Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρότερος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: πρότερος Medium diacritics: πρότερος Low diacritics: πρότερος Capitals: ΠΡΟΤΕΡΟΣ
Transliteration A: próteros Transliteration B: proteros Transliteration C: proteros Beta Code: pro/teros

English (LSJ)

and πρῶτος, Comp. and Sup. formed from πρό, opp. ὕστερος, ὕστατος.    A Comp. πρότερος, α, ον,    I of Place, before, in front, π. πόδες the fore-feet, Od.19.228; π. ἵπποι horses in front, B.5.43:— but mostly,    II of Time, former, earlier, ἄνδρες Il.21.405; ἄνθρωποι 5.637, 23.332; οἱ π. men of former times, 4.308 (rarely without Art., A.Ag.1338 (anap.), etc.); οὗτος δὲ προτέρης γενεῆς π. τ' ἀνθρώπων Il.23.790: also, older, opp. ὁπλότερος, 2.707, etc.; γενεῇ π. 15.182; but παῖδες π. children by the first or a former marriage, Od.15.22; παῖδες ἐκ τῆς π. γυναικός Hdt.7.2; τῇ προτέρῃ (sc. ἡμέρᾳ) on the day before, Od.16.50; ἠοῖ τῇ π. Il.13.794 (in Prose more freq. τῇ προτεραίᾳ, cf. προτεραῖος); τοῦ π. ἐνιαυτοῦ the year before, IG12.352.11; τοῖς π. Παναθηναίοις the preceding P., ib.57.8; τὰ π. what has preceded, Plot.3.2.8:—freq. used predicatively, sts. where we should expect the Adv. (which is never used by Hom.), ὅ με π. κάκ' ἔοργε Il. 3.351, cf. 16.569, Hes.Op.708, etc.; σπονδὰς οὐ λύσετε πρότεροι Th.1.123; οἱ π. ἐπιόντες ibid.; τοῖς π. μετὰ Κύρου ἀναβᾶσι X.An.1.4.12, cf. IG22.1.7; εἰ μὴ π. ἑωράκη αὐτὸν ἢ ἐκεῖνος ἐμέ Pl.R.336d, cf. 432c, etc.; ὅτι εἴη π. ὑπὸ ἐκείνων ἠδικημένος PCair.Zēn. 288.9 (iii B.C.).    2 as regular Comp., c. gen., ἐμέο πρότερος Il.10.124; π. τούτων Hdt.1.168, cf. Pl.Phd.86b, Hp.Ma.282d; τὰς γυναῖκας μὴ ἀπιέναι προτέρας τῶν ἀνδρῶν IG12(5).593.19 (Iulis, v B.C.); τῇ π. ἡμέρᾳ τῆς τροπῆς the day before . ., Arist.Pol.1316a16; προτέρᾳ εἰδυῶν Ὀκτωμβρίων IG7.2225.14 (Thisbe, Senatus Consultum, ii B.C.); τῷ π. ἔτει Παναθηναίων τῶν μεγάλων ib.22.212.27; τῷ π. ἔτει τῆς ἥττης Plb.2.43.6: folld. by ἤ, τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ τὸν κρητῆρα [ἐληΐσαντο] Hdt.3.47.    III of Rank, Worth, and generally of Precedence, superior, τῷ γένει, τῇ δυνάμει, Is.1.17, D.3.15; π. τινὸς πρός τι superior to him in... Pl.La. 183b; π. τι ἄγειν, π. ποιήσασθαι τὰ σὰ πράγματα, Lib.Or.58.36,52.1.    IV after Hom., neut. πρότερον freq. as Adv., before, earlier, Pi.O.13.31, Hdt.4.45, IG12.374.265, etc.; ὀλίγον π. Pl.Prt.317e: c. gen., π. φήμης A.Th.866 (anap.); ὀλίγῳ τι π. τούτων Hdt.8.95; πολλοῖσι ἔτεσι π. τούτων ib.96; ἐνιαυτῷ π. τῆς ἁλώσεως D.9.60; also πρὸ τῶν Περσικῶν δέκα ἔτεσι π. Pl.Lg.642d, cf. Criti.112a; τούτου π. Paus.1.1.2: most freq. folld. by ἤ, π. ἢ κατὰ τὴν προσδοκίαν Pl.Sph. 264b; also μὴ π. ἀπαναστῆναι ἢ ἐξέλωσι Hdt.9.87, cf. 7.54, Antipho 2.1.2, Th.7.63, etc.: with inf., π. ἢ βασιλεῦσαι Hdt.7.2, cf. Th.1.69, etc.: folld. by πρίν, Hdt.1.82; by πρὶν ἄν, ib.140; by πρὶν ἤ with vb. in Indic., Id.6.45, 8.8, or Subj., 7.8.β (v.l. πρὶν ἂν ἢ), 9.93; also οὐ π. εἰ μὴ . . Plu.Lys.10, etc.; οὐ π. ἕως . ., or ἕως ἂν . ., Lys.12.71, Ath.14.640c; μὴ π., ἀλλ' ὅταν . . Plb.9.13.3: also used with the Art., τὸ π. Pl.R.522a, X.An.4.4.14, etc. (τὸ π., also, for the first time, Ep. Gal.4.13): c. gen., τὸ π. τῶν ἀνδρῶν τούτων Hdt.2.144: the Adv. is freq. put between Art. and Subst., ὁ π. βασιλεύς Id.1.84; τὰ π. ἀδικήματα Id.6.87; αἱ π. ἁμαρτίαι Ar.Eq.1355, etc.    B Sup. πρῶτος, η, ον, Dor. πρᾶτος (q.v.):    I as Adj.,    1 of Place, foremost, πρώτοισιν ἐνὶ προμάχοισι μιγέντα Od.18.379; ἐν πρώτοις, μετὰ πρώτοισι alone, Il.19.424, 11.64; πρώτῃ ἐν ὑσμίνῃ, ἐνὶ πρώτῳ ὁμάδῳ, 15.340, 17.380; τῆς πρώτης τάττειν (sc. τάξεως) Isoc. 12.180, cf. Lys.16.15, etc.; ἐν π. ῥυμῷ at the front or end of the pole, Il.6.40, 16.371; πρώτῃσι θύρῃσιν at the outermost doors, 22.66; π. ξύλον the front bench, Ar.Ach.25, Poll.4.121, etc.; οἱ π. πόδες, like πρόσθιοι, Id.1.193.    2 of Time, στάντα πρὸς π. ἕω looking towards first dawn, S.OC477; περὶ π. νύκτα Poll.1.70.    3 of Order, serving as ordinal to εἷς, ἄεθλα θῆκε . . τῷ πρώτῳ· ἀτὰρ αὖ τῷ δευτέρῳ... αὐτὰρ τῷ τριτάτῳ... κτλ., Il.23.265, cf. 6.179; opp. ὕστατος, 2.281, 5.703, etc.; opp. τελευταῖος, A.Ag.314; opp. τανύστατος, Od. 9.449; πρῶτοι πάντων ἀνθρώπων Hdt.2.2; τὰ π. τῶν ὀνομάτων Pl.Cra. 421d; τῇ π. τῶν ἡμερέων Hdt.7.168, etc.; π. ἄξων IG12.115.10; ἐπὶ τοῦ π. [ἱερείου] first-offered, X.An.4.3.9; ἐν τοῖς π. λόγοις in the earlier books, Arist.Ph.263a11, al.; ἐν πρώτοις among the first, Is.7.40; hence, above all, especially, Hdt.8.69, Pl.R.522c; in Att., ἐν τοῖς πρῶτοι (v. ὁ, ἡ, τό A. VIII. 6):—freq. used predicatively of being the first to do something, Νέστωρ πρῶτος κτύπον ἄϊε Il.10.532; πρῶτος ἀνατέλλει Eratosth.Cal.42; εἴθε π. σοι ἐνέτυχον Luc.Tyr.21.    b Philos., first in order of existence, primary, αἱ π. οὐσίαι Arist.Cat.2b26, cf. Metaph.1032b2; π. ὕλη, π. φιλοσοφία, ib.1015a7, 1061b19; primitive, simple, οἰκία π., ἡ π. πόλις, Id.Pol.1252b10, 1291a17; ἡ π. κοινωνία ib.1257a19; ἡ π. ὀλιγαρχία ib.1293a14; ὁ π. συλλογισμός normal, typical, Id.Rh.1357a17; τὰ π. σώματα, μόρια,= τὰ ὁμοιομερῆ, Gal.5.673,674; πρῶτα κατὰ φύσιν, e.g. health, perception, Stoic.3.34; τὰ π. πάθη ib.92; αἱ π. ἀρεταί ib.64.    c Math., πρῶτοι ἀριθμοί prime numbers, Euc.7 Def.11,12; but also, first numbers (= 1 to 100,000,000) in the notation of Archim., Aren.3.2.    d πρῶτος is sts. used where we should expect πρότερος, Αἰνείας δὲ πρῶτος ἀκόντισεν Il.13.502, cf. 18.92: in late Greek folld. by gen., πρῶτός μου ἦν Ev.Jo.1.15,30, cf. 15.18; οἱ πρῶτοί μου ταῦτα ἀνιχνεύσαντες Ael.NA 8.12; πρώτη εὕρηται ἡ περὶ τοὺς πόδας κίνησις τῆς διὰ τῶν χειρῶν Ath. 14.630c; γεννήτορα πρῶτον μητέρος εἰς ἀΐδην πέμψει Man.1.329, 4.404; ἀλόχου πρῶτος before his wife, IG12(5).590.5 (vi (?) A.D.).    4 of Rank or Dignity, μετὰ πρώτοισιν among the first men of the state, Od.6.60, etc.; νομίσαντες πρῶτοι ἂν εἶναι Th.6.28; διαβάλλειν τοὺς π. X.An.2.6.26, cf. Arist.Pol.1266a18; αἱ π. πόλεις Th. 2.8; ὁ π. ἄρχων IG12(3).481.10 (Thera), CIG2837 (Aphrodisias); ὁ π. τῆς πόλεως, as a title, IG12(5).292.2 (Paros); ὁ π. τῆς νήσου Act.Ap.28.7; τῶν π. φίλων, title at the Ptolemaic court, PTeb.31.15 (ii B.C.), etc.; τῶν π., as military title, PHib.1.110.72 (iii B.C.), PPetr.3p.23 (iii B.C.), PTeb.815 Fr.4.23,al.(iii B.C.): c. gen., ἐν πρώτοισι Μυκηναίων Il.15.643; οἱ π. στρατοῦ S.Ph.1305, cf. E.Hec.304, etc.: c. dat. modi, ἀρετῇ π., οἱ π. καὶ χρήμασι καὶ γένει, πλούτῳ π. τῶν Ἑλλήνων, etc., S.Ph.1425, Th.3.65, Isoc.16.31, etc.; π. ἐν συμφοραῖς βίου S.OT33.    5 of Degree, first, highest, μοῖρα Id.OC145 (anap.), etc.    II as Subst. in neut. pl. πρῶτα, τά,    1 (sc. ἆθλα), first prize, τὰ π. λαβών Il.23.275; τὰ π. δόρει κρατύνων S.OC1313; ἔχειν πρῶτα κυναγεσίας AP6.118 (Antip.); τὰ π. φέρεσθαι D.C.42.57, etc.    2 first part, beginning, τῆς Ἰλιάδος τὰ π. Pl.R.392e; ἐν τοῖς π. Id.Smp.221d; τὸ π. τοῦ ᾄσματος Id.Prt.343c.    3 first, highest, in degree, τὰ π. τᾶς λιμῶ (Dor.) the extremities of famine, Ar.Ach. 743 (nisi leg. ἄπρατα) ; ἐχέτωσαν τὰ π. τῆς εὐδαιμονίας Luc.Cont.10; ἐς τὰ π. τιμᾶσθαι Th.3.39, cf. 56; φρενῶν ἐς τὰ ἐμεωυτοῦ π. οὔκω ἀνήκω I have not yet come to the highest development of my judgment, Hdt.7.13, cf. D.C.38.22; of persons, ἐὼν τῶν Ἐρετριέων τὰ π. Hdt. 6.100; Λάμπων . . Αἰγινητέων <ἐὼν> τὰ π. Id.9.78, cf. E.Med.917; ἐστὶν τὰ π. τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας (of a person) Ar.Ra.421.    4 Philos., primary things, elements, Emp.38.1, Arist.GC335a29; τὰ π. αἴτια Id.Mete.338a20; also τὸ π. ἐνυπάρχον ἑκάστῳ Id.Ph.193a10.    5 in Logic, the first undemonstrable propositions, on which all future conclusions rest, Id.Top.100b18; τὰ π. ἀναπόδεικτα Id.APo.71b26.    III in Adverbial phrases,    1 τὴν πρώτην (sc. ὥραν, ὁδόν) first, for the present, just now, Hdt.3.134, Ar. Th.662, D.3.2, Arist.Metaph.1038a35, etc.; τὴν πρώτην εἶναι Hdt.1.153.    2 with Preps., ἀπὸ πρώτης (sc. ἀρχῆς) Antipho 5.56, Th.1.77; ἀπὸ τῆς π. εὐθύς Luc.Hist.Conscr.1; ἐκ π. Babr.45.14; κατὰ πρώτας Pl.Plt.292b, D.C.52.19; κατὰ τὴν π. εὐθύς Id.62.3; παρὰ τὴν π. the first time, opp. ἐπὶ τῆς δευτέρας, Philostr.VA 1.22.    3 freq. as Adv. in neut. sg. and pl., πρῶτον, πρῶτα,    a first, in the first place, πρῶτόν τε καὶ ὕστατον (vulg. ὕστερον) Hes.Th. 34; π. μὲν... δεύτερον αὖ... τὸ τρίτον αὖ . . Il.6.179; τί π. τοι ἔπειτα, τί δ' ὑστάτιον καταλέξω; Od.9.14; Κύπριδα μὲν πρῶτα... αὐτὰρ ἔπειτ' . . Il.5.458; οὐρῆας μὲν π. ἐπῴχετο... αὐτὰρ ἔπειτα . . 1.50; π. μὲν... ἔπειτα δὲ . . S.OC632, X.Cyr.2.1.2,23, An.5.6.7-8, Hier.11.8, etc.; π. μὲν... ἔπειτα . . Pl.Phd.89a, etc.; π. μὲν... ἔπειτα δεύτερον... τρίτον δὲ . . Aeschin.1.7; π. μὲν... εἶτα . . Pl.Phlb.15b; π. μὲν... εἶτα δὲ . . X. An.1.2.16; π. μὲν... εἶτα... ἔτι δὲ . . Id.Mem.1.2.1; π. μὲν... . . δὲ αὖ . . Pl.Lg.935a; π. μὲν... ἔτι δὲ . . Lys.4.10, etc.; π. μὲν... ἔτι τοίνυν . . D.44.57; freq. answered only by δέ, Id.9.48, etc.; sts. the answering clause must be supplied, A.Ag.810, D.7.7, etc.: also πρῶτον μὲν . . δεύτερον μήν . . Pl.Phlb.66a: also πρῶτα μὲν... ἔπειτα . . S.Tr. 616, Ar.Pl.728; πρῶτα μὲν... ἔπειτα... εἶτα . . E.Med.548; πρῶτα μὲν... . . δὲ . . A.Pr.447; πρῶτα μὲν... ἔπειτα δὲ . .X HG7.1.7, cf. S. Ph.919; ἐπεί σε πρῶτα κιχάνω since my first meeting is with you, Od. 13.228, cf. 7.53, Il.8.274: also τὸ πρῶτον, first, in the first place, at the beginning, ὡς τὸ π. ὑπέστην καὶ κατένευσα 4.267; οὕνεκά σ' οὐ τὸ π., ἐπεὶ ἴδον, ὧδ' ἀγάπησα Od.23.214. cf. Il.3.443, 6.345, Pi.P.9.41, N.3.49; τὸ μὲν οὖν π. Pl.Prt.333d, etc.; τὸ π .... μετὰ ταῦτα . .   D 1.12: also τὰ π., Il.1.6, Od.1.257, etc.; πόντῳ μὲν τὰ π .... αὐτὰρ ἔπειτα . . Il.4.424; τὰ π. μὲν... ὡς δὲ . . A.Pers.412; τὰ π .... τέλος δὲ . . S.Fr.149.5, cf. 966.    b too early, before the time, ἦ τ' ἄρα καὶ σοὶ πρῶτα (v.l. for πρωΐ) παραστήσεσθαι ἔμελλε Μοῖρ' ὀλοή Od.24.28.    c = πρότερον, before, ἢν . . πρῶτον ἀπόλωμαι κακῶς Ar.Ec.1079; π. οὐδ' ὑφ' ἑνὸς . . κρατηθέντες X.HG5.4.1; θάλασσα π. ἦν ἢ γενέσθαι γῆν v.l. in Heraclit.31; λόγῳ π. ἢ τοῖς ἔργοις Arist.Rh.Al.1420b28; οὐ π. αὐτὴν ἀπέκτειναν πρὶν ἢ ἀπεκύησεν Ael.VH5.18; π. συμμελετᾶν ἢ μελετᾶν μαθέτω AP12.206 (Strat.).    d first, for the first time, οὐ . . νῦν πρῶτα ποδώκεος ἄντ' Ἀχιλῆος στήσομαι Il.20.89; οὐ νῦν πρῶτον, ἀλλὰ καὶ πάλαι S.Ph.966; ἐνταῦθα πρῶτον ἔφαγον X.An.2.3.16.    e πρῶτον, πρῶτα are used after the relat. Pron. and after relat.Advbs., like Engl.once (= at all), οὐδ' ἐνοσίχθων λήθετ' ἀπειλάων, τὰς . . Ὀδυσῆϊ π. ἐπηπείλησε Od.13.127, cf. 3.320, 10.328, 13.133, Il. 1.319, 19.136; μοῖραν δ' οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν . . ἐπὴν τὰ π. γένηται when once he is born, 6.489, cf. Od.3.183, 4.13,414; οὔτε . . Λυκίους ἐδύναντο τείχεος ἂψ ὤσασθαι, ἐπεὶ τὰ π. πέλασθεν Il.12.420, cf. Od.11.106, 221; also ἐπεὶ τὸ (or τὰ) π. now that . ., ἀλλ' ἐπεὶ οὖν τὸ π. ἀνέκραγον, οὐκ ἐπικεύσω now that I have spoken up, 14.467; τὸ μὲν οὔ ποτε φύλλα καὶ ὄζους φύσει, ἐπεὶ δὴ πρῶτα τομὴν ἐν ὄρεσσι λέλοιπε Il.1.235, cf. 276, 19.9: c. part., τῷ ῥ' Αἴας τὸ π. ἐφεζόμενος μέγ' ἀάσθη (the rock) on which once seated    A blasphemed, Od.4.509: the sense as soon as is never necessary in Hom., but is possible in Od.4.414, 19.355; δινέμεν εὖτ' ἂν πρῶτα φανῇ σθένος Ὠαρίωνος when once (or perh., as soon as), Hes.Op.598; ὅπως τις πρῶτα γένοιτο πάντας ἀποκρύπτεσκε as soon as each was born, Id.Th.156; ὡς τὸ π. X.An.7.8.14; τότ' εὐθὺς... ὅτε πρῶτον εἶδον D.18.141; αὖθίς με ἀνερέσθαι ὅταν ἐντύχῃς πρῶτον the first time you meet me, Pl.Ly.211b; ἐὰν μάθω γε πρῶτον . . τί λέγεις Id.R.338c.    IV Adv. πρώτως primarily, first in Arist., π. καὶ κυρίως EN1157a30; opp. δευτέρως, ib.1158b31; π. καθ' αὑτό, opp. κατὰ συμβεβηκός, Id.Ph.192b22, cf. Gal.1.692, al., Jul.Or.5.168b.    2 ὅτε π. ἐπεδήμησεν . .when he first visited... BSA27.228 (Sparta, ii A.D.).—(From πρῶτος was formed a new Sup. πρώτιστος, q.v.)

German (Pape)

[Seite 791] der vor Andern od. Andern voran ist, ein von πρό gebildeter compar., wie πρῶτος der superl. dazu ist, – 1) von der Zeit, früher, eher, älter; Hom. u. Hes. öfter, auch mit dem Zusatz πρότερος γενεῇ, älter von Geburt, Il. 15, 166. 182; πρότερος γεγόνει, 13, 355; παῖδες, Kinder aus der frühern Ehe, Od. 15, 22, wie πρότερος πόσις, Il. 3, 163; ὅς με πρότερος κάκ' ἔοργεν, 351; τὸν πρότερος προσέειπεν, 5, 276 u. öfter; τῇ προτέρῃ, sc. ἡμέρᾳ, am vorigen Tage, Od. 16, 50, wie ἠοῖ τῇ προτέρῃ, Il. 13, 794; auch als compar. mit dem gen., ἐμέο πρότερος, früher als ich, 10, 124, πρότερος ἐξ ἀρχῆς λέγων, Aesch. Eum. 553; u. in Prosa überall; τοῦ προτέρου βίου, Plat. Rep. X, 620 a; τοὺς παλαιο ύς τε καὶ προτέρους ἡμῶν, Hipp. mai. 282 b; auch da, wo wir das Adverbium setzen, προτέραν τοῦ θνητοῦ ἀπολομένην, Phaed. 86 d; Ggstz ὕστερος, Rep. V, 458 b; οἱ πρότεροι ἐπιόντες, Thuc. 1, 123; τοῖς προτέροις μετὰ Κύρου ἀναβᾶσι, Xen. An. 1, 4, 12, vgl. 5, 4, 26; τῷ προτέρῳ ἔτει τῆς ἥττης, Pol. 2, 43, 6; ἐν τῇ προτέρᾳ βίβλῳ ταύτης, 3, 40, 7. – 2) vom Orte, weiter nach vorn, voran, weiter vorwärts, wie man Il. 16, 569. 17, 274 erklärt, ὦσαν δὲ πρότεροι Τρῶες ἑλίκωπας Ἀχαιούς, wo auch an die Zeit zu denken ist; πρότεροι πόδες, Vorderfüße, Od. 19, 228. – 3) vom Range, von der Würde, vorangehend, vorzüglicher, πρότεροι ἡμῶν πρὸς τὰ τοῦ πολέμου, vorzüglicher als wir in Beziehung auf das Kriegswesen, Plat. Lach. 183 b; τῷ γένει, Isae. 1, 17. – Bes. häufig ist das neutr. πρότερον als adv. gebraucht, früher, eher, vorher, Her. u. Folgde; περὶ ὧν ὀλίγον πρότερον μνείαν ἐπ οιοῦ, Plat. Prot. 317 e; πρότερον ἢ βασιλεῦσαι, Her. 7, 2, vorher, ehe er König war, u. sonst; aber auch ἤ c. verb. finit., 7, 54. 9, 87; πολλοὶ πρότερον τοῦ σώματος ἐπεθύμησαν ἢ τὸν τρόπον ἔγνωσαν, Plat. Phaedr. 232 e; auch πρότερον πρὶν ἤ mit folgdm acc. c. inf., Her. 7, 116. 9, 16; u. c. verb. finit., 6, 45. 7, 8, 2. 9, 93; u. c. gen., ὀλίγον πρότερον τουτέων, 8, 95; τὸ πρότερον τῶν ἀνδρῶν τούτων, 2, 144. – Plut. vrbdt οὐ πρότερον ἀφῆκεν, εἰ μὴ ἐλθεῖν τρεῖς τριήρεις, Lys. 10. – Oft tritt es zwischen Artikel u. Subst., ὁ πρότερον βασιλεύς, Her. 1, 84. 186; τὰ πρότερον ἀδικήματα, 6, 87, wie αἱ πρότερον ἁμαρτίαι Ar. Equ. 1352; οἱ πρότερον, Plat. Prot. 319 d Rep. IV, 425 a u. Folgde; ἐκ τοῦ πρότερον χειμῶνος, Pol. 3, 54, 1. – Den komischen compar. προτεραίτερος s. oben.

Greek (Liddell-Scott)

πρότερος: καὶ πρῶτος, συγκρ. καὶ ὑπερθετ. σχηματισθέντα ἐκ τῆς προθ. πρό, ὡς τὸ Λατιν. prior, primus ἐκ τῆς προθέσεως prae, Σανσκρ. prathamas (primus) ἐκ τῆς pra-, κτλ., - ἡ δὲ ἔννοια τῆς λέξεως ἀποκλείει τὸν θετικὸν βαθμόν· - ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὕστερος, ὕστατος. Α. Συγκρ. πρότερος, -α, -ον, 1) ἐπὶ χρον. σημασ. ὡς καὶ νῦν, πρότερος, προτητερινός, Ὅμ., Ἡσ., κτλ.· πρότεροι ἄνδρες ἢ ἄνθρωποι Ὅμ.· οἱ πρότεροι, ἄνθρωποι τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, Ἰλ. Δ. 308· (σπανίως ἄνευ τοῦ ἄρθρου, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1338, κτλ.)· οὗτος δὲ προτέρης γενεῆς πρ. τ’ ἀνθρώπων Ἰλ. Ψ. 790· ὡσαύτως, πρεσβύτερος, γεροντότερος, ἀντίθετον τῷ ὁπλότερος, Β. 707, κτλ.· πρότερος γενεῇ Ο. 182· ἀλλά, πρ. παῖδες, τέκνα ἐκ προτέρου γάμου, Ὀδ. Ο. 22, πρβλ. Ἡρόδ. 7. 2· τῇ προτέρῃ (ἐξυπακουομ. ἡμέρᾳ), κατὰ τὴν πρότερον ἡμέραν, Λατιν. pridie, Ὀδ. ΙΙ. 50· ἠοῖ τῇ προτέρῃ Ἰλ. Ν. 794· (παρὰ τοῖς πεζογράφοις συνηθέστερον, τῇ προτεραίᾳ, πρβλ. προτεραῖος)· ἀκολούθως συχν. παρ’ Ἀττ., οἱ πρότεροι ἐπιόντες, οἱ πρῶτοι ἐπελθόντες, Θουκ. 1. 123· οἱ πρ. ἀναβάντες Ξεν Ἀνάβ. 1. 4, 12, κτλ.· ὁ πρότερος Διονύσιος, ὁ πρεσβύτερος, Ξενοφ. Ἑλλ. 7. 4, 12· - τὸ ἐπίθετ. συχνάκις τίθεται ὅπου κυρίως προσεδοκᾶτο τὸ ἐπίρρ. (ὅπερ οὐδαμοῦ παρ’ Ὁμ.), ὅ με πρότερος κάκ’ ἔοργεν Ἰλ. Γ. 351, πρβλ. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 706, κτλ.· τοῖς προτέροις μετὰ Κύρου ἀναβᾶσι Ξεν. Ἀν. 1. 4, 12· εἰ μὴ πρ. ἑοράκη αὐτὸν ἢ ἐκεῖνος ἐμὲ Πλάτ. Πολ. 336D, πρβλ. 432C, κτλ. 2) ὡς τὰ συνήθη συγκρ., μετὰ γεν. ἐμέο πρότερος Ἰλ. Κ. 124˙ πρ. τούτων Ἡρόδ. 1. 168, πρβλ. Πλάτ. Φαίδωνα 86Β, Ἱππ. Μείζ. 282D· ἐν τῇ πρ. ἡμέρᾳ τῆς τροπῆς Ἀριστ. Πολ. 5. 12, 9· τῷ πρ. ἔτει τῆς ἥττης Πολύβ. 2. 43, 6· ὡσαύτως ἑπομ. τοῦ ἤ, τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ κρητῆρα [ἐληΐσαντο] Ἡρόδ. 3. 47. ΙΙ. ἐπὶ τοπικῆς σημασίας πρόσθιος, ἐμπροσθινός, ἐν προτέροισι πόδεσι, εἰς τοὺς ἐμπροσθινοὺς πόδας, Ὀδ. Τ. 228. ΙΙΙ. ἐπὶ τάξεως κοινωνικῆς, ἀξίας, καὶ καθόλου, τιμῆς, ἀνώτερος, ὑπέρτερος, τινι, εἴς τι πρᾶγμα, Ἰσοκρ. 37. 3, Δημ. 32. 19· πρ. τινος πρός τι, ὑπέρτερός τινος κατά τι, Πλάτ. Λάχ. 183Β. IV. μεθ’ Ὅμ., τὸ οὐδ., πρότερον, συχνάκις κεῖται ὡς ἐπίρρ., προτήτερα, ἐνωρίτερα, Πινδ. Ο. 13. 44, Ἡρόδ. 4. 45, κτλ.· ὀλίγον πρ. Πλάτ. Πρωτ. 317Ε· - μετὰ γενικ., πρ. φήμης Αἰσχύλ. Θήβ. 866· ὀλίγῳ τι πρ. τούτων Ἡρόδ. 8. 95· πολλοῖσι ἔτεσι πρ. τούτων αὐτόθι 96· ἐνιαυτῷ πρ. τῆς αἱρέσεως Δημ. 126. 10· ὡσαύτως, πρὸ τῶν Περσικῶν δέκα ἔτεσι πρ. Πλάτ. Νόμ. 642D, πρβλ. Κριτί. 112Α· τούτου πρ. Παυσ. 1. 4, 2· ἀλλὰ συνηθέστατα ἕπεται τὸ ἤ· πρ. ἢ κατὰ προσδοκίαν Πλάτ. Σοφιστ. 264Β· μετὰ ῥήματος καθ’ ὁριστικ., Ἡρόδ. 6. 45., 8. 8· ὡσαύτως καθ’ ὑποτακτ., ὁ αὐτ. 7. 54· μὴ πρ. ἀπαναστῆναι ἢ ἐξέλωσι ὁ αὐτ. 9. 87, πρβλ. Ἀντιφῶντα 115. 7, Θουκ. 7. 63, κτλ.· ὡσαύτως μετ’ ἀπαρ., πρ. ἢ βασιλεῦσαι Ἡρόδ. 7. 2, πρβλ. Θουκ. 1. 69, κτλ.· - ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς παραδείγμασι μετὰ τὸ πρότερον, δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ τὸ πρίν, πρὶν ἄν, πρὶν ἤ, Ἡρόδ. 1. 82, 140., 7. 8, 2., 9. 93, κτλ., πρβλ. πρίν· ὡσαύτως, οὐ πρ. εἰ μὴ..., Πλουτ. Λύσανδρ. 10, κτλ.· οὐ πρ. ἕως..., ἢ ἕως ἄν..., Λυσ. 126. 35, Ἀθήν. 640C· μὴ πρ., ἀλλ’ ὅταν..., Πολύβ. 9. 13, 3. - Ὡς ἐπίρρ. ὡσαύτως κεῖται μετὰ τοῦ ἄρθρου, ἀλλ’ ἆρα μουσική, ὅσην τὸ πρότερον διήλθομεν; Πλάτ. Πολ. 522Α, Ξεν. Ἀνάβ. 4. 4, 14, κτλ.· ὡσαύτως μετὰ γεν., τὸ πρ. τῶν ἀνδρῶν τούτων Ἡρόδ. 2. 144· ὡς ἐπίρρ. πολλάκις τίθεται μεταξὺ τοῦ ἄρθρου καὶ τοῦ οὐσιαστ., π.χ. ὁ πρ. βασιλεὺς Ἡρόδ. 1. 84· τὰ πρ. ἀδικήματα ὁ αὐτ. 6. 87· αἱ πρ. ἁμαρτίαι Ἀριστοφ. Ἱππ. 1355, κτλ.· ἀλλά, Κῦρος ὁ πρ. Λουκ. περὶ Θυσ. 5. - Πρβλ. προτέρως, προτέρω, πρόσθεν. Β. Ὑπερθ. πρῶτος, η, ον, κυρίως συνῃρ. ἐκ τοῦ πρόατος, Δωρ. πρᾶτος Θεόκρ. (πρβλ. Σανσκ. prathamas)· Ι. ὡς ἐπίθ., ὅτε κυρίως χρησιμεύει ὡς τακτικὸν τοῦ εἷς, ἄεθλα θῆκε... τῷ πρώτῳ· ἀτὰρ αὖ τῷ δευτέρῳ..., αὐτὰρ τῷ τριτάτῳ..., κτλ., Ἰλ. Ψ. 262 κἑξ., πρβλ. Ζ. 179· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὕστατος, Β. 281., Ε. 703., Λ. 299, κτλ.· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ τελευταῖος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 314· πρὸς τὸ πανύστατος, Ὀδ. Ι. 449 κἑξ., κτλ. 2) ἐπὶ τόπου, ὁ ἐν τῇ πρώτῃ τάξει, πρώτοισιν ἐνὶ προμάχοισι μιγέντα Ὀδ. Σ. 379· καὶ συχνάκις ἐνὶ πρώτοισι ἢ μετὰ πρώτοισι μόνον, Ἰλ.· πρώτῃ ἐν ὑσμίνῃ, ἐνὶ πρώτῳ ὁμάδῳ Ἰλ. Ο. 340., Ρ. 380· τῆς πρώτης τάττειν (ἐξυπακ. τάξεως) Ἰσοκρ. 271Α, Λυσί. 147. 11, κτλ.· ἐν πρώτῳ ῥυμῷ, κατὰ τὸ πρόσθιον ἄκρον τοῦ ῥυμοῦ, Ἰλ. Ζ. 40., Π. 371· πρώτῃσι θύρῃσι εἰς τὰς πρώτας, δηλ. τὰς ἐξωτέρας θύρας, Χ. 66· πρῶτον ξύλον, ἡ πρώτη ἡ προσθία σειρὰ (τῶν καθισμάτων), Ἀριστοφ. Ἀχ. 28, Πολυδ. Δ´, 121, κτλ.· οἱ πρ. πόδες, ὡς τὸ πρόσθιοι, ὁ αὐτ. 1. 193· - πρῶτοι ἀριθμοί, μὴ δυνάμενοι νὰ διαιρεθῶσι δι’ ἀκεραίου, Εὐκλ. 7 ὅρ. 11 καὶ 12. 3) ἐπὶ χρόνου, πρὸς πρώτην ἕω, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐγῆς, Σοφ. Ο. Κ. 477· περὶ πρώτην νύκτα Πολυδ. Α´, 70· πρβλ. σάββατον 2. 4) ἐπὶ τάξεως ἢ σειρᾶς, πρῶτοι πάντων ἀνθρώπων Ἡρόδ. 2. 2· τὰ πρῶτα τῶν ὀνομάτων Πλάτ. Κρατ. 421D· τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν Ἡρόδ. 7. 168, κτλ.· ἐπὶ τοῦ πρώτου [ἱερείου], τοῦ κατὰ πρῶτον προσενεχθέντος, Ξεν. Ἀν. 4. 3, 9· ἐν τοῖς πρ. λόγοις, ἐν τοῖς πρώτοις βιβλίοις, Ἀριστ. Πολ. 4. 7, 2· πρ. οἰκία, ἡ πρ. πόλις, ἡ ἀρχική, ἡ ἁπλουστάτη, αὐτόθι 1. 2, 5., 4. 4, 12· ἡ πρ. κοινωνία αὐτόθι 1. 9, 5· ἡ πρ. ὀλιγαρχία αὐτόθι 4. 6. 7, κτλ.· ἴδε τελευταῖος, Ι. 3· - ἐν πρώτοις, μεταξὺ τῶν πρώτων, Ἰσαῖ. 67. 29, 33, κτλ.· ἐντεῦθεν, ὡς τὸ Λατ. imprimis, πρὸ πάντων, μάλιστα πάντων, ἰδίως, Ἡρόδ. 8. 69, Πλάτ. Πολ. 522C· καὶ παρ’ Ἀττ., ἐν τοῖς πρῶτοι (ἴδε ἐν λέξ. ὁ, ἡ, τὸ Α. VIII. 7)· - συχνάκις τίθεται τὸ ἐπίθετ. ἔνθα προσεδοκᾶτο τὸ ἐπίρρ., Νέστωρ πρῶτος κτύπον ἄϊε Ἰλ. Κ. 532, κτλ. β) παρὰ φιλοσοφικοῖς συγγραφεῦσι, πρῶτος κατὰ τὴν τάξιν τῆς ὑπάρξεως, ὁ ἀρχικός, ἡ πρώτη οὐσία, ἡ πρ. ὕλη, ἡ πρ. φιλοσοφία, κτλ., συχν. παρ’ Ἀριστ. ἴδε κατωτ. ΙΙ. 4. γ) πρῶτος, ὡσαύτως κεῖται ἔνθα προσεδοκᾶτο τὸ πρότερος· Αἰνείας δὲ πρῶτος ἀκόντισεν Ἰλ. Ν. 502, πρβλ. Σ. 92· - παρὰ μεταγεν. συχνάκις συνάπτεται γενικῇ, οἱ πρῶτοί μου ταῦτα ἀνιχνεύσαντες Αἰλ. π. Ζ. 8. 12· ἀλόχου πρῶτος, πρὸ τῆς συζύγου, Ἑλλ. Ἐπιγρ. 423. 2· γεννήτορα πρῶτον μητέρος εἰς ἀΐδην πέμψει Μανέθων 1. 329., 4. 404, πρβλ. Εὐαγγ. κ. Ἰω. α´, 15, 30., ιε´, 18· πρβλ. πρωτεύω ΙΙ., καὶ ἴδε κατωτ. ΙΙΙ, 3. γ. 5) ἐπὶ θέσεως ἢ ἀξιώματος, μετὰ πρώτοισιν, μεταξὺ τῶν πρώτων ἀνδρῶν, τῶν πρωτευόντων, Ὀδ. Ζ. 60, κτλ.· νομίσαντες πρῶτοι ἂν εἶναι Θουκ. 6. 28· διαβάλλειν τοὺς πρώτους Ξεν. Ἀν. 2. 6, 26· αἱ πρ. πόλεις Θουκ. 2. 8· ὁ πρ. ἄρχων Συλλ. Ἐπιγρ. 2457, 2837, κ. ἀλλ.· ὁ πρ. τῆς πόλεως, ὡς τιμητικὸν ἐπίθετον, αὐτόθι 2884, κ. ἀλλ.· ὁ πρ. συλλογισμός, κανονικός, τυπικός, Ἀριστ. Ρητ. 1. 2, 13· - μετὰ γεν., ἐν πρώτοισι Μυκηναίων Ἰλ. Ο. 643· οἱ πρ. τοῦ στρατοῦ Σοφ. Φιλ. 1305, πρβλ. Εὐρ. Ἑκ. 304, κτλ.· - μετὰ δοτ. τρόπου, πρ. ἀρετῇ, οἱ πρ. καὶ χρήμασι καὶ γένει, πρ. πλούτῳ, κτλ., Σοφ. Φιλ. 1425, Θουκ. 3. 65, Ἰσοκρ. 353Α· πρ. ἐν συμφοραῖς βίου Σοφ. Ο. Τ. 33. β) ἐπὶ βαθμοῦ, ὁ ἀνώτατος, μοῖρα Σοφ. Ο. Κ. 145, κτλ. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ. οὐδ. πληθ., πρῶτα, τά, 1) (ἐξυπ. ἆθλα), τὸ πρῶτον βραβεῖον τὰ πρῶτα λαβὼν Ἰλ. Ψ. 275· τὰ πρ. κρατύνειν δόρει Σοφ. Ο. Κ. 1313· πρῶτα ἔχειν κυνηγεσίας Ἀνθ. Π. 6. 118· τὰ πρ. φέρειν αὐτόθι 8, 111· φέρεσθαι Δίων Κ. 42, 57 κτλ. 2) τὸ πρῶτον μέρος, ἡ ἀρχή, τῆς Ἰλιάδος τὰ πρ. Πλατ. Πολ. 392Ε· ἐν τοῖς πρ. ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 221D· - οὕτω, τὸ πρῶτον ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 343C. 3) ὁ πρῶτος, ὁ ἀνώτατος κατὰ βαθμόν, τὰ πρᾶτα πειρασεῖσθε τᾶς λιμῶ (Δωρ.), θὰ δοκιμάσητε τὰ ἔσχατα τοῦ λιμοῦ, «θὰ ψοφήσητε ἀπὸ τὴν πεῖναν». Ἀριστοφ. Ἀχ. 743· τὰ πρ. τῆς εὐδαιμονίας ἔχειν Λουκ. Χάρ. ἢ Ἐπισκοπ. 10· ἐς τὰ πρῶτα τιμᾶσθαι Θουκ. 3. 39, 56· φρενῶν ἐς τὰ ἐμεωυτοῦ πρ. οὔκω ἀνήκω, δὲν ἔχω φθάσῃ εἰς τὰς ἀρίστας ἐκ τῶν σκέψεών μου, δηλ. δὲν ἔχω ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα ἐντελῶς, Ἡρόδ. 7. 13, πρβλ. Δίωνα Κ. 38. 22· - ὡσαύτως ἐπὶ προσώπων, ἐὼν τῶν Ἐρετριέων τὰ πρῶτα Ἡρόδ. 6. 100· Λάμπων... Αἰγινητέων τὰ πρῶτα ὁ αὐτ. 9. 78, πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 917· τὰ πρῶτα τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας Ἀριστοφ. Βάτρ. 421. 4) παρὰ τοῖς φιλοσόφοις, ὡς τὸ στοιχεῖα, Ἀριστ. περὶ Γεν. καὶ Φθορ. 2. 9, 2· τὰ πρ. αἴτια ὁ αὐτ. ἐν Μετεωρ. 1. 1, 1· - ὡσαύτως τὸ πρῶτον σχεδὸν ὡς τὸ ἀρχή, ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 1, 5, κ. ἀλλ. 5) ἐν τῇ λογικῇ, αἱ πρῶται ἀναπόδεικτοι προτάσεις, ἐφ’ ὧν πάντα τὰ μετὰ ταῦτα συμπεράσματα στηρίζονται, ὁ αὐτ. ἐν Τοπ. 1. 1, 2. πρβλ. Ἀναλ. Ὕστ. 1. 2, 3, κ. ἀλλ. ΙΙΙ. ὡς ἐπίρρ., 1) τὴν πρώτην (ἐξυπ. ὁδὸν), ἐς Σκύθας... τὴν πρώτην ἰέναι ἔασον Ἡρόδ. 3. 134, Ἀριστοφ. Θεσμ. 662, Δημ. 29. 1, κτλ.· οὕτω, τὴν πρώτην εἶναι, κατὰ τὸ ἑκὼν εἶναι, Ἡρόδ. 1. 153. 2) μετὰ προθέσεων, ἀπὸ πρώτης (ἐξυπ. ἀρχῆς) Ἀντιφῶν 136. 4, Θουκ. 1. 77· ἀπὸ τῆς πρ. εὐθὺς Λουκ. πῶς δεῖ Ἱστ. Συγγρ. 1· ἐκ πρ. Βάβρ. 45. 4· - κατὰ πρώτας Πλάτ. Πολιτικ. 292Β, Δίων Κ. 52. 19· κατὰ τὴν πρ. εὐθὺς ὁ αὐτ. 62, 3. - παρὰ τὴν πρ., τὴν πρώτην φοράν, Φιλόστρ. 28. 3) συνηθέστατα ἐν τῷ οὐδ. ἑνικ. καὶ πληθ., πρῶτον, πρῶτα· α) πρῶτον, κατὰ πρῶτον, Λατ. primum, πρῶτόν τε καὶ ὕστατον (κοινῶς ὕστερον) Ἡσ. Θεογ. 34· πρ. μὲν..., δεύτερον αὖ..., τὸ τρίτον αὖ..., Ἰλ. Ζ. 179· τί πρ., τί δ’ ἔπειτα, τί δ’ ὑστάτιον καταλέξω ; Ὀδ. Ι. 14· πρῶτον…, αὐτὰρ ἔπειτ’…, Ἰλ. Ε. 458· πρ. μέν…, ἔπειτα δέ…, Σοφ. Ο. Κ. 632, Ξεν., κτλ.· πρ. μέν..., ἔπειτα…, Πλάτ. Φαίδων 89Α, κτλ.· πρ. μέν…, ἔπειτα δεύτερον…, τρίτον δέ…, Αἰσχίν. 1. 34 κἑξ.· πρ. μέν…, εἶτα…, Πλάτ. Φίληβ. 15Β· πρ. μέν…, εἶτα δέ…, Ξεν. Ἀν. 1. 2, 16· πρ. μέν…, εἶτα…, ἔτι δέ…, ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 1. 2, 1 πρ. μέν…, δὲ αὖ…, Πλάτ. Νόμ. 935Α· πρ. μέν…, ἔτι δέ…, Λυσίας 101. 28, κλπ.· πρ. μέν…, ἔτι τοίνυν Δημ. 1097. 21· ἀλλὰ συχνότατα ἡ ἀνταπόδοσις γίνεται διὰ τοῦ δέ, Πλάτ. Φίληβ. 60Β, Δημ. 123. 15, κτλ.· - ἐνίοτε δὲ ἡ ἀνταπόδοσις παραλείπεται ὡς νοουμένη, Αἰσχ. Ἀγ. 810, Δημ. 78. 13, κτλ.· - οὕτω καί, πρῶτα μέν…, ἔπειτα…, ἢ ἔπειτα δέ…, ἢ εἶτα…, ἢ δέ..., κτλ., Σοφ. Τρ. 616, Φιλ. 919, Ἀριστοφ. Πλ. 728. κτλ.· - οὕτω καὶ τὸ πρῶτον, κατὰ πρῶτον, ἐν πρώτοις, Ἰλ. Δ. 267, Ὀδ. Ψ. 214, Πίνδ., καὶ Ἀττ.· τὸ μὲν οὖν πρ. Πλάτ. Πρωτ. 333D, κτλ.· τὸ πρ…., μετᾶ ταῦτα…, Δημ. 12. 27· - ὡσαύτως, τὰ πρῶτα, Ἰλ. Α. 6, Ὀδ. Α. 257, κτλ.· πόντῳ μὲν τὰ πρῶτα…, αὐτὰρ ἔπειτα…, Ἰλ. Δ. 424· τὰ πρ. μέν…, ὡς δέ…, Αἰσχύλ. Πέρσ. 412· τὰ πρ…, τέλος δέ…, Σοφ. Ἀποσπ. 162. β) παρὰ πολὺ ἐνωρίς, προώρως, ἦ τ’ ἄρα καὶ σοὶ πρῶτα παραστήσεσθαι ἔμελλε Μοῖρ’ ὀλοή Ὀδ. Ω. 28. γ) = πρότερον· ἢν οὖν… πρῶτον ἀπόλωμαι κακῶς Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1079· πρῶτον οὐδ’ ὑφ’ ἑνὸς... κρατηθέντες Ξεν. Ἑλλ. 5. 4, 1· θάλασσα πρῶτον ἦν ἢ γενέσθαι γῆν Ἡράκλειτ. παρὰ Κλήμ. Ἀλ. 712· λόγῳ πρῶτον ἢ τοῖς ἔργοις Ἀριστ. Ρητ. Ἀλ. 1. 10· οὐ πρῶτον αὐτὴν ἀπέκτειναν πρὶν ἢ ἀπεκύησεν Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 5. 18· πρῶτον συμμελετᾶν ἢ μελετᾶν Ἀνθ. Π. 12. 206. 4) κατὰ πρῶτον, διὰ πρώτην φοράν, ἐνταῦθα, πρῶτον ἔφαγον Ξεν. Ἀν. 2. 3, 16· οὕτως, οὐ νῦν πρ., ἀλλὰ καὶ πάλαι Σοφ. Φιλ. 966, πρβλ. Αἴ. 110· οὕτω τὰ πρῶτον, πρῶτα τίθενται καὶ μετὰ τὴν ἀναφορ. ἀντων., καὶ μετὰ τὰ ἀναφ. καὶ χρον. ἐπιρρήματα, ὅντινα πρῶτον ἀποσφήλωσιν ἄελλαι Ὀδ. Γ. 320, πρβλ. Κ. 328· ἐπεὶ πρῶτον, Λατ. quum primum, Ν. 133· ἐπεὶ πρῶτα αὐτόθι 228, κτλ.· ἐπεί κε πρῶτα Λ. 221· ἐπεὶ τὸ πρ. ἢ τὰ πρ. Ξ. 467, Ἰλ. Μ. 420· ἐπὴν τὰ πρ. Ἰλ. Ζ. 489, κτλ.· ἐπειδὴ πρῶτα ἢ τὸ πρ. Ὀδ. Γ. 183, Δ. 13· ὁππότε κε πρῶτον Λ. 106· οὕτως, εὖτ’ ἂν πρῶτα Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 596· ὅπως πρῶτα ὁ αὐτ. ἐν Θεογ. 156· ὡς τὸ πρ. Ξεν. Ἀν. 7. 8, 14· ὅτε ἢ ὅταν πρ. Δημ. 275. 1, Πλάτ. Λυσ. 211 Β· ἐὰν ἢ ἢν πρ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 338C, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1079. IV. Ἐπίρρ. πρώτως, πρῶτον παρ’ Ἀριστ., οἷον Ἠθ. Νικ. 8. 4, 4., 8. 7, 3, κ.ἀλλ.· ἴδε Λοβεκ. Φρύνιχ. 311. - Ἐκ τοῦ πρῶτος ἐσχηματίσθη ἄλλο ὑπερθ. πρώτιστος, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
adj.
premier de deux;
I. avec idée de lieu πρότεροι πόδες OD les pieds de devant;
II. avec idée de temps;
1 en gén. πρότεροι ἄνδρες ou ἄνθρωποι OD, ou simpl. οἱ πρότεροι IL ou sans art. πρότεροι ESCHL les hommes d’autrefois, les anciens, les ancêtres ; προτέρη γενεή IL la génération antérieure;
2 en parl. de deux pers. ou de deux choses le premier de deux, le plus âgé : πρότεροι παῖδες OD enfants d’un premier mariage ou d’un mariage antérieur ; ἤματι τῷ προτέρῳ IL, τῇ προτέρῃ (ἡμέρᾳ), le jour précédent ; ἐμέο πρότερος IL plus tôt que moi ; τῇ προτέρᾳ ἡμέρᾳ τῆς μάχης THC la veille du combat ; τῷ προτέρῳ ἔτει HDT l’année avant que, etc.
III. avec idée de rang qui va avant un autre, supérieur;
IV. neutre adv. • πρότερον ou • τὸ πρότερον, auparavant ; πρότερον τούτων HDT avant ces choses ou avant ceux-ci ; ὁ πρότερον βασιλεύς HDT le roi précédent ; ὁ πρότερον χρόνος THC le temps antérieur ; • πρότερον ἤ, avant que ou de ; • πρότερον πρὶν ἤ, avant que… ; • πρότερον πρίν, m. sign. ; • οὐ πρότερον μή avec le sbj. pas avant que.
Étymologie: Cp. de πρό.

English (Autenrieth)

(comp. to πρό): fore, former; πόδες, Od. 19.228; usually of time, (οἱ) πρότεροι, ‘men of former time,’ Il. 4.308 ; τῇ προτέρῃ (sc. ἡμέρῃ), Od. 16.50 ; γενέῃ, ‘elder,’ Il. 15.166.

English (Slater)

πρότερος (-ων; -ᾳ, -αις, -ας; -ον).
   a in former times, early κραίνων ἐφετμὰς Ἡρακλέος προτέρας (O. 3.11) ἐπὶ προτέρων ἀνδρῶν (O. 7.72) ἀρχαῖς δὲ προτέραις ἑπόμενοι (O. 10.78) ἐκ προτέρων καμάτων (P. 3.96) ὁ δὲ καμὼν προτέρᾳ πάθᾳ (P. 8.48) χώρας Μυρμιδόνες ἵνα πρότεροι ᾤκησαν (N. 3.13)
   b pro subs., men of old σὲ δ' ἀντία προτέρων φθέγξομαι (O. 1.36) μανθάνων οἶσθα προτέρων (P. 3.80) λεγόμενον δὲ τοῦτο προτέρων ἔπος ἔχω (v. l. πρότερον) (N. 3.52)
   c n. s. pro adv. ἀντεβόλησεν τῶν ἀνὴρ θνατὸς οὔπω τις πρότερον (O. 13.31) “δώδεκα δὲ πρότερον ἁμέρας” (P. 4.25) ἔγεντο καὶ πρότερον Ἀντίλοχος βιατὰς (P. 6.28) τοὶ καὶ σὺν μάχαις δὶς πόλιν Τρώων πράθον, ἑσπόμενοι Ἡρακλῆι πρότερον, καὶ σὺν Ἀτρείδαις (I. 5.37)

English (Abbott-Smith)

A. Compar., πρότερος, -α, -ον, [in LXX for רִאשׁוֹן ,לִפָנִים, etc.;]
before, of time, place, rank, etc.; in NT always of Time, before, former: Eph 4:22. Adverbially, πρότερον, before, aforetime, formerly: Jo 7:50, II Co 1:15, He 4:6; opp. to ἔπειτα, He 7:27; τὸ π., Jo 6:62 9:8, Ga 4:13, I Ti 1:13; αἱ π. ἡμέραι, He 10:32; αἱ π. ἐπιθυμίαι, I Pe 1:14.†

English (Strong)

comparative of πρό; prior or previous: former.

English (Thayer)

πρότερα, πρότερον (comparitive of πρό) (from Homer down), before, prior; of time, former: ἡ πρότερα ἀναστροφή, before (something else is or was done): R G; ἔπειτα, before, i. e. aforetime, in time past: L Tr WH); R G in τό πρότερον (contrasting rite past with the present (cf. πάλαι, 1at the end)), L T Tr WH in Herodotus 7,75; Xenophon, Plato); equivalent to our the first time, αἱ πρότερον ἡμέραι, the former days, αἱ πρότερον ἐπιθυμίαι, the lusts which you formerly indulged, 1 Peter 1:14.

Greek Monolingual

-έρα, -ο / πρότερος, -έρα, -ον, ΝΜΑ, και θηλ. πρότερη Ν
1. (για χρόνο) προηγούμενος, προγενέστερος (α. «η προτέρα του δράση» β. «ὧδε καὶ οἱ πρότεροι πόλιας καὶ τείχε' ἐπόρθουν», Ομ. Ιλ.)
2. (το ουδ. ως επίρρ.) πρότερον
προηγουμένως, πρωτύτερα
νεοελλ.
φρ. «εκ τών προτέρων» — από τα πριν, πριν να συμβεί κάτι άλλο
αρχ.
1. (για θέση ή τόπο) πρόσθιος, μπροστινός («ἐν προτέροισι πόδεσσι κύων ἔχε ποικίλον ἐλλόν», Ομ. Οδ.)
2. πρεσβύτερος, γεροντότερος («πρότερος γενεῇ», Ομ. Ιλ.)
3. (για κοινωνική τάξη, αξία ή τιμή) ανώτερος, υπέρτερος («πολλοὺς σφῶν προτέρους εἶναι πρὸς τὰ τοῦ πολέμου», Πλάτ.)
4. το θηλ. ως ουσ. ἡ προτέρα
η προηγούμενη ημέρα, η προτεραία
5. (το ουδ. με άρθρο ως επίρρ.) τὸ πρότερον
προηγουμένως, πριν («ἀλλ' ἆρα μουσική, ὅσην τὸ πρότερον διήλθομεν», Πλάτ.).
επίρρ...
προτέρω και προτέρως Α
1. (για τόπο) περαιτέρω, μακρύτερα («ἴθυσαν δὲ πολὺ προτέρω», Ομ. Ιλ.)
2. (για χρόνο) προηγουμένως, πρωτύτερα («κοῡρα σὺ δὲ προτέρω περ, ἔτι τριέτηρος ἑοῡσα», Καλλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρό + κατάλ. συγκριτ. βαθμού -τερος, κατά το αντίθετο ὕστερος. Η λ. συνδέεται με το πρώτος και αντιστοιχεί με τα αρχ. περσ. fratara- «προηγούμενος, ο πρώτος από τους δύο» και αρχ. ινδ. prataram «μετά, στη συνέχεια»].

Greek Monotonic

πρότερος: και πρῶτος, συγκρ. και υπερθ. από πρόθ. πρό, όπως Λατ. prior, primus από πρόθ. prae.
Α.Συγκρ. πρότερος, -α, -ον,
I. λέγεται για τόπο, πρόσθιος, μπροστινός, σε Ομήρ. Ιλ.· πόδες πρ., στα μπροστινά πόδια, σε Ομήρ. Οδ.
II. 1. λέγεται για χρόνο, προηγούμενος, σε Όμηρ. κ.λπ.· οἱ πρότεροι, οι άνθρωποι του παλιού καιρού, σε Ομήρ. Ιλ.· προτέρης γενεῇς, στο ίδ.· αλλά, πρότεροι παῖδες, από τον πρώτο ή τον προηγούμενο γάμο, σε Ομήρ. Οδ.· τῇ προτέρῃ (ενν. ἡμέρᾳ), την προηγούμενη ημέρα, Λατ. pridie, στο ίδ.· ὁ πρότερος Διονύσιος, ο πρεσβύτερος Διονύσιος, σε Ξεν.· το επίθ. χρησιμ. συχνά αντί του επιρρ., ὅ με πρότερος κάκ' ἔοργεν, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
2. ως συγκρ., με γεν., στο ίδ., Ηρόδ. κ.λπ.· επίσης ακολουθ. από , τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ κρητῆρα (ἐληΐσαντο), σε Ηρόδ.
III. χρησιμ. για κοινωνική τάξη, αξία, και γενικά για τιμή, πρώτος, ανώτερος, υπέρτερος, σε Δημ.· πρ. τινος πρός τι, ανώτερος από κάποιον σε κάτι, σε Πλάτ.
IV.μετά τον Όμηρο, ουδ. πρότερον ως επίρρ., πριν, προηγουμένως, νωρίτερα, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ὀλίγον πρότερον, σε Πλάτ.· με γεν., ὀλίγῳ τι πρότερος τούτων, σε Ηρόδ. κ.λπ.· κυρίως ακολουθ. από το , στον ίδ., Αττ.· επίσης ακολουθ. από τα πρίν, πρὶν ἄν, πρὶν ἤ, σε Ηρόδ., Αττ.· χρησιμ. επίσης με το άρθρο, τὸ πρότερον τῶν ἀνδρῶν τούτων, σε Ηρόδ.· ως επίρρ., συχνά ανάμεσα σε άρθρ. και ουσ., π.χ. ὁ πρότερον βασιλεύς, στον ίδ. Β. Υπερθ. πρῶτος, -η, -ον, συνηρ. από *πρόατος, Δωρ. πρᾶτος·
I. 1. ως επίθ., ο πρώτος, χρησιμεύει ως τακτικό αριθμητικό του εἷς, σε Ομήρ. Οδ.
2. λέγεται για τόπο, αυτός που βρίσκεται στην πρώτη σειρά, επικεφαλής, ἐνὶ πρώτοισι ή μετὰ πρώτοισι μόνο, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐν πρώτῳ ῥυμῷ, στο μπροστινό μέρος του, στο ίδ.· πρώτῃσι θύρῃσι, στις πρώτες ή στις εξωτερικές πόρτες, στο ίδ.
3. λέγεται για χρόνο, πρὸς πρώτην ἕω, στην αρχή της αυγής, το χάραμα, σε Σοφ.
4. λέγεται για τάξη, σειρά, πρῶτοι πάντων ἀνθρώπων, σε Ηρόδ.· τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν, στον ίδ.· ἐν πρώτοις, ανάμεσα στους πρώτους, έπειτα όπως το Λατ. imprimis, πάνω απ' όλα, ιδίως, προ πάντων, στον ίδ., Αττ.· ἐν τοῖς πρῶτοι (βλ. ὁ, ἡ, τό Α. IV. 7)· μεταγεν. ακολουθ. από γεν., πρῶτός μου, σε Καινή Διαθήκη
5. λέγεται για θέση ή αξίωμα, μετὰ πρώτοισιν, ανάμεσα στους πρώτους ἄνδρες της πόλης, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.
II. ουδ. πληθ., πρῶτα, τά,
1. (ενν. ἆθλα), το πρώτο βραβείο, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.
2. το πρώτο μέρος, η αρχή, τῆς Ἰλιάδος τὰ πρῶτα, σε Πλάτ. κ.λπ.
3. ο πρώτος, ο ανώτατος σε βαθμό, τὰ πρᾶτα τᾶς λιμῶ (Δωρ.), τα έσχατα του λιμού, σε Αριστοφ.· ἐςτὰ πρῶτα τιμάσθαι, σε Θουκ.· λέγεται για πρόσωπα, ἐὼν τῶν Ἐρετριέων τὰ πρῶτα, σε Ηρόδ.· τὰ πρῶτα τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας, η αρχή της μοχθηρίας, σε Αριστοφ.
III. ως επίρρ.:
1. τὴν πρώτην (ενν. ὥραν, ὁδόν), στην αρχή, προς το παρόν, μόλις τώρα, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ομοίως, τὴνπρώτην εἶναι, όπως το ἑκὼν εἶναι, στην αρχή, στον ίδ.
2. με πρόθ., ἀπὸ πρώτης (ενν. ἀρχῆς), σε Θουκ.
3. κυρίως σε ουδ. ενικ. και πληθ., πρῶτον, πρῶτα· α) πρώτον, κατά πρώτον, Λατ. primum, σε Όμηρ. κ.λπ. β) = πρότερον, πριν, σε Ξεν., Ανθ.
4. αρχικά, για πρώτη φορά, σε Σοφ. κ.λπ.· ἐπεὶ πρῶτον, Λατ. quum primum, ευθύς, σε Όμηρ.· ομοίως, ὁππότε κε πρῶτον, σε Ομήρ. Οδ.· ὅτε ή ὅταν πρ., σε Δημ.· ἐὰν ή ἢν πρ., σε Πλάτ.
IV. επίρρ., πρώτως, σε Αριστ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πρότερος: [compar. к πρό
1) первый (π. χρόνῳ и κατὰ χρόνον Arst.): ὅ με π. κάκ᾽ ἔοργεν Hom. тот, кто первый нанес мне обиду; π. ἢ ὑμεῖς Plat. раньше, чем вы; ἐμέο π. Hom. раньше, чем я;
2) старший (γενεῇ Hom.): ὁ π. Διονύσιος Xen. Дионисий Старший;
3) предыдущий, прежний, прошлый: πρότεροι παῖδες Hom. дети от прежнего (первого) брака; τῇ πρότέρῃ (sc. ἡμέρᾳ) Hom., Thuc. днем раньше, накануне; τῷ προτέρῳ ἔτει Her. годом раньше; οἱ πρότεροι (sc. ἄνδρες или ἄνθρωποι) Hom., Aesch. предшественники или предки;
4) передний (πρότεροι πόδες Hom.);
5) имеющий преимущество, превосходящий (τινος πρός τι Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρότερος -α -ον [πρό] comp. van plaats voorst, voor-:. ἐν προτέροισι πόδεσσι κύων in de voorpoten van de honden Od. 19.228. van tijd eerder, vroeger:; π. παῖδες kinderen uit een eerder huwelijk Od. 15.22; ἡ π. γυνή zijn eerste vrouw Hdt. 7.2.2; ἤματι τῷ προτέρῳ de dag ervoor Il. 21.5; τῇ προτέρῃ ( sc. ἡμέρῃ ) de dag ervoor Od. 16.50; met gen..; τῇ προτέρᾳ ἡμέρᾳ... τῆς τροπῆς op de dag voor de omslag Aristot. Pol. 1316a16; θώρηκα ἐλῄσαντο τῷ π. ἔτει ἢ τὸν κρητῆρα οἱ Σάμιοι de Samiërs stalen het borstharnas in het jaar voordat ze de krater stalen Hdt. 3.47.2; adv. acc. n. πρότερον eerder, vroeger:; ὀλίγον π. kort hiervoor, net Plat. Prot. 317e; ook met lidw. τὸ πρότερον, met praes. (gedurende) de voorafgaande tijd, eerder:; ᾠηθήτην... ἡμᾶς τὸ πρότερον παίζειν zij tweeën dachten dat wij daarvóór grappen maakten Plat. Euthyd. 283b; τὸ πρότερον met aor. de vorige keer:; ὅτε τὸ πρότερον ἐπεδημησάτην toen jullie de vorige keer hier verbleven Plat. Euthyd. 273e; ὅτε τὸ πρότερον ἐπεδήμησε toen hij de vorige keer in de stad was Plat. Prot. 310e; met gen..; π. φήμης vóór de lofzang Aeschl. Sept. 866; ἐμέο π. eerder dan ik Il. 10.124; τοῦ καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων ἐπεμνήσθην waarvan ik ook kort hiervóór melding heb gemaakt Hdt. 8.95; πολλοῖσι ἔτεσι π. τούτων vele jaren hiervoor Hdt. 8.96.2; πρὸ τῶν Περσικῶν δέκα ἔτεσιν πρότερον tien jaar voor de Perzische oorlog Plat. Lg. 642d; vaak attr..; ὁ πρότερον βασιλεύς de voormalige koning Hdt. 1.84.3; ἐν τῷ πρότερον χρόνῳ hiervoor, voorheen Thuc. 6.9.2; αἱ πρότερον ἁμαρτίαι fouten uit het verleden Aristoph. Eq. 1355; πρότερον ἤ eerder dan...:; π. ἢ κατὰ τὴν προσδοκίαν eerder dan verwacht Plat. Sph. 264b; οὐ π. πρὶν ἤ = μὴ π. πρίν = οὐ π. ἕως niet eerder dan... eerste (van twee):; ὅ με πρότερος κάκ ’ ἔοργε die mij als eerste onrecht heeft aangedaan Il. 3.351; eerder geboren, ouder;. γενεῇ πρότερος eerder geboren Il. 15.182. van vroeger:; ἀνδράσι δὲ προτέροισιν ἐριζέμεν οὐκ ἐθελήσω ik wil niet twisten met mensen uit vervlogen tijden Od. 8.223; subst. οἱ πρότεροι zij die vroeger leefden: voorvaderen, voorouders;. Κῦρος ὁ π. Cyrus de Oudere Luc. 30.5. overdr. vooraanstaand:. πρότερον τῇ δυνάμει belangrijker qua macht Dem. 3.15; πολλοὺς σφῶν προτέρους εἶναι πρὸς τὰ τοῦ πολέμου dat velen beter dan zij waren in oorlogvoeren Plat. Lach. 183b.

Etymological

Grammatical information: pron. adj.
Meaning: front, former, usu. of time earlier (Il.); adv. πρότερον earlier (posthom.), προτέρω further (forward), sooner (ep. Il.), -ωσε forward (h.Hom., A. R.), -ωθε(ν) from before, from earlier on (Theognost., EM); προτερη-γενής born earlier, elder (Antim.; after ἀρχη-γενής etc.).
Derivatives: ἡ προτερ-αία (ἡμέρα) the preceding day (IA.: ὑστεραία a.o.), also -εία f. id. (Tab.Heracl.; Schwyzer 258), -ικόν n. priority (pap.), -έω, also w. κατα-, συν-, to be ahead, to have advantage, to prevent (IA.) with -ημα n. (hell.), -ησις f. (Hld.) advantage, lead.
Origin: IE [Indo-European] [814] *proteros further
Etymology: Old oppositional formation (: ὕστερος) from πρό (s. v.), identical with Av. OP. fratara- the one more in front, earlier, Skt. pratarám further, farther, future .

Middle Liddell

πρότερος and πρῶτος comp. and Sup. formed from πρό]
as Lat. prior, primus, from prae.
A. comp. πρότερος, η, ον
I. of Place, before, in front, forward, Il.; πόδες πρ. the fore feet, Od.
II. of Time, before, former, sooner, Hom., etc.; οἱ πρότεροι men of former times, Il.; πρότερος γενεῇ Il.; but, πρ. παῖδες children by the first or a former marriage, Od.; τῇ προτέρῃ (sc. ἡμέρᾳ) on the day before, Lat. pridie, Od.; ὁ πρότερος Διονύσιος Dionysius the elder, Xen.:—the adj. is often used where we use the adv., ὅ με πρότερος κάκ' ἔοργεν Il., etc.
2. as a regular comp., c. gen., Il., Hdt., etc.; also foll. by ἤ, τῷ προτέρῳ ἔτεϊ ἢ κρητῆρα [ἐληίσαντο] Hdt.
III. of Rank, Worth, and generally of Precedence, before, above, superior, Dem.; πρ. τινος πρός τι superior to him in a thing, Plat.
IV. after Hom., neut. πρότερον as adv. before, sooner, earlier, Hdt., etc.; ὀλίγον πρ. Plat.:—c. gen., ὀλίγῳ τι πρ. τούτων Hdt., etc.; most commonly foll. by ἤ, Hdt., attic; also by πρίν, πρὶν ἄν, πρὶν ἤ, Hdt., attic; also used with the Art., τὸ πρ. τῶν ἀνδρῶν τούτων Hdt.: adv. often between Art. and Subst., e. g. ὁ πρότερον βασιλεύς Hdt.
B. Sup. πρῶτος, η, ον, contr. from *πρόατος, doric πρᾶτος,
I. adj. first, serving as the ordinal to the cardinal εἷς, Hom.
2. of Place, first, foremost, ἐνὶ πρώτοισι or μετὰ πρώτοισι alone, Il.; ἐν πρώτῳ ῥυμῷ at the front or end of the pole, Il.; πρώτῃσι θύρῃσι at the first or outermost doors, Il.
3. of Time, πρὸς πρώτην ἕω at first dawn, Soph.
4. of Order, πρῶτοι πάντων ἀνθρώπων Hdt.; τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν Hdt.:— ἐν πρώτοις, among the first, then like Lat. imprimis, above all, especially, greatly, Hdt.; in attic, ἐν τοῖς πρῶτοι (v. τό A. IV. 7):—in late Greek it is even foll. by a gen., πρῶτός μου NTest.
5. of Rank, μετὰ πρώτοισιν among the first men of the state, Od., etc.
II. neut. pl. πρῶτα, ων, τά,
1. (sc. ἆθλἀ, the first prize, Il., Soph.
2. the first part, beginning, τῆς Ἰλιάδος τὰ πρ. Plat., etc.
3. the first, highest, in degree, τὰ πρ. τᾶς λιμῶ (doric) the extremities of famine, Ar.; ἐς τὰ πρῶτα τιμᾶσθαι Thuc.:—of persons, ἐὼν τῶν Ἐρετριέων τὰ πρῶτα Hdt.; τὰ πρῶτα τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας the chief of the rascality down there, Ar.
III. as adv.,
1. τὴν πρώτην (sc. ὥραν, ὁδόν) first, at present, just now, Hdt., etc.; so, τὴν πρώτην εἶναι, like ἑκὼν εἶναι, at first, Hdt.
2. with Preps., ἀπὸ πρώτης (sc. ἀρχῆσ), Thuc.
3. most commonly in neut. sg. and pl., πρῶτον, πρῶτα,
a. first, in the first place, Lat. primum, Hom., etc.
b. = πρότερον, before, Xen., Anth.
4. first, for the first time, Soph., etc.; ἐπεὶ πρῶτον, Lat. quum primum, as soon as, Hom.; so, ὁππότε κε πρῶτον Od.; ὅτε or ὅταν πρ. Dem.; ἐὰν or ἢν πρ. Plat.
IV. adv. πρώτως, Arist., etc.