C. II. IV. συμβαίνω εἴς τινα, τῷ δὴ λέγουσι. θωῦμα μέγιστον παραστῆναι Ἡρόδ. 1. 23˙ ἰδίως, ἔρχομαι εἰς τὸν νοῦν τινος, ἐπέρχομαι εἴς τινα, δόξα μοι παρεστάθη ναοὺς ἱκέσθαι Σοφ. Ο. Τ. 911˙ δόξα π. τινι ὥστε... Πλάτ. Φαίδων 66Β, πρβλ. Φαίδρ. 233C π. θαῦμα, γνώμη Ἀνδοκ. 19, ἐν τέλ., 22. 40˙ ἔκπληξις παρέστη Θουκ. 8. 96˙ ― οὕτω κ. ἀπροσ., παρίσταταί μοι, μοὶ ἐπέρχεται, τῷ οὐ παραστήσεται ... βούλεσθαι τεθνάναι, εἰς ὃν δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποθάνῃ, Ἡρόδ. 7. 46˙ ἑπομένου τοῦ ὡς ..., Θουκ. 4 61, 95, κτλ.˙ ὡσαύτως μετ’ ἀπαρ, Λυσ. 109. 9˙ οὐ παρίσταταί μοι ταὐτὰ γιγνώσκειν Δημ. 28. 1˙ ἢ μετ’ αἰτιατ. καὶ ἀπαρ., Λυσ. 162. 34, Πλάτ. Φαίδων 58Ε˙ ― οὕτω μετοχ., τὸ παριστάμενον, τὸ παραστάν, τὸ ἐπερχόμενον εἰς τὸν νοῦν τινος, σκέψις, ἴδε Hemst. εἰς Λουκ. Χάρ. ἢ Ἐπισκ. 13˙ ἐκ τοῦ π. λέγειν, ἐκ τοῦ προχείρου ὁμιλῶ, Πλουτ. Δημόσθ. 9. V. συνέρχομαι, συγκεντρῶ τὰς δυνάμεις μου, τῇ ψυχῇ παραστῆναι πρὸς τὸν κίνδυνον Διόδ. 17. 43, πρβλ. 99˙ π. πρὸς τὴν ἀπολογίαν Πλουτ. Ἀλκιβ. 19˙ πρβλ. παράστασις ΙΙ. 2. 2) μεταφορ., οἶνος παρίσταται, γίνεται καλός, γίνεται κατάλληλος πρὸς πόσιν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τό: ἐξίσταται, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 6. 14, 10, πρβλ. Διοσκ. 5. 16˙ (οὕτω ἐν τῷ ἐνεργ., ἡ πίσσα τὸν ... οἶνον παρίστησι ταχέως Πλούτ. 2. 676C). VI. ἀπολ., παρεστηκός. = παρόν, βουλόμενοι μὲν καὶ ἀεὶ παρεστηκὸς δὲ ῥᾷον Θουκ. 4. 133. Γ. Χρόνοι τινὲς τοῦ μέσου, ὁ ἐνεστ. καὶ παρατ. ἐνίοτε, ὁ μέλλ. καὶ ἀόρ. α’ σχεδὸν ἀείποτε (περὶ ἐξαιρέσεων ἴδε ἀνωτ. Β. ΙΙ. 2, ΙΙΙ. IV) εἶναι ἐν χρήσει ἐπὶ μεταβατ. σημασίας. Ι. παρουσιάζω, τὸ φρονεῖν ἀλλοῖα παρίστατο Ἐμπεδ. 377, πρβλ. Παρμ. 147˙ παραστησάμενος δύο ἱερεῖα ἐθύετο τῷ Διὶ Ξεν. Ἀν. 6. 1, 22˙ ἰδίᾳ ἐν δικαστηρίῳ, τοὺς παῖδας παραστησάμενοι Λυσ. 161. 15˙ παιδία παραστήσεται (ἐπὶ τοῦ ἐνόχου), Δημ. 546. 20˙ ταῦτα παραστησάμενος ὁ αὐτ. 575. 11˙ μάρτυρας παρίστανται Ἰσαῖ 47. 39˙ κτλ.˙ παραστήσασθαί τινα, παρουσιάσει τινὰ ὡς μάρτυρα, ὁ αὐτ. 75. 27, Δημ. 915. 12, κτλ.˙ π. τινα εἰς κρίσιν Πλάτ. Πολ. 555Β. ΙΙ. φέρω τινὰ πρὸς τὸ μέρος μου, ὅθεν, 1) φέρω πρὸς τὸ μέρος μου διὰ τῆς βίας, ἀναγκάζω εἰς συμβιβασμὸν ἢ συνεννόησιν, ἀέκοντας παραστήσασθαι Ἡρόδ. 8. 80˙ παρίστασθαί τινα βίᾳ Σοφ. Ο. Κ. 916˙ παραστήσασθαι πολιορκίᾳ Θουκ. 1. 98˙ πολιορκοῦντας π. ὁμολογίᾳ αὐτόθι 29˙ καὶ ἀπολ., π. τινα, π. πόλιν Ἡρόδ. 3. 45., 8. 10, Θουκ. 1. 124, κτλ.˙ ὡσαύτως, π. τινας εἰς φορὰν δασμοῦ Πλάτ. Νόμ. 706Α. 2) ἑλκύω τινὰ πρὸς τὸ μέρος μου δεικνύων ἀγαθότητα, προσελκύω δι’ εὐφυοῦς τρόπου, παραστήσασθαι ἔθνη, πόλιν Θουκ. 4. 79, Δημ. 14. 11˙ ― ἴδε Β. ΙΙΙ. 3) καθόλου, διαθέτω τινὰ ὑπὲρ τῶν ἰδίων μου πεποιθήσεων ἢ σκοπῶν, οὕτω παραστήσασθαί τινα ὥστε ..., οὕτω νὰ διαθέσῃ τίς τινα ὥστε ..., Ἡρόδ. 4. 136, Πολύβ. 3. 109, 9˙ ― διαθέτω ἢ πείθω τινά, πρός τι Πολύβ. 29. 2, 5˙ μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Χίωνος Ἐπιστ. 3. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 28.

English (Autenrieth)

aor. 2 παρέστην, subj. du. παρστήετον, opt. παρσταίη, part. παρστάς, perf. παρέστηκε, inf. παρεστάμεναι, plup. 3 pl. παρέστασαν, mid. pres. παρίσταμαι, imp. παρίστασο, ipf. παρίστατο, fut. inf. παραστήσεσθαι: only intrans. forms in Homer (aor. 2 and mid.), come and stand by or near (esp. the part. παραστάς), come up to, draw near, (perf.) stand by or near; the approach may be with either friendly or hostile intent, and the subj. may be a thing (lit. or fig.), νῆες, θάνατος, μοῖρα, Il. 7.467, Π, Od. 24.28.

English (Strong)

or prolonged paristano from παρά and ἵστημι; to stand beside, i.e. (transitively) to exhibit, proffer, (specially), recommend, (figuratively) substantiate; or (intransitively) to be at hand (or ready), aid: assist, bring before, command, commend, give presently, present, prove, provide, show, stand (before, by, here, up, with), yield.

Greek Monotonic

παρίστημι: μτβ. σε ενεστ., παρατ., μέλ. και αόρ. αʹ·
Α. I. 1. κάνω κάτι να σταθεί ή το τοποθετώ δίπλα, βάζω δίπλα, παραθέτω, σε Πολύβ.· παραστήσας τὰ ὅπλα, παρέταξε, έστησε τα όπλα μπροστά, σε Δημ.
II. 1. τοποθετώ στο μυαλό μου, παρουσιάζω, παρέχω, φέρνω κάτι στο μυαλό μου, με απαρ., στον ίδ.· παρίστημί τινι θαρρεῖν, δίνω αυτοπεποίθηση σε κάποιον, σε Αισχίν.
2. φανερώνω, αποδεικνύω, παρουσιάζω, σε Λυσ., Κ.Δ.
III. τοποθετώ πλάι-πλάι, συγκρίνω, παραλληλίζω, σε Ισοκρ. Β. Παθ., με Ενεργ. αόρ. βʹ, παρακ. και υπερσ. αμτβ.
I. 1. στέκομαι δίπλα, πλησίον ή κοντά, σε Όμηρ.· ομοίως μτχ. Παθ. αορ. αʹ παρασταθείς, σε Ευρ.
2. στέκομαι στο πλάι, δηλ. βοηθώ ή υπερασπίζομαι, τινι, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Τραγ.
II. 1. σε παρελθοντικούς χρόνους, έχω έρθει, είμαι διαθέσιμος, είμαι εδώ, σε Ομήρ. Ιλ.
2. λέγεται για γεγονότα, είμαι κοντινός, πρόχειρος, σε Όμηρ.· μτχ. παρακ., Λατ. praesens, τὸ χρῶμα τὸ παρεστηκός, σε Αριστοφ.· επίσης Αττ. παρεστώς, -ῶσα, -ός, σε Τραγ.· τὰ παρεστῶτα, οι παρούσες καταστάσεις ή συνθήκες, σε Αισχύλ.· πρὸςτὸ παρεστός, σε Αριστοφ.
III. παίρνω το μέρος του άλλου, συμμερίζομμαι τη γνώμη του, σε Ηρόδ.· απόλ., έρχομαι σε συμφωνία, παραδίδομαι, υποτάσσομαι, στον ίδ., Δημ.
IV.συμβαίνω σε κάποιον, σε Ηρόδ.· έρχομαι στο μυαλό, στο νου, συλλαμβάνομαι, συμβαίνω, εμφανίζομαι, δόξα μοι παρεστάθη, σε Σοφ.· απρόσ., παρίσταταί μοι, μου περνά απ' το μυαλό, σε Ηρόδ., Θουκ.
V. απόλ., παρεστηκός = παρόν, τότε που ήταν στο χέρι τους, τότε που παρουσιάστηκε η ευκαιρία, σε Θουκ. Γ. Μερικοί χρόνοι της Μέσ., ιδίως μέλ. και αόρ. αʹ χρησιμ. με μτβ. σημασία·
I. φέρνω μπροστά, παρουσιάζω, σε Ξεν.· ιδίως σε αίθουσα δικαστηρίου, σε Δημ.
II. φέρνω προς το μέρος κάποιου, και ομοίως,
1. φέρνω προς το μέρος μου δια της βίας, εξαναγκάζω σε συμβιβασμό, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.
2. κερδίζω με ευγένεια, προσελκύω με εξυπνάδα, σε Θουκ., Δημ.
3. γενικά, διαθέτω κάποιον για τις δικές μου πεποιθήσεις ή σκοπούς, σε Ηρόδ.

Middle Liddell

A. Causal in pres., imperf., fut. and aor1 to make to stand or to place beside, Polyb.; παραστήσας τὰ ὅπλα having brought his arms into view, Dem.
II. to set before the mind, present, offer, bring home to the mind, c. inf., Dem.; π. τινὶ θαρρεῖν to give one confidence, Aeschin.
2. to make good, prove, show, Lys., NTest.
III. to set side by side, compare, Isocr.
B. Pass., with aor2, perf. and plup. act., intr., to stand by, beside or near, Hom.; so aor1 pass. part. παρασταθείς, Eur.
2. to stand by, i. e. to help or defend, τινι Il., Hdt., Trag.
II. in past tenses, to have come, be at hand, be present, Il.
2. of events, to be near, be at hand, Hom.; perf. part., Lat. praesens, τὸ χρῶμα τὸ παρεστηκός Ar.; Attic also παρεστώς, ῶσα, ός, Trag.; τὰ παρεστῶτα present circumstances, Aesch.; πρὸς τὸ παρεστός Ar.
III. to come to the side of another, come over to his opinion, Hdt.: absol. to come to terms, surrender, submit, Hdt., Dem.
IV. to happen to one, Hdt.: to come into one's head, occur to one, δόξα μοι παρεστάθη Soph.:—impers., παρίσταταί μοι it occurs to me, Hdt., Thuc.
V. absol., παρεστηκός, = παρόν, since it was in their power, since the opportunity offered, Thuc.
C. Some tenses of Mid., esp. fut. and aor1, are used in causal sense:
I. to bring forward, produce, Xen.; especially in a court of justice, Dem.
II. to bring to one's side, and so,
1. to bring over by force, bring to terms, Hdt., Soph., etc.
2. to gain by kindness, win over, Thuc., Dem.
3. generally, to dispose for one's own views or purposes, Hdt.

Chinese

原文音譯:per⋯sthmi 胚而-衣士帖米
詞類次數:動詞(41)
原文字根:在旁-站 向上 相當於: (יָצַב‎ / צָבַע‎) (הֻצַּב‎ / נָצַב‎ / נִצָּב‎) (עָמַד‎)
字義溯源:站在旁邊,旁邊站著,放在旁邊,站在面前,引到面前,站,獻,獻給,獻上,差遣,交出來,交由別人處理,使復蘇,顯示,顯給⋯看,預備,證實,看中,幫助,求助;由(παρά)*=旁,出於)與(ἵστημι)*=站)組成。參讀 (διαπορεύομαι) (ἐγγίζω) (παρατίθημι)同義字
出現次數:總共(42);太(1);可(6);路(3);約(2);徒(13);羅(8);林前(1);林後(2);弗(1);西(2);提後(3)
譯字彙編
1) 旁邊站著的人(5) 可14:47; 可14:69; 可14:70; 可15:35; 徒23:2;
2) 站在⋯旁邊(4) 徒1:10; 徒9:39; 徒27:23; 提後4:17;
3) 獻給(4) 羅6:13; 羅6:13; 羅6:19; 林後11:2;
4) 獻上(3) 羅12:1; 林後4:14; 提後2:15;
5) 獻(2) 路2:22; 西1:22;
6) 站(2) 路1:19; 徒4:10;
7) 站在⋯面前(1) 徒27:24;
8) 引到⋯面前(1) 徒23:33;
9) 站著(1) 可15:39;
10) 顯給⋯看(1) 徒1:3;
11) 你們曾⋯獻給(1) 羅6:19;
12) 我們⋯前(1) 羅14:10;
13) 站在⋯前(1) 提後4:22;
14) 我們可以⋯獻上(1) 西1:28;
15) 他⋯獻給(1) 弗5:27;
16) 你們⋯幫助(1) 羅16:2;
17) 差遣⋯來麼(1) 太26:53;
18) 看中(1) 林前8:8;
19) 站在旁邊的(1) 徒23:4;
20) 交出來(1) 徒9:41;
21) 起來站著(1) 徒4:26;
22) 站在旁邊(1) 約19:26;
23) 預備(1) 徒23:24;
24) 證實(1) 徒24:13;
25) 旁邊站著的(1) 路19:24;
26) 你們獻上(1) 羅6:16;
27) 到了(1) 可4:29;
28) 旁邊站著(1) 約18:22

Lexicon Thucydideum

adstare, consistere, to stand by, halt, 7.84.4,
accidere, to happen, 3.45.6, 8.96.1,
animo obversari, to be present to the mind, 4.61.2, 4.95.2, 6.34.9. 6.68.3, 6.78.1.
Imperson. impersonally occasio est, there is opportunity, 4.133.1,
Transitive, transitively ad deditionem compellere, to force to surrender, 1.29.5, 1.98.4. 1.124.3. 3.35.1. 4.79.2.